Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Η απαγορευμένη γνώση

Αναδημοσίευση από το Praxis
 
Καλως διά την απιστία απεκόπησαν, συ δε διά της πίστεως ίστασαι. Μη υψηλοφρόνει αλλά φοβού (Προς Ρωμαίους ια΄, 20).



Το παρόν κείμενο φιλοδοξεί να αποτελέσει μία πρωτόλεια, εμβρυώδη και κάπως ακατέργαστη εισαγωγή στα ζητήματα, τα οποία άπτονται της συγκρότησης του ελλαδικού προλεταριάτου τα τελευταία 20 χρόνια με έμφαση στις προοπτικές που διανοίγονται κατά την τελευταία διετία.


Στην χώρα μας τα τελευταία 20 χρόνια έχουν δημοσιευθεί μια σειρά αξιόλογων οικονομικών μελετών για την διάρθρωση της εργατικής τάξης. Ωστόσο αυτές οι μελέτες (τουλάχιστον αυτές που έχουμε εμείς υπ’ όψη) εξαντλούνται στην παράθεση ποσοτικών δεδομένων για τον καθορισμό της εργατικής τάξης ανά τομέα και κλάδο παραγωγής και ανά επαγγελματική ειδικότητα. Λείπει συνεπώς η προσπάθεια συγγραφής μιας εσωτερικής ιστορίας του ελλαδικού προλεταριάτου, μίας μελέτης δηλαδή, η οποία θα εκθέτει την συγκρότηση του προλεταριάτου εντός της εκάστοτε δοσμένης διαλεκτικής της σχέσης κεφάλαιο-εργασία. Ωστόσο δεν μιλάμε για την ανάγκη μίας απλής «νεκρανάστασης» της ενδόξου και αλήστου μνήμης μαρξιστικής κατηγορίας της ταξικής σύνθεσης, κάτι το οποίο ενδέχεται να μας οδηγήσει σε «πιθηκισμό», αλλά για μία βασισμένη στην πραγματική εμπειρία μαρξιστική έκθεση του τρόπου που συγκροτείται το ελλαδικό προλεταριάτο σε όλη την γεωγραφία του κοινωνικού εργοστασίου, μέσα δηλαδή στην εν γένει συνθήκη την οποία διαμορφώνει η σχέση πραγματική υπαγωγή, υπό την επιδίωξη αντιστροφής της πολικότητας στη σχέση κεφάλαιο-εργασία.

1950-1981, 1981-1995, 1995-2010. Αυτή η (συμβατική) περιοδολόγηση πιστεύουμε ότι είναι η ενδεδειγμένη για την ανάλυση του ελλαδικού προλεταριάτου (όπως και του ελληνικού καπιταλισμού), με κριτήριο τις ιδιαίτερες μορφές ένταξής του στο σύστημα καπιταλιστικής εργασίας και παραγωγής (τεχνική σύνθεση) και την πολιτική του σύνθεση (αγωνιστικές εμπειρίες, οργανωτικές εκφράσεις κλπ).

Βασική υπόθεση εργασίας μας είναι ότι η αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής που έγινε επί ΠΑΣΟΚ την δεκαετία του ’80, με βασικό άξονα την πολιτική των «προβληματικών επιχειρήσεων» και τις «κρατικοποιήσεις» ήταν η απάντηση του κεφαλαίου σε ένα ιστορικό κύμα προλεταριακών (κατά βάση εργοστασιακών, οικοδομικών και ναυτεργατικών) αγώνων, οι οποίοι έφτασαν στα απόγειο τους στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ότε και εξάντλησαν κατά κύριο λόγο τα πολιτικά τους όρια. Η εν λόγω πολιτική του ΠΑΣΟΚ σκόπευε ακριβώς στην υποτίμηση της προλεταριακής εργασίας, στο να την καταστήσει περιθωριακή, στο να μυστικοποιήσει την κοινωνική της κεντρικότητα, η οποία ήταν έκδηλη την προηγούμενη περίοδο (1950-1981). Αποτελεί γι’ αυτό το λόγο η εν λόγω περίοδο μία καθαρά μεταβατική περίοδο, η οποία προετοιμάζει την καινούρια αναδιάρθρωση των μέσων της δεκαετίας του ’90, η οποία θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται, αφού πρώτα θα ολοκληρωθούν οι πολιτικές προϋποθέσεις γι’ αυτήν, με βασική την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και τις αλλαγές που είχαν προηγηθεί στην Ευρώπη λόγω της ανατροπής του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Η περίοδος αυτή (1995-2010) είναι κομβική αφενός για να αντιληφθούμε τη σήμερον συγκρότηση του ελλαδικού προλεταριάτου και αφετέρου για να εκτιμήσουμε την εντός της κρίσης συγκρότησή του. Μπορούμε να πούμε ότι σε αυτήν την 15ετία ο ελληνικός καπιταλισμός άλλαξε παράδειγμα, προσαρμοζόμενος στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας, ο οποίος άρχισε να αναδύεται μετά την κρίση της δεκαετίας του ’70 και ολοκληρώθηκε στις αρχές του ’90, με την πλήρη επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και στην «ανατολική» Ευρώπη και σε όλον τον πάλαι ποτέ «Τρίτο Κόσμο».

Μπορούμε να μιλήσουμε αναφορικά με αυτήν την περίοδο για μια «νέα εκβιομηχάνιση» στην Ελλάδα; Αν και όρος είναι σκόπιμα παραπλανητικός, ωστόσο τον αξιοποιούμε για να κριτικάρουμε τους μύθους της «αποβιομηχάνισης». Όντως νέοι τομείς παραγωγικής δραστηριότητας εμφανίζονται εκείνη την περίοδο ή λαμβάνουν νέα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά (κατασκευές, εστίαση, υπηρεσίες, μεταφορές επικοινωνίες, ενέργεια, τράπεζες, ιδιωτική ενημέρωση, ιδιωτική παιδεία και υγεία). Όμως δεν βρίσκεται σε αυτό το κυριότερο, το κυριότερο έγκειται στο ότι νέες μορφές καπιταλιστικής συσσώρευσης αναδύονται σε τέτοια έκταση (δίκτυα μεγάλων συγκεντροποιημένων επιχειρήσεων, αύξηση της οργανικής σύνθεσης σε διαφόρους τομείς και επιχειρήσεις, επιθετική εξαγωγή κεφαλαίων στην βαλκανική ενδοχώρα κλπ), οι οποίες προϋποθέτουν και συνάμα οδηγούν σε ένα ανώτερο επίπεδο κοινωνικοποίησης της καπιταλιστικής σχέσης. Συνάμα ιδιαίτερης βαρύτητας είναι το ζήτημα της αλλοδαπής εργατικής μετανάστευσης προς την Ελλάδα.

Συλλήβδην μπορούμε να μιλήσουμε αναφορικά με αυτήν την περίοδο για την ανάδυση στην Ελλάδα της καπιταλιστικής μητρόπολης (η χωρική έκφραση της σχεδόν ταυτοποίησης της παραγωγής με την αναπαραγωγή και της πραγματικής υπαγωγής) ως τρόπου συσσώρευσης, η οποία βρίσκει κατά κύριο λόγο στο λεκανοπέδιο Αττικής το πρόσφορο έδαφος να αναπαραχθεί. Εν κατακλείδι επαναλαμβάνουμε ότι η μητροπολίτικου τύπου αυτή αναδιάρθρωση οδήγησε στην περαιτέρω κοινωνικοποίηση της σχέσης κεφάλαιο-εργασία, η οποία εξαπλώθηκε και σχεδόν για πρώτη φορά στη Ελλάδα (κατά τη γνώμη μας) κατέλαβε το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, πέρα δηλαδή από αυτές που σχετίζονται άμεσα με την παραγωγή, και αυτές που έχουν να κάνουν με την αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου.

Εν τούτοις η κίνηση του κεφαλαίου την ίδια στιγμή που αποκαλύπτει, την ίδια ακριβώς στιγμή φροντίζει να μυστικοποιεί: Η παραπάνω αναδιάρθρωση δίπλα στα παραδοσιακά κομμάτια της βιομηχανικής και οικοδομικής εργατικής τάξης προσέθεσε καινούριες εργατικές φιγούρες είτε της «πιο διανοητικής» είτε της «πιο χειρωνακτικής» εργασίας. Όλο αυτό το δυναμικό εντάχθηκε στην παραγωγή με ετερόκλητες νομικές μορφές εκμετάλλευσης (μπλοκάκια, «μαύροι», «ελεύθεροι», συμβασιούχοι, «συνεργάτες» κλπ). Συνάμα ήταν εντός των γραμμών του διαφορετικές οι εμπειρίες, (αγωνιστικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, μορφωτικές, έμφυλες, εθνικές, θρησκευτικές), η ταξική του καταγωγή, οι τρόποι κοινωνικοποίησης και πολιτικοποίησης και οι (υπό-)κουλτούρες, με αποτέλεσμα το ελλαδικό προλεταριάτο να αρχίζει να εμφανίζει για πρώτη φορά μία τόσο ανομοιογενή, κατακερματισμένη και πολυδιασπασμένη εικόνα, την ίδια στιγμή που ως κοινωνική σχέση και ποσοτικά και ποιοτικά αυξάνετο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ενώ το προλεταριάτο δυνάμωνε ποσοτικά, την ίδια στιγμή μέσα στην παραγωγή ο συσχετισμός να γίνεται πιο θετικός για το κεφάλαιο. Το ακριβώς ανάποδο δηλαδή από την περίοδο 1950-1981, όπου ναι μεν το προλεταριάτο ήταν αριθμητικά μειωμένο σε σχέση με σήμερα, ωστόσο λόγω της ομοιογένειάς του ο συσχετισμός γι’ αυτό μέσα στην παραγωγή ήταν πιο ευνοϊκός. Σημειώνουμε ότι με τον όρο συσχετισμός μέσα στην παραγωγή δεν εννοούμε πολιτικούς ή συνδικαλιστικούς συσχετισμούς κλπ, αλλά το κατά ποσό είναι εμφανής ή όχι η κεντρικότητα της προλεταριακής εργασίας μέσα στο σύστημα της παραγωγής.

Κατ’ αυτήν την περίοδο δεν μπορούμε να πούμε ότι διαμορφώθηκε ένα ιστορικά προσδιορισμένο κύμα προλεταριακών αγώνων. Οι πιο μαζικοί αγώνες που έγιναν αφορούσαν κυρίως το συνδικαλισμένο κομμάτι (κύρια σε Δημόσιο, ΔΕΚΟ) και ήταν αμυντικού χαρακτήρα κυρίως γύρω από το ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης. Συγχρόνως όμως αναδύθηκε ένας ετερόκλητος είτε πιο εμφανής είτε πιο «αόρατος» πλούτος αγώνων και οργανωτικών εκφράσεων (ίδρυση ΠΑΜΕ, αγώνες σε κατασκευαστικά έργα, συγκρότηση νέων σωματείων και συλλογικοτήτων σε διαφόρους τομείς και νέες επιχειρήσεις).

Ως σημαντικότερο κεκτημένο στην διαδικασία σύνθεσης της τάξης σε εκείνη την περίοδο θεωρούμε την προβολή του αιτήματος για κατώτατο μισθό 1.200-1.400 ευρώ. Επί της ουσίας επρόκειτο για ένα αίτημα ταυτόσημο με την έννοια του κοινωνικού μισθού. Ένας κόμβος, ο οποίος μπορούσε να ενώσει από τον βιομηχανικό εργάτη, έως τον επισφαλή εργαζόμενο, και από τον προλεταριοποιημένο δάσκαλο, δικηγόρο και μηχανικό έως τον φοιτητή και να καταφέρει έτσι να ενοποιήσει την τάξη και να την ανασυνθέσει σε πολιτικό επίπεδο. Ο προσανατολισμός της προλεταριακής αγωνιστικότητας σε εκείνη τη φάση στον μισθό βρίσκεται σε μια υλική αντιστοιχία όχι μόνο με την δοσμένη τεχνική σύνθεση της τάξης, αλλά και με την αναπτυξιακή φάση της καπιταλιστικής σχέσης, κάτι το οποίο θα αντιστραφεί βίαια μετά το 2010, όπως θα δούμε παρακάτω. Επίσης θα πρέπει να πούμε ότι με το συγκεκριμένο αίτημα ο μισθός αποσυνδέεται από την παραγωγικότητα, κάτι το οποίο περιέχει μέσα του τέτοια δυναμική, η οποία οδηγεί στο επεκείνα του «δίκαιου μισθού για δίκαιη εργάσιμη ημέρα», δηλαδή «στην ανάγκη για κατάργηση του συστήματος μισθωτής εργασίας». Σε κάθε περίπτωση η οργάνωση αγώνων γύρω από αυτό το αίτημα, πέρα από το ότι οδηγούσε (πάλι με αόρατο και μυστικοποιημένο τρόπο λόγω της διαμεσολάβησης του κράτους) σε μικρές υλικές «νίκες», συνέβαλε στην συσσώρευση κρισιακών προϋποθέσεων στη βάση του ελληνικού καπιταλισμού, συντόμευσε με τη σειρά της την καπιταλιστική κρίση και κατέστησε αδήριτη ανάγκη για το κεφάλαιο την πραγμάτωση μιας νέας αναδιάρθρωσης, η οποία δεν θα αργήσει να έλθει.

Συνάμα ως βασικούς σταθμούς εργατικής αγωνιστικότητας -έστω και λανθάνουσας- θα πρέπει να αναφέρουμε τους φοιτητικούς αγώνες του 2006-2007 και τη νεολαΐστικη έκρηξη του 2008. Παρόλο που το εργατικό ρεύμα δεν κατέφερε σε καμία από τις δύο συγκρούσεις να κατακτήσει μία διακριτή παρουσία και να τις στιγματίσει, ωστόσο αυτοί οι αγώνες ανέδειξαν (μέσα από τα στενόχωρα πολλές φορές όριά τους) ανάγκες, επιθυμίες, ανάγκες και υποκειμενικότητες κομματιών μιας προλεταριακής νεολαίας μητροπολίτικης προέλευσης και είτε το θέλουμε είτε όχι δημιουργούν έστω και λανθάνουσες αγωνιστικές και συλλογικές αναπαραστάσεις για φουρνιές εργατών, η πλειοψηφία των οποίων ήδη βρίσκονται στην παραγωγή.

Ωστόσο, εκ των υστέρων κρίνοντας, λέμε ότι όλος αυτός ο πλούτος δεν έλαβε συνεχή και μόνιμα χαρακτηριστικά, δεν δημιούργησε ταξική ομοιογένεια, υποκειμενικότητα και αγωνιστικότητα, κάτι το οποίο δεν οφείλεται μόνο σε υποκειμενικές αδυναμίες, αλλά και στο ότι η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα ανά κλάδο, ανά τομέα και ανά επιχείρηση δεν είχε πολύχρονη προοπτική, μονιμότητα και συνέχεια, άμεσα εγκλωβισμένη στα εκάστοτε «συγκριτικά πλεονεκτήματα».

Και ερχόμαστε στο 2010. Αυτό, το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει κατά κύριο λόγο είναι το τι μεταβολές στη συγκρότηση του ελλαδικού προλεταριάτου θα επιφέρει η κρισιακή αστική στρατηγική και αναδιάρθρωση. Βασική μας θέση είναι ότι η εν λόγω αναδιάρθρωση δεν στοχεύει τόσο στην αλλαγή παραγωγικού παραδείγματος για τον ελληνικό καπιταλισμό (αυτό ίσως γίνει αναφορικά με το κράτος) άλλα κυρίως στην διαμόρφωση μιας νέας πιο πειθαρχημένης, ελεγμένης και υπηγμένης (με την μαρξιστική έννοια της υπαγωγής) προλεταριακής εργασίας.

Σήμερα είναι αλήθεια ότι η τάξη πρώτα από όλα αναφορικά με την τεχνική της σύνθεση απο-συντίθεται, με βασικό εργαλείο την ανεργία. Με αυτήν την έννοια η εγκατάλειψη εκ μέρους της εργατικής αγωνιστικότητας του μισθού και η αντικατάστασή του από το θέση εργασίας, βρίσκεται σε υλική αντιστοιχία με την κρισιακή φάση του ελληνικού καπιταλισμού και είναι το αποκρυστάλλωμα στην πολιτική σύνθεση της τάξης της διαδικασίας τεχνικής απο-σύνθεσής της και απο-διοργάνωσής της.

Τί έχει όμως να επιδείξει η τάξη μέσα σε αυτήν την οδυνηρή διαδικασία αποδιοργάνωσης προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυτή της ανα-σύνθεσής της; Χωρίς αμφιβολία θα πρέπει να αναφέρουμε δύο βασικά παραδείγματα εργατικής αγωνιστικότητας: Χαλυβουργία και Phonemarketing. Η πρώτη με σημείο αναφοράς την βιομηχανική εργοστασιακή εργατική τάξη και η δεύτερη το πιο νεολαΐστικο και επισφαλώς εργαζόμενο προλεταριάτο, του μητροπολίτικου τοπίου. Γύρω από αυτές τις αγωνιστικές εμπειρίες, έγινε μια προσπάθεια ενοποίησης της τάξης σε συνθήκες υποχώρησης και αποδιοργάνωσής της, με βασικό κόμβο την οργάνωση της αλληλεγγύης σε έναν αγώνα, ο οποίος κατά τα άλλα αυτό που κατά κύριο λόγο διεκδικούσε ήταν η εξασφάλιση της θέσεως εργασίας και το όσο δυνατόν μεγαλύτερο μπλοκάρισμα όψεων της αναδιάρθρωσης.

Δεν είναι το κύριο να σταθούμε στους χειρισμούς και την πορεία της πάλης. Το κύριο είναι να πούμε ότι εδώ δημιουργήθηκαν κόμβοι, μέσα από τους οποίους η κεντρικότητα της προλεταριακής εργασίας εξεπέμφθη έστω και ως εικόνα και αναπαράσταση σε όλη την ελληνική κοινωνία (ειδικά στην περίπτωση της Χαλυβουργίας). Αυτό είναι μια ανεκτίμητη συμβολή και παρακαταθήκη όχι απλά για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα αλλά για την ίδια την εσωτερική ιστορία της ελλαδικής εργατικής τάξης. Επί της ουσίας συνιστά διαδικασία πραγματικής εκτύλιξης και εκδίπλωσης αυτής της ιστορίας. Απεναντίας οι κατά περιόδους μαζικές εκδηλώσεις κοινωνικού ανταγωνισμού όχι μόνο δεν συμβάλουν στην διαδικασία πολιτικής ανα-σύνθεσης της τάξης, αλλά εδραιώνουν και επιτείνουν την διαδικασία αποδιοργάνωσης και αποδιάρθρωσής της, δημιουργώντας στην καλύτερη περίπτωση ένα διαταξικό με μικροαστική ηγεμονία Πλήθος, όποτε δεν δημιουργούν έναν εθνικοπατριωτικό και φασίζοντα χυλό. Αυτό από την άλλη δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από την πάλη η διαδικασία «Χαλυβουργία-Phonemarketing κλπ» να αποκτήσει κεντρική παρουσία στο μητροπολίτικο πεδίο και στον εν γένει κοινωνικό ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις.

Από την άλλη τρανό παράδειγμα που η εργατική αγωνιστικότητα εκδηλώνει την απο-σύνθεση (τεχνική και πολιτική) της εργατικής τάξης είναι η πρόσφατη συγκέντρωση των απλήρωτων εργαζομένων της ιδιωτικής υγείας στο Υπουργείο Υγείας, στην οποία συγκέντρωση συμμετείχαν και εκπρόσωποι των εργοδοτών τους!!! Αντί δηλαδή η αγωνιστικότητά της τάξης να προσανατολισθεί στο μπλοκάρισμα της αναδιάρθρωσης στην δοσμένη διαδικασία καπιταλιστικής παραγωγής και εργασίας και να αναγνωρίσει τον εαυτό της μέσα εκεί (ό,τι δηλαδή έγινε στην Χαλυβουργία), προσανατολίσθηκε σε μια αναπαράσταση ενός κράτους-σχέδιο που (δήθεν) δίνει ή πρέπει να δίνει επιχορηγήσεις στα αφεντικά και επιδόματα στους εργάτες, το οποίο βέβαια στην προκειμένη περίπτωση το μόνο που είχε να προσφέρει στους εργάτες -απλόχερα μάλιστα-, ήταν τα γκλομπ των ΜΑΤ.

Αντίστοιχη προβληματική υπάρχει και στην περίπτωση της «Βιομηχανικής Μεταλλευτικής», (με επιφύλαξη όσων πούμε γιατί δεν έχουμε άμεση εμπειρία), όπου η εργατική αγωνιστικότητα στρέφεται προς τους μύθους της «αυτοδιαχείρισης», δηλαδή σε μια συντεχνιακή-κορπορατίστική αναπαράσταση της προλεταριακής εργασίας, την οποία η ίδια η κίνηση και εξέλιξη και του κεφαλαίου, αλλά και της προλεταριακής εργασίας, την έχουν καταστήσει μουσειακό είδος.

Εντούτοις θα πρέπει να δούμε πιο μακριά με έμφαση στις αντικειμενικές εξελίξεις της αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου και τις επίσης αντικειμενικές αλλαγές που θα επιφέρουν στην τεχνική σύνθεση της τάξης. Θεωρούμε ότι η αναδιάρθρωση αυτή πέρα από το στοιχείο της ήττας της τάξης, ενέχει εντός της το στοιχείο της περαιτέρω κοινωνικοποίησης της προλεταριακής εργασίας, κάτι που με τη σειρά του θα αναδείξει την εργατική κεντρικότητα και θα προσδώσει περαιτέρω κοινωνικό βάρος και δυναμική στην σύνθεση της τάξης, ένα βάρος, το οποίο θα χαθεί ή ήδη χάνεται από την μικροαστική μάζα. Από την άλλη όμως εδώ που βρίσκονται οι ελπίδες, συγχρόνως εδώ βρίσκονται και οι κίνδυνοι: Θα αποτελούν οι υλικές συνθήκες αναπαραγωγής της εργατικής τάξης με σχεδόν μηδενικά δικαιώματα, μισθούς πείνας, με ΕΟΖ κλπ, αυτή η καινούρια δηλαδή τεχνική σύνθεση, τη βάση για την πολιτική ανασύνθεσή της τάξης ή αυτή η εκ μέρους του κεφαλαίου μορφή πρωταρχικής συσσώρευσης και σύγχρονων περιφράξεων θα καταφέρει μια πιο σαρωτική (τυπική και πραγματική) υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, με αποτέλεσμα η προλεταριακή εργασία να μυστικοποιηθεί ακόμα περισσότερο, περιοριζόμενη σε περιστασιακά μητροπολίτικα πληβειακά ξεσπάσματα, όπως γίνεται κατά κανόνα τα τελευταία 30 χρόνια στις δυτικές καπιταλιστικές μητροπόλεις; Υπό το πρίσμα αυτού του ερωτήματος θα πρέπει να ερμηνεύσουμε και την φασιστική άνοδο: ως αστική κίνηση, η οποία αποσκοπεί στην περαιτέρω αποδιοργάνωση της εργατικής τάξης, στο να την μετατρέψει δηλαδή από τάξη σε κοινωνική μάζα εργασίας, στοχεύοντας στο ίδιο το εναπομείναν οργανικό οικοδόμημα της τάξης, ως κίνηση δηλαδή, η οποία συμβάλλει στην βίαιη και τρομοκρατική πειθάρχηση και έλεγχο της προλεταριακής εργασίας πρώτα από όλα μέσα στο πεδίο της παραγωγής και αναπαραγωγής.

Σε σκοτεινά ερωτήματα προφανώς και δεν αντιστοιχούν σίγουρες απαντήσεις και εν τέλει αν κριθεί κάπου η απάντηση, αυτό θα γίνει μέσα από την ίδια την ταξική πάλη στην κατεύθυνση ανασύνθεσης της τάξης. Εν τούτοις δεν είναι σκοπός μας (αναφορικά με αυτό το στοιχείο) να πολιτικολογήσουμε και να δημοσιολογήσουμε ή να εμπλακούμε σε μια χιλιοειπωμένη συζήτηση για το συνδικαλιστικό κίνημα. Θα αρκεστούμε να πούμε ότι σήμερα το πιο βασικό για την ανασύνθεση της τάξης είναι η προσπάθεια να αρνηθεί τον μύθο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και την συμμετοχή της σε αυτόν, να αρνηθεί την πειθάρχηση και τον έλεγχο του ίδιου της του εαυτού. Με αυτήν την έννοια ένα από τα βασικά καθήκοντα του ελλαδικού μαρξισμού είναι να τεκμηριώσει ότι, από την σκοπιά της εργατικής τάξης, το δημόσιο χρέος δεν είναι παρά μια μορφή τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο.

Με βάση όλα αυτά σημαίνουμε την ανάγκη για την ανάδυση εντός του μαχόμενου μαρξισμού μιας διαφορετικής «επιστήμης», μιας διαφορετικής «γνώσης», η οποία θα φέρνει στην επιφάνεια αυτά που ο ρεφορμισμός και ο οπορτουνισμός υποκρύπτουν μέσα από τον ακατάσχετο βερμπαλισμό περί χρέους. Κατά τη γνώμη μας αυτό που πρέπει να κάνουν οι μαρξιστές σήμερα, είναι να αψηφήσουν την προτροπή του Απόστολου στους πιστούς μη υψηλοφρόνει αλλά φοβού, στην κατεύθυνση της με θάρρος και ειλικρίνεια πραγμάτευσης των προλεταριακών ζητημάτων. 
 Πετροπόλεμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου