Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Πολιτοφυλακές, το νέο πεδίο δράσης του φασισμού



Εδώ και περίπου ένα χρόνο, η προσπάθεια του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί τη φθορά που του προξενεί η ψήφιση (με πόνο ψυχής!) νεοφιλελεύθερων μέτρων λιτότητας, καθώς και η αναζήτηση πολιτικών συμμαχιών που θα δίνουν χαρακτήρα μονόδρομου στην εφαρμοζόμενη πολιτική, δημιουργούν ένα σχιζοφρενικό σκηνικό όπου σε πρώτη ανάγνωση, η εθνικοφροσύνη και τα παρακλάδια της εμφανίζονται να διασπώνται σε δύο αντιμαχόμενες τάσεις, δίνοντας σε κάποιους την αίσθηση ότη υπάρχει συστημική και αντισυστημική ακροδεξιά.
Άλλωστε, άλλοι ψηφίζουν μνημόνια και συγκυβερνούν με τραπεζοτσολιάδες για να μας σώσουν από τον κομμουνισμό -όπως άφηνε να εννοηθεί ο Καρατζαφέρης, πριν αλλαξοπιστήσει και περάσει στο αντιμνημονιακό τόξο, δηλαδή ασφαλώς, στις δυνάμεις που παλεύουν για τον κομμουνισμό- και οι άλλοι, οι πιο «αγνοί» εθνικοπατριώτες, που διατυμπανίζουν σχεδόν από την αρχή την αντίθεσή τους στο «ξεπούλημα της χώρας» και στην «προσπάθεια των ξένων να εξαφανίσουν την Ελλάδα». Παράλληλα αυξάνονται κι οι φωνές, από «πλατειακούς» μέχρι κάποια κομμάτια της αριστεράς, που θεωρούν ότι μπορεί μεν να διαφωνούν σε κάποια σημεία με τους εκφραστές της «αντιμνημονιακής» εθνικοφροσύνης, αλλά είναι δυνατό όλοι αυτοί να ενσωματωθούν σ’ένα μέτωπο ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό. Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα;
Όσο αφορά το μηχανισμό προπαγάνδας, παρατηρούνται και ευκαιριακές παλινωδίες: τα ίδια μμε που κατέβαλαν προσπάθεια να ξεπλύνουν ακόμα και ομάδες δολοφόνων που παριστάνουν τους εγγυητές της τάξης σε περιοχές όπου γκετοποιούνται μετανάστες -παρουσιάζοντας χρυσαυγίτες ως «επιτροπές κατοίκων» και εγκαλώντας όποιον ήθελε να αποκαταστήσει την αλήθεια- είχαν επιλεκτικές «αντιφασιστικές αναλαμπές» όταν ανακάλυπταν δήθεν με κατάπληξη ότι υπάρχουν εθνικόφρονες που ζητούν «να καεί το μπουρδέλο η βουλή» και θεωρούν προδότες όσους ψηφίζουν μνημόνια και μειώσεις μισθών και συντάξεων . Το καλοκαίρι των πλατειών, τα κανάλια απέφευγαν τις αναφορές στις λαϊκές συνελεύσεις και στο πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας, αλλά εκμεταλλευόμενοι το ετερόκλητο του εγχειρήματος, παρουσίαζαν εθνικιστές και φασίστες -που ομολογουμένως διεκδίκησαν θέση στις πλατείες- ως κυρίαρχη τάση. Η ανησυχία των κυβερνητικών για την αυξημένη απήχηση των ακροδεξιών αντιλήψεων εξαντλείται όμως στους βερμπαλισμούς περί προδοτών πολιτικών, ή σε κανένα γιαούρτωμα από ακροδεξιούς. Εξάλλου στο λεγόμενο μεταναστευτικό, αλλά και σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής υπάρχει ουσιαστική ταύτιση εξουσίας-μμε-ακροδεξιάς. Όσοι είχαν την υπομονή να μελετήσουν το οικονομικό πρόγραμμα του ΛάΟΣ, γνωρίζουν ότι αποτελούσε ό,τι κοντινότερο στις σημερινές πολιτικές απ’όσα είχαν ειπωθεί προεκλογικά, ενώ δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί ότι πριν αποπειραθούν οι Χρυσαυγίτες -γνωστοί και για ξυλοδαρμούς εργαζόμενων αγωνιστών ή τραμπουκισμούς κατά πολιτών που τολμούν να μην τους γουστάρουν-  να καπηλευτούν (ή να προβοκάρουν) τους απεργούς της Χαλυβουργίας, είχαν πάρει θέση εναντίον τους, υποστηρίζοντας αυτούσιες τις θέσεις της εργοδοσίας τους. Θα ήταν λοιπόν απέραντα αφελές να πει κανείς ότι οι όψιμες αντιμνημονιακές κορώνες του Καρατζαφέρη, ή η απαρίθμιση «προδοτών» από τους νεοναζί, τους τοποθετεί όντως σε κάποιο αντιμνημονιακό στρατόπεδο. Κι αυτό θα γίνει ιδιαίτερα σαφές στις μέρες που διανύουμε, όπου οι οικονομικές ελίτ, όπως εκφράζονται μέσα από τα μμε που κατέχουν, προσπαθούν να ρίξουν στην εξέδρα την μπάλα της αναζήτησης των ευθυνών για την κρίση. Ξεκίνησαν άλλωστε ρίχνοντας στη μάχη -ποιον άλλον;- τον «αντικυβερνητικό» Καρατζαφέρη, ο οποίος σπεύδει να μας «πληροφορήσει» ότι για τα ελλείμματα του κράτους ευθύνονται όχι οι διασώσεις επί διασώσεων των τραπεζών με δεκάδες δις, ούτε οι κάποιες εκατοντάδες δις που μεγαλοκεφαλαιούχοι έβγαλαν στο εξωτερικό με την ανοχή των κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων, αλλά το συνάλλαγμα που στέλνουν κάποιοι από τους εργαζόμενους μετανάστες που δουλεύουν σ’αυτή τη χώρα για να θρέψουν τις οικογένειές τους στο εξωτερικό. Η «αντιπρόταση» του Καρατζαφέρη περιλαμβάνει το να δουλεύουν για ένα πιάτο φαί σε στρατόπεδα όσοι μετανάστες δεν έχουν χαρτιά, τη δουλεία δηλαδή, πρόταση που φυσικά τα μμε παρέθεσαν χωρίς σχολιασμό:
Ο στρατός εγκαταλείπει στρατόπεδα. Βάλτε τους μέσα. Και θα τρώει όποιος παράγει για την Ελλάδα. Ένα πιάτο φαγητό για την Ελλάδα. Να ξέρει αυτός που έρχεται από το Αφγανιστάν ότι αν έρθει εδώ θα μπει σε στρατόπεδο, δεν θα κυκλοφορεί ελεύθερος να εγκληματεί. Και θα τρώει εάν παράγει.
Το προφανές είναι ότι ο Καρατζαφέρης προσπαθεί να ξαναμαζέψει τους ψηφοφόρους του που φεύγουν ο ένας μετά τον άλλο για τη Χρυσή Αυγή. Αλλά είναι ίσως σημαντικότερο να τονιστεί ότι η πάγια υστερία της ακροδεξιάς ενάντια στη θέσπιση στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων για όσους μετανάστες ζουν στη χώρα, αποτελεί το καλύτερο τεκμήριο για τον αντεργατικό ρόλο της. Η θέση αυτή εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των αφεντικών, για τους οποίους οι μετανάστες αποτελούν φτηνό και ανασφάλιστο εργατικό δυναμικό, αλλά και τον αδύναμο κρίκο που καθιστά ευκολότερη μια πιο γενικευμένη επίθεση στην εργατική τάξη και τα δικαιώματά της. Κανένας Έλληνας εργαζόμενος δεν οφελείται από την ύπαρξη ανθρώπων χωρίς εργασιακά στην κοινωνία στην οποία ζει, οι οποίοι ενδέχεται μάλιστα να γκετοποιούνται χάρη στους σχεδιασμούς του κράτους στην περιοχή του και λόγω της εξαθλίωσης, ιδιαίτερα σε περίοδο κρίσης, να αναγκάζονται ενδεχομένως να καταφύγουν και σε παραβατικές συμπεριφορές για να επιβιώσουν. Επομένως, όταν η ακροδεξιά διατυμπανίζει ότι «όταν έρθει στα πράγματα» (παραλείποντας σοφά να μας εξηγήσει τον τρόπο) θα διώξει τους μετανάστες, γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν εννοεί τίποτα απ’όσα λέει. Αν ήθελε να φύγουν οι μετανάστες, θα υποστήριζε το να μπορούν να πάρουν άσυλο όσοι το δικαιούνται, ή το να μοιράζονται στις χώρες της ΕΕ ανάλογα με τις «δυνατότητες της κάθε χώρας». Ρόλος της ακροδεξιάς είναι να εντείνει την αδυναμία ένταξης των μεταναστών στην Ελληνική κοινωνία, τις πολιτικές γκετοποίησης και όλα τα παιχνίδια που τις συνοδεύουν, από τις χρυσές δουλειές στην αγορά ακινήτων, μέχρι την ανάπτυξη πυρήνων νεοναζιστικής πολιτικής δραστηριότητας που θα τραμπουκίζουν μετανάστες αλλά και την εργατική τάξη στο σύνολό της. Η ακροδεξιά παλεύει για τη διαιώνιση του προβλήματος και όχι για τη λύση του και ο ρόλος της είναι να καθορίζει την ατζέντα ώστε η εξουσία να παίρνει αυτό που θέλει με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια. Γι’αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει που το πρόσφατο φασιστικό παραλήρημα του Καρατζαφέρη όχι μόνο δε σχολιάστηκε αρνητικά από τα μμε και τους κοινοβουλευτικούς του συνομιλητές, παρόλο που θα μπορούσε να στοχοποιηθεί σαν αντιμνημονιακός που υποτίθεται ότι είναι, αλλά βρήκε και θα βρει ακόμα περισσότερους αβανταδόρους. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις δηλώσεις του αρχηγού του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού υπέρ του δικαιώματος κατοχής όπλων από πολίτες:
Πρέπει να ληφθούν μέτρα, να αλλάξει η νομοθεσία. Όταν ληστής μπαίνει στο σπίτι σου ή μπαίνει στην επιχείρησή σου μπορείς και τον πυροβολείς. Ξεκάθαρα. Εκείνη τη στιγμή που μπαίνει μέσα ο ληστής δεν θα κάνεις διάκριση όπλων.
Ασφαλώς, ο Καρατζαφέρης θα ήθελε να δει να ευδοκιμεί και στην Ελλάδα η κουλτούρα της οπλοχρησίας όπως έχει καλλιεργηθεί σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διάφοροι φονταμενταλιστές Χριστιανοί και Ρεπουμπλικάνοι θεωρούν ότι η κατοχή και η εκπαίδευση για τη χρήση όπλων αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά και χρέος, όχι μόνο για να προστατεύσουν την ιδιωτική τους περιουσία, αλλά και για να βγουν έξω με τα όπλα «όταν έρθει η ώρα». Η στιγμή που ο Καρατζαφέρης διατυπώνει αυτή τη θέση, όσο και το γεγονός ότι προβάλλεται από κανάλια και εφημερίδες χωρίς κανένα σχολιασμό, λες και λέει κάτι τελείως φυσικό, δεν είναι καθόλου τυχαία: οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής βλέπουν να πλησιάζει ενδεχόμενη είσοδός τους στη βουλή και παράλληλα ψάχνουν τρόπους να αναβαθμίσουν την παρουσία τους στους δρόμους, όπου το ότι λειτουργούν με πρότυπο τα Ναζιστικά Τάγματα Εφόδου είναι κάτι που δεν έκρυψαν ποτέ. Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνούμε την πρόταση που διατύπωνε ο φύρερ της οργάνωσης σε εκπομπή του Ν. Χατζηνικολάου πριν τις δημοτικές εκλογές, σύμφωνα με την οποία, οι πολίτες θα πλήρωναν οπλισμένα Τάγματα Εφόδου της Χρυσής Αυγής για να περιπολούν τις γειτονιές της Αθήνας, «καθαρίζοντάς» τις φυσικά από μετανάστες, χωρίς να παρέμβει φυσικά κανένας από τους δραστήριους εισαγγελάκους που ρίχνουν δεκάδες χρόνια φυλακίσεων σε παιδιά με κατσαρόλες που τινάζουν τα καπάκια τους με δύναμη. Από τη σκοπιά των νεοναζί, το πρόβλημα εντοπίζεται μάλλον στο ότι ενώ βλέπουν τα ποσοστά τους να ανεβαίνουν -μια και όλο και περισσότεροι απελπισμένοι άνθρωποι, είτε από τις συνέπειες της γκετοποίησης και της ανθρωπιστικής κρίσης, είτε σε αναζήτηση ενός «αντισυστημικού» πολιτικού φορέα που «δεν είναι σαν τους άλλους» σκέφτονται το ενδεχόμενο να τους στηρίξουν- είναι πολύ λιγότεροι αυτοί που εμφανίζονται πρόθυμοι να γίνουν συμμέτοχοι στη δράση του χώρου ως ένοπλη συμμορία που τραμπουκίζει μετανάστες και πολιτικούς χώρους. Για το λόγο αυτό αντιλαμβάνονται την ανάγκη να προσδώσουν διαφορετικό μανδύα στους σχεδιασμούς τους.

Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται σε μπλογκς και σάιτς κοινωνικής δικτύωσης μία προσπάθεια ακροδεξιών να προωθήσουν την ιδέα της δημιουργίας ομάδων «πολιτοφυλακής» που θα εκπαιδεύονται στη χρήση όπλων, επικαλούμενοι την αύξηση της εγκληματικότητας και ισχυριζόμενοι ότι θα κάνουν 24ωρες περιπολίες με όπλα για να διασφαλίζουν την τάξη, γνωστοποιώντας ότι κάνουν εκπαιδευτικές ασκήσεις στα βουνά και παραθέτοντας πληροφορίες προς όποιον ενδιαφέρεται να στρατολοηθεί στο χώρο. Δε χρειάζεται να ερευνήσει πολύ κανείς τις θέσεις αυτών των ομάδων, όπως προκύπτουν από τα κείμενά τους, για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για τους ίδιους φασίστες της Χρυσής Αυγής και άλλων ακροδεξιών συμμοριών. Καλούν σε συσπείρωση του «Πατριωτικού Χώρου», μιλούν για επικείμενη εξέγερση και εμφύλια σύρραξη, από την οποία θα ξεπηδήσουν αυτοί, ώστε να προφυλάξουν τη χώρα από το «χάος» που θα θελήσουν να προκαλέσουν «ακραίοι» χώροι. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι εκτός από τους μετανάστες, που φυσικά αποτελούν γι’αυτούς συλλήβδην εγκληματίες, στόχους τέτοιων ομάδων αναμένεται να αποτελέσουν και αριστεροί και αναρχικοί. Σε μπλογκ που προωθεί μία τέτοια κίνηση και που φυσικά αρνούμαι να παραθέσω, αναφέρεται ότι η Ελλάδα αποτελεί «Μέκκα των αναρχικών» οι οποίοι δε θα είναι μόνοι τους στη «Μεγάλη Αντεθνική Μάχη εναντίον Έθνους και Πατριωτών» όταν ξεσπάσει η μάχη, αλλά θα καραδοκούν «Ουτσεκάδες και Μουτζαχεντίν» για τους ενισχύσουν (!). Σύμφωνα με τα κείμενά τους, οι έφεδροι καταδρομείς θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι και καλούνται να ενισχύσουν το εγχείρημα ως εκπαιδευτές και ομαδάρχες, ενώ αλλού υποστηρίζουν ότι «πολιτικοί, υπουργοί, γραφειοκράτες, εφοριακοί, δικηγόροι, εισπρακτικές εταιρείες και τα τσιράκια τους οι δικαστικοί επιμελητές» θα αποτελέσουν στόχους στην εμφύλια σύρραξη που έρχεται. Άλλη ομάδα παρατηρεί ότι η Ελληνική Αστυνομία δε θα είναι σε θέση να διασφαλίσει την τάξη σε περίπτωση εξέγερσης και θα πρέπει να υπάρξει κάποιο συμπλήρωμα που θα εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιτών. Είναι εύκολο βέβαια να υποβαθμιστεί η σοβαρότητα τέτοιων φασιστικών απειλών, αν αγνοηθεί ο τρόπος με τον οποίο διάφορα μμε ευρείας κυκλοφορίας καλύπτουν το ζήτημα, αφού ακόμα κι αν τηρούν ουδέτερη στάση, ουσιαστικά διαφημίζουν αυτές τις ομάδες, ή αν παραβλεφθεί η προσπάθεια διάφορων πολιτικών σχολιαστών να υπερθεματίσουν ως προς την ατζέντα που προσπάθησε να καθορίσει ο Καρατζαφέρης, όπως ο ντορικός Τάκης Μίχας, ο Σούπερ Γκούφυ του φιλελευθερισμού που σε σημερινό του άρθρο έσπευσε να απαιτήσει η εκπαίδευση και η απόκτηση όπλου να επιδοτούνται από το δημόσιο, σε μια μάλλον περίεργη παρέκκλιση από τις αρχές του μικρότερου κράτους. Έχω την αίσθηση ότι ο τρόπος που τα μμε επιλέγουν το ένα πίσω από το άλλο να ασχοληθούν με το θέμα της οπλοκατοχής και της ασφάλειας, την ίδια στιγμή που η κοινοβουλευτική ακροδεξιά και ομάδες νεοναζί προσανατολίζονται στη συγκρότηση ένοπλων Ταγμάτων Εφόδου, δεν είναι καθόλου τυχαίος. Η διολίσθηση στο φασισμό αποτελεί ιστορικά επιλογή της αστικής εξουσίας που θεωρεί αφελώς ότι είναι σε θέση να ελέγξει ένα τέτοιο ρεύμα και να το εκμεταλλευτεί προς όφελός της, τσακίζοντας την εργατική τάξη, οπότε αν πρέπει να αναζητήσουμε τις ευθύνες για μια κατάσταση που τείνει να εκτροχιαστεί αμετάκλητα, θα ήταν μάλλον αφελές να κατηγορήσουμε αυτό το κράτος που γκετοποιεί γειτονιές και εκχωρεί σε συμμορίες δολοφόνων το δικαίωμα να παριστάνουν τους προστάτες του πολίτη, που υιοθετεί τον ακροδεξιό λόγο στο σύνολό του, που αβαντάρει το φασισμό με κάθε τρόπο. Το να εγκαλεί κανείς ένα κράτος που δε συλλαμβάνει νεοναζί μαχαιροβγάλτες είναι σα να ζητά από το κράτος να συλλάβει το παρακράτος. Μάλλον τις όποιες ευθύνες θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στους χώρους μας που είτε υποτίμησαν το ζήτημα και φοβήθηκαν να το αντιμετωπίσουν, η που έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι είναι δυνατό να τροποποιήσουν το λόγο τους επί το εθνικότερον για να αυξήσουν την απήχησή τους χωρίς να συμβάλλουν στη μετατόπιση της κοινής γνώμης όλο και δεξιότερα. Είναι πια άκρως επικίνδυνοι και εκτός τόπου και χρόνου οι τακτικισμοί αριστερών χώρων που φλερτάρουν με την πατριωτική δεξιά, όπως του κάθε Τσίπρα που διπλαρώνει εθνικοπατριώτες, ή καταντά να υιοθετεί λόγο περί Ελλήνων και λιγότερο Ελλήνων, πόσω μάλλον η στάση καιροσκόπων όπως ο Καζάκης, ο οποίος παρόλο που γνωρίζει πολύ καλά ότι οι μετανάστες δεν είναι τίποτα άλλο από κομμάτι της εργατικής τάξης που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται, δεν έχει πρόβλημα να συμβάλει στη στοχοποίησή τους, αντιλαμβανόμενους ότι μ’αυτό τον τρόπο έχει πολλούς, απογοητευμένους από τις ακατάσχετες κωλοτούμπες του ΛάΟΣ, ψηφοφόρους να μαζέψει στις τάξεις του αν παίξει τα χαρτιά του σωστά. Δεν υπάρχει πια χώρος για οπορτουνιστικές συμμαχίες και λαϊκίστικους βερμπαλισμούς που προκαλούν σύγχυση και αποκρύπτουν ότι ο πατριωτισμός και οι λαϊκοδεξιές προσεγγίσεις δίνουν ιδεολογικό άλλοθι σε ιδέες και πολιτικές που στρέφονται κατά της εργατικής τάξης. Το χειρότερο δε είναι ότι μάλλον η πολιτική αντιπαράθεση κι η μάχη για την αποδόμηση του φασισμού δεν είναι από μόνες τους ικανές να ανατρέψουν τον εκφασισμό της κοινωνίας και τη σύγκρουση που επιδιώκεται να προκληθεί όσο οι διάφορες φασιστικές ομάδες θα αυξάνουν την επιρροή τους. Οι φασίστες θα αναβαθμίζουν τη δράση τους κάθε φορά που αριστεροί και αναρχικοί, αντιφασίστες και δημοκράτες, τους αφήνουν χώρο στα πεζοδρόμια και στις πλατείες. Η ιδέα της εργατικής πολιτοφυλακής που έχει εγκαταλειφθεί από καιρό θα πρέπει να εξεταστεί και πάλι, με σύγχρονους όρους. Δε μιλάω φυσικά για ένοπλη σύρραξη με τους φασίστες, αλλά για ένα αντιφασιστικό κίνημα, οργανωμένο από την εργατική τάξη, που θα τους αφοπλίσει δια του πλήθους των ανθρώπων που θα το υποστηρίξουν, μια και ομολογουμένως οι αντιφασίστες είναι πολύ περισσότεροι από τα άτομα που συγκροτούν τις όποιες νεοναζιστικές συμμορίες. Χρειάζεται να γίνει σαφές ότι δεν είναι δυνατό να αναγνωρίζει η κοινωνία κανέναν αντιμνημονιακό και φιλολαϊκό ρόλο σε ακροδεξιούς που δεν κρύβουν καν ότι φιλοδοξούν να αποτελούν συμπλήρωμα της αστυνομικής καταστολής. Από την άλλη πλευρά, το να υπάρχουν περιοχές στις οποίες οποιοσδήποτε άνθρωπος αδυνατεί να κυκλοφορήσει αποτελεί αναγκαία συνθήκη για να δικαιολογούν την ύπαρξή τους τα όποια επίδοξα τάγματα εφόδου και να εξυπηρετούν τους σχεδιασμούς της εξουσίας με τη δράση τους, οπότε είναι επίσης σημαντικό να αναγνωριστεί ότι η γκετοποίηση και η ανθρωπιστική κρίση δημιουργούν όντως ζήτημα ασφάλειας για τους κατοίκους, για το οποίο πρέπει να υπάρξει λύση από τα κάτω -αφού το κράτος προφανώς δεν ενδιαφέρεται γι’αυτό- και απλώς οι λογικές καταστολής ή δίωξης εξαθλιωμένων ανθρώπων, ανεξαρτήτως εθνικότητας, όχι μόνο είναι απάνθρωπες και δε χωρούν σε ένα ανθρωπιστικό πρόβλημα για το οποίο υπεύθυνο είναι το κράτος, αλλά και δεν προσφέρουν τίποτα στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Ο φασισμός πρέπει και μπορεί να τσακιστεί μόνο από το εργατικό κίνημα, τώρα.
http://wp.me/p1pa1c-gtm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου