Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Η ανάπτυξη της ανισότητας και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί στη Σοβιετική Ένωση

Leon Trotsky

 Η ανάπτυξη της ανισότητας και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί στη Σοβιετική Ένωση (Ι) 

Αναδημοσίευση από το Praxis




1. Φτώχεια, Πολυτέλεια και Κερδοσκοπία



Ενώ είχε ξεκινήσει με τη «σοσιαλιστική διανομή», η σοβιετική εξουσία βρέθηκε υποχρεωμένη, το 1921, να ξαναγυρίσει στην αγορά. Η εξαιρετική έλλειψη υλικών μέσων την εποχή του πεντάχρονου πλάνου οδήγησε ξανά στην κρατική διανομή –δηλαδή, σε μια επανάληψη του πειράματος του «πολεμικού κομμουνισμού» σε μια ανώτερη βάση. Ωστόσο, και η βάση αυτή αποδείχτηκε ανεπαρκής. Tο σύστημα της σχεδιασμένης διανομής έδωσε ξανά, το 1935, τη θέση του στο εμπόριο. Έτσι, έγινε φανερό για δεύτερη φορά ότι οι εφαρμόσιμες μέθοδες διανομής εξαρτώνται περισσότερο από το επίπεδο της τεχνικής και τους υλικούς πόρους που υπάρχουν, παρά από τις μορφές ιδιοκτησίας.

Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας, ιδιαίτερα μέσα από την πληρωμή με το κομμάτι, υπόσχεται στο μέλλον μια αύξηση της μάζας των εμπορευμάτων, μια μείωση των τιμών, και, κατά συνέπεια, μια άνοδο του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού. Αλλά αυτό είναι η μια μόνο όψη του ζητήματος –μια όψη που έχει επίσης παρατηρηθεί μέσα στον καπιταλισμό στην εποχή της άνθησής του. Τα κοινωνικά φαινόμενα και προτσές πρέπει, ωστόσο, να τα παίρνουμε στις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις τους. Μια άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας πάνω στη βάση της εμπορευματικής κυκλοφορίας, σημαίνει ταυτόχρονα μια αύξηση της ανισότητας. Η άνοδος της ευημέριας του διευθυντικού στρώματος αρχίζει να ξεπερνάει κατά πολύ την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των μαζών. Δίπλα στην αύξηση του κρατικού πλούτου, προχωράει το προτσές μιας νέας κοινωνικής διαφοροποίησης.

Σύμφωνα με τους καθημερινoύς όρους ζωής, η σοβιετική κοινωνία χωρίζεται ήδη σε μια εξασφαλισμένη και προνομιούχα μειοψηφία, και μια πλειοψηφία που περνάει τη ζωή της μέσα στη φτώχεια. Επιπλέον, στις ακραίες της περιπτώσεις, αυτή η ανισότητα παίρνει το χαρακτήρα μιας απαίσιας αντιπαράθεσης. Τα προϊόντα που προορίζονται για πλατιά κυκλοφορία είναι, κατά κανόνα, παρά τις υψηλές τιμές τους, χαμηλής ποιότητας, και όσο πιο μακριά βρίσκεται κανείς από τα κέντρα, τόσο πιο δύσκολο είναι να τα αποκτήσει. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, όχι μόνο η κερδοσκοπία, αλλά και η άμεση κλοπή των αντικειμένων κατανάλωσης παίρνει ένα μαζικό χαρακτήρα. Και ενώ μέχρι χθες οι πράξεις αυτές συμπλήρωναν τη σχεδιασμένη διανομή, τώρα χρησιμεύουν σαν διορθωτικό στο σοβιετικό εμπόριο.

Οι «φίλοι» της Σοβιετικής Ένωσης έχουν την επαγγελματική συνήθεια να συλλέγουν εντυπώσεις με κλειστά τα μάτια τους και βουλωμένα τα αυτιά τους. Δεν μπορούμε να στηριχτούμε πάνω τους. Οι εχθροί συχνά προπαγανδίζουν μοχθηρές συκοφαντίες. Ας στραφούμε, λοιπόν, στην ίδια τη γραφειοκρατία. Αφού δεν είναι εχθρική τουλάχιστον στον εαυτό της, οι επίσημες αυτοκατηγορίες της, που πάντα προκαλούνται από κάποιου είδους επείγουσα πρακτική ανάγκη, αξίζουν πολύ μεγαλύτερης εμπιστοσύνης απ’ ότι οι πολύ συχνοί και ηχηροί έπαινοί της.

Το βιομηχανικό πλάνο του 1935, όπως είναι πολύ γνωστό, εκπληρώθηκε και με το παραπάνω. Αλλά στο ζήτημα της στέγασης, εκπληρώθηκε μόνο κατά 55,7%. Και, επιπλέον, η κατασκευή των σπιτιών για τους εργάτες προχώρησε περισσότερο αργά, περισσότερο κακά και περισσότερο ακατάστατα απ’ όλα τα άλλα. Όσο για τα μέλη των κολχόζ, αυτοί ζούνε όπως και πρώτα στις παλιές ίζμπες τους μαζί με τα μοσχάρια και τις κατσαρίδες τους. Από την άλλη, οι σοβιετικοί αξιωματούχοι παραπονούνται στον Τύπο ότι τα καινούρια σπίτια που έχουν κατασκευαστεί γι’ αυτούς, δεν διαθέτουν όλα «δωμάτια για τους οικιακούς εργάτες» –δηλαδή, για τους υπηρέτες.

Κάθε καθεστώς έχει τη μνημειακή αντανάκλασή του στα κτήρια και την αρχιτεκτονική. Χαρακτηριστικό της σημερινής σοβιετικής εποχής, είναι τα πολυάριθμα παλάτια και σπίτια των Σοβιέτ, γνήσιοι ναοί της γραφειοκρατίας που μερικές φορές κόστισαν δεκάδες εκατομμύρια ρούβλια, ακριβά θέατρα, σπίτια του Κόκκινου Στρατού –δηλαδή, στρατιωτικές λέσχες κυρίως για τους αξιωματικούς– πολυτελείς υπόγειους για κείνους που μπορούν να πληρώσουν, και, μαζί μ’ αυτά, μια εξαιρετική και αμετάβλητη καθυστέρηση στην κατασκευή των εργατικών κατοικιών ακόμα και των τύπων εκείνων που είναι σαν στρατώνες.

Στο ζήτημα της μεταφοράς κρατικών φορτίων με τους σιδηροδρόμους, έχει γίνει πραγματική πρόοδος. Αλλά το απλό σοβιετικό ανθρώπινο ον έχει κερδίσει πολύ λίγα απ’ αυτό. Αναρίθμητες διαταγές από τους επικεφαλής του Τμήματος Οδών και Επικοινωνιών, παραπονούνται για την ανθυγιεινή κατάσταση των βαγονιών και των επιβατικών σταθμών, για «το ανυπόφορο γεγονός της αδράνειας σε ότι αφορά την εξυπηρέτηση των επιβατών στο δρόμο», «τον μεγάλο αριθμό καταχρήσεων, κλοπών και απατών με τα σιδηροδρομικά εισιτήρια... την απόκρυψη των άδειων θέσεων και την κερδοσκοπία πάνω σ’ αυτές, τη δωροληψία... την κλοπή των αποσκευών στους σταθμούς και στο δρόμο». Τέτοια γεγονότα είναι «αίσχος για τη σοσιαλιστική μεταφορά»! Στην πραγματικότητα, αυτά είναι ποινικά αδικήματα στην καπιταλιστική μεταφορά. Τα συνεχή αυτά παράπονα του εύγλωττου διοικητή μαρτυρούν ως ένα βαθμό την εξαιρετική ανεπάρκεια των μεταφορικών μέσων για τον πληθυσμό, τις φοβερές συνθήκες κάτω από τις οποίες μεταφέρονται τα προϊόντα, και, τέλος, την κυνική αμέλεια των απλών θνητών από τη μεριά των αξιωματούχων των σιδηροδρόμων όπως και όλων των άλλων προσώπων στις αρχές. Η γραφειοκρατία είναι θαυμάσια ικανή να παρέχει υπηρεσίες στον εαυτό της στην ξηρά, το νερό και τον αέρα, όπως μαθαίνουμε από τον μεγάλο αριθμό των σοβιετικών βαγονιών πολυτελείας, των ειδικών τρένων και των ειδικών πλοίων –και αυτά ολοένα και πιο πολύ δίνουν τη θέση τους στα καλύτερα αυτοκίνητα και αεροπλάνα.

Χαρακτηρίζοντας τις επιτυχίες της σοβιετικής βιομηχανίας, ο πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του Λένινγκραντ, Ζντάνοφ, κάτω από τα χειροκροτήματα του άμεσα ενδιαφερόμενου ακροατηρίου του, υποσχέθηκε ότι σ’ ένα χρόνο «οι δραστήριοι εργάτες μας θα έρχονται για τη συνδιάσκεψη όχι με τα τωρινά μέτρια “Φορντ”, αλλά με λιμουζίνες». Η σοβιετική τεχνική, στο βαθμό που είναι στραμμένη προς το ανθρώπινο είδος, κατευθύνει τις προσπάθειές της κυρίως στο να ικανοποιήσει τις υψηλής κλάσης απαιτήσεις μιας εκλεκτής μειοψηφίας. Τα τραμ, όπου υπάρχουν, είναι όπως και πριν ασφυχτικά γεμάτα.

Όταν ο Επίτροπος του Λαού για τις Βιομηχανίες Τροφίμων, Μικογιάν, καυχιέται ότι τα κατώτερα ζαχαρώδη προϊόντα αντικαθιστούνται γρήγορα στην παραγωγή από ανώτερα, κι ότι «οι γυναίκες μας» απαιτούν λεπτά αρώματα, αυτό απλά σημαίνει ότι η βιομηχανία, με το πέρασμα στη νομισματική κυκλοφορία, προσαρμόζεται στον καταναλωτή ενός ανωτέρου επιπέδου. Τέτοιοι είναι οι νόμοι της αγοράς, στην οποία οι υψηλά ιστάμενες «σύζυγοι» οπωσδήποτε δεν καταλαμβάνουν την τελευταία θέση. Μαζί μ’ αυτό, γίνεται γνωστό ότι, το 1935, εξήντα οχτώ κοπερατίβες από τις ενενήντα πέντε που ερευνήθηκαν στην Ουκρανία, δεν είχαν καθόλου ζαχαρωτά, και ότι οι παραγγελίες για προϊόντα ζαχαροπλαστικής ικανοποιούνταν μόνο κατά 15 με 20 %, κι αυτό με μια πολύ χαμηλή ποιότητα αγαθών. «Τα εργοστάσια εργάζονται», παραπονιέται η «Ιζβέστιγια», «χωρίς να λαβαίνουν υπόψη τους τις απαιτήσεις του καταναλωτή». Φυσικά, αν αυτός ο καταναλωτής δεν είναι απ’ αυτούς που μπορούν να τα βολέψουν μόνοι τους.

Ο καθηγητής Μπαχ, που πλησιάζει το ζήτημα από την άποψη της οργανικής χημείας, βρίσκει πως «το ψωμί μας είναι μερικές φορές αφόρητα κακό». Ο εργαζόμενος άντρας και η εργαζόμενη γυναίκα, αν και δεν γνωρίζουν τα μυστήρια της μαγιάς και της ζύμωσής της, κάνουν ακριβώς την ίδια σκέψη. Αντίθετα, όμως, από τον αξιότιμο καθηγητή, αυτοί δεν έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν την εκτίμησή τους, μέσα από τις σελίδες του Τύπου.

Στη Μόσχα, το τραστ ενδυμάτων διαφημίζει διάφορες μόδες από μεταξωτά φορέματα, σχεδιασμένα από τον ειδικό «οίκο μόδας». Στην επαρχία, ακόμα και στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις, οι εργάτες, όπως και πριν, δεν μπορούν να αποκτήσουν ένα βαμβακερό πουκάμισο, χωρίς να σταθούν στη γραμμή και να υποβληθούν σε άλλες ταλαιπωρίες: δεν υπάρχουν αρκετά! Είναι πολύ πιο δύσκολο να ικανοποιήσει κανείς τις ανάγκες των πολλών, παρά να προσφέρει την πολυτέλεια σε λίγους. Ολόκληρη η ιστορία το επιβεβαιώνει αυτό.

Απαριθμώντας τα επιτεύγματά του, ο Μικογιάν μας πληροφορεί: «Η βιομηχανία της μαργαρίνης είναι καινούρια». Η αλήθεια είναι ότι αυτή η βιομηχανία δεν υπήρχε στο παλιό καθεστώς. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να βιαστούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η κατάσταση έχει γίνει χειρότερη απ’ ότι ήταν επί τσάρου. Ούτε κι εκείνη την εποχή έβλεπαν οι άνθρωποι βούτυρο. Αλλά η εμφάνιση ενός υποκατάστατου σημαίνει τουλάχιστον πως στη Σοβιετική Ένωση υπάρχουν δύο κατηγορίες καταναλωτών: η μια προτιμάει το βούτυρο, η άλλη την βγάζει με μαργαρίνη. «Προμηθεύουμε άφθονη “μαχόρκα” σ’ όσους την έχουν ανάγκη», κομπάζει επίσης ο Μικογιάν. Ξεχνάει να προσθέσει ότι ούτε η Ευρώπη ούτε η Αμερική έχουν ποτέ δει χαμηλότερη ποιότητα καπνού από τη «μαχόρκα»!

Μια από τις πιο χτυπητές, για να μην πω προκλητικές, εκδηλώσεις της ανισότητας, είναι το άνοιγμα στη Μόσχα και στις άλλες μεγάλες πόλεις ειδικών καταστημάτων με ανώτερης ποιότητας αντικείμενα με την πολύ εκφραστική, αν και όχι πολύ ρώσικη, επωνυμία «Λουξ». Την ίδια στιγμή, τα χωρίς τέλος παράπονα για μαζικές κλοπές από τα καταστήματα τροφίμων της Μόσχας και της επαρχίας, σημαίνουν ότι τα τρόφιμα είναι επαρκή μονάχα για τη μειοψηφία, αν και ο καθένας θα ήθελε να έχει κάτι να φάει.

Η εργάτρια-μητέρα έχει τη δική της άποψη για το κοινωνικό καθεστώς, και το κριτήριό της σαν «καταναλωτής», όπως περιφρονητικά το εκφράζει ο αξιωματούχος –που παρεμπιπτόντως είναι πολύ προσεκτικός όσον αφορά τη δικιά του κατανάλωση– είναι σε τελευταία ανάλυση αποφασιστικό. Στη σύγκρουση ανάμεσα στην εργαζόμενη γυναίκα και τη γραφειοκρατία, ο Μαρξ και ο Λένιν, και εμείς μαζί τους, στεκόμαστε στο πλευρό της εργαζόμενης γυναίκας. Στεκόμαστε ενάντια στο γραφειοκράτη, που εξογκώνει τα επιτεύγματά του, συσκοτίζει τις αντιφάσεις, και πιάνει την εργαζόμενη γυναίκα από το λαιμό για να μην κάνει κριτική.

Να δεχτούμε ότι η μαργαρίνη και η «μαχόρκα» είναι, δυστυχώς, σήμερα μια αναγκαιότητα. Είναι, όμως, ανώφελο να καυχιέται κανείς και να στολίζει την πραγματικότητα. Λιμουζίνες για τους «ακτιβιστές μας» και λεπτά αρώματα για τις «γυναίκες μας», μαργαρίνη για τους εργάτες, καταστήματα «Λουξ» για τους ευγενείς, ματιές στις λιχουδιές που έχουν οι βιτρίνες των μαγαζιών για τους πληβείους –ένας τέτοιος σοσιαλισμός δεν μπορεί παρά να φαίνεται στις μάζες σαν ένας καπιταλισμός με νέα όψη, και δεν έχουν και πολύ άδικο. Πάνω σε μια βάση «γενικευμένης έλλειψης αγαθών», ο αγώνας για τα μέσα συντήρησης απειλεί να αναστήσει «όλο τον παλιό κυκεώνα» και ενμέρει τον ανασταίνει σε κάθε βήμα.

* * * *



Οι σημερινές σχέσεις αγοράς διαφέρουν από τις σχέσεις στην περίοδο της ΝΕΠ (1921-28) στο ότι υποτίθεται ότι αναπτύσσονται άμεσα, χωρίς τον μεσάζοντα και τον ιδιώτη έμπορο, ανάμεσα στις οργανώσεις των κρατικών κοπερατίβων και των κολχόζ και τον μεμονωμένο πολίτη. Ωστόσο, αυτό είναι σωστό μόνο καταρχήν. Ο γοργά αναπτυσσόμενος τζίρος στο λιανικό εμπόριο, τόσο το κρατικό όσο και των κοπερατίβων, θα έπρεπε το 1936, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, να φθάσει τα εκατό δισεκατομμύρια ρούβλια. Ο τζίρος στο εμπόριο των κολχόζ, που το 1935 ανέβηκε στα δεκαέξι δισεκατομμύρια ρούβλια, πρόκειται να μεγαλώσει σημαντικά στη διάρκεια αυτού του χρόνου. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ποια θέση –το λιγότερο μια σημαντική θέση!– θα καταλάβουν οι παράνομοι και μισοπαράνομοι μεσάζοντες, τόσο μέσα σ’ αυτόν τον τζίρο όσο και δίπλα σ’ αυτόν. Όχι μονάχα οι ιδιώτες αγρότες, αλλά και τα κολχόζ, και ιδιαίτερα τα μέλη των κολχόζ σαν άτομα, έχουν μια έντονη τάση να καταφεύγουν στον μεσάζοντα.

Τον ίδιο δρόμο ακολουθούν οι εργάτες της οικοτεχνίας, της κοπερατίβας, και των τοπικών βιομηχανιών που συναλλάζονται με τους αγρότες. Από καιρό σε καιρό, απροσδόκητα διαδίδεται ότι το εμπόριο στο κρέας, το βούτυρο ή τα αυγά σε μια μεγάλη περιοχή, έχει πέσει στα χέρια των «κερδοσκόπων». Ακόμα και τα πιο απαραίτητα είδη καθημερινής χρήσης, όπως το αλάτι, τα σπίρτα, το αλεύρι, η κηροζίνη, αν και υπάρχουν στις κρατικές αποθήκες σε αρκετές ποσότητες, λείπουν για βδομάδες και μήνες από τις γραφειοκρατικοποιημένες αγροτικές κοπερατίβες. Είναι καθαρό ότι οι αγρότες θα προμηθευτούν τα αγαθά που χρειάζονται μέσα από άλλους δρόμους. Ο σοβιετικός Τύπος μιλάει συχνά για τον κομπιναδόρο-μεσάζοντα σαν να ήταν κάτι δοσμένο.

Όσο για τις άλλες μορφές ιδιωτικής επιχείρησης και συσσώρευσης, αυτές παίζουν, φαίνεται, μικρότερο ρόλο. Οι ανεξάρτητοι αμαξάδες, χανιτζήδες, μεμονωμένοι τεχνίτες, είναι, όπως και οι ανεξάρτητοι αγρότες, επαγγέλματα που τα μισοανέχονται. Στην ίδια τη Μόσχα υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μικρών ιδιωτικών επιχειρήσεων και μαγαζιών για επιδιορθώσεις. Κλείνουν τα μάτια στην ύπαρξή τους, γιατί καλύπτουν σημαντικά κενά στην οικονομία. Ένας ασύγκριτα μεγαλύτερος αριθμός από ιδιώτες επιχειρηματίες, δουλεύουν, ωστόσο, κάτω από την ψεύτικη ταμπέλα συνεταιρισμών και κοπερατίβων κάθε είδους, ή κρύβονται κάτω από τη στέγη των κολχόζ –σαν να έχουν τον ιδιαίτερο σκοπό να δώσουν έμφαση στα ρήγματα της σχεδιασμένης οικονομίας. Οι άνδρες της Ασφάλειας στη Μόσχα, από καιρό σε καιρό, συλλαμβάνουν, με τον χαρακτηρισμό του μοχθηρού κερδοσκόπου, πεινασμένες γυναίκες που πουλάνε στο δρόμο μπερέδες ή βαμβακερά πουκάμισα που έφτιαξαν μόνες τους στο σπίτι.

«Η βάση της κερδοσκοπίας στη χώρα μας έχει καταστραφεί», διακήρυξε ο Στάλιν το φθινόπωρο του 1935, «και αν, παρόλα αυτά, έχουμε κερδοσκόπους, αυτό μπορεί να εξηγηθεί από ένα μονάχα γεγονός: την έλλειψη ταξικής επαγρύπνησης και μια φιλελεύθερη στάση προς τους κερδοσκόπους στους διάφορους κρίκους του σοβιετικού μηχανισμού». Ένα ιδεωδώς καθαρό δημιούργημα γραφειοκρατικής σκέψης! Η οικονομική βάση της κερδοσκοπίας έχει καταστραφεί; Μα τότε δεν υπάρχει ανάγκη για καμιά επαγρύπνηση. Αν το κράτος μπορούσε, για παράδειγμα, να εγγυηθεί στον πληθυσμό μια σημαντική ποσότητα φτηνών σκούφων, δεν θα υπήρχε η ανάγκη να συλλαμβάνουν τις άτυχες αυτές γυναίκες που κάνουν εμπόριο στο δρόμο. Είναι, βέβαια, αμφίβολο, αν και τώρα υπάρχει τέτοια ανάγκη.

Από μόνος του, ο αριθμός των ιδιωτών εμπόρων που αναφέραμε και πιο πάνω, όπως και το μέγεθος της επιχείρησής τους, δεν είναι ανησυχητικά. Δεν μπορείς πραγματικά να φοβάσαι μια επίθεση των οδηγών των κάρων, των εμπόρων μπερέδων, των ρολογάδων και των εμπόρων αυγών, ενάντια στα κάστρα της κρατικής ιδιοκτησίας! Αλλά το ζήτημα, όμως, δεν αποφασίζεται από γυμνούς αριθμητικούς αλληλοσυσχετισμoύς. Η αφθονία και η ποικιλία των κερδοσκόπων που έρχεται στην επιφάνεια με το παραμικρό σημάδι διοικητικής αδυναμίας, μαρτυράνε, όπως τα εξανθήματα τον πυρετό, τη διαρκή πίεση των μικροαστικών τάσεων. Το πόσο μεγάλο κίνδυνο για το σοσιαλιστικό μέλλον αντιπροσωπεύει ο βάκιλος της κερδοσκοπίας, αυτό καθορίζεται ολοκληρωτικά από τη γενική δύναμη αντίστασης του οικονομικού και πολιτικού οργανισμού της χώρας.

Η διάθεση και η συμπεριφορά των απλών εργατών και των αγροτών των κολχόζ –δηλαδή, του 90 % περίπου του πληθυσμού– καθορίζεται κυρίως από τις αλλαγές στους δικούς τους πραγματικούς μισθούς. Αλλά δεν πρέπει να δοθεί μικρότερη σημασία στη σχέση ανάμεσα στο εισόδημά τους και το εισόδημα των στρωμάτων που είναι σε πλεονεκτικότερη θέση. Ο νόμος της σχετικότητας διακηρύσσει την ύπαρξή του πιο άμεσα στο πεδίο της ανθρώπινης κατανάλωσης! Η μετάφραση όλων των κοινωνικών σχέσεων στη γλώσσα του νομισματικού υπολογισμού, θα αποκαλύψει πέρα για πέρα, το πραγματικό μερίδιο που απολαμβάνουν από το εθνικό εισόδημα τα διάφορα στρώματα της κοινωνίας. Ακόμα και όταν καταλαβαίνουμε την ιστορική αναγκαιότητα της ανισότητας για μια παρατεταμένη περίοδο, τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά για τα επιτρεπτά όριά της και για την κοινωνική της σκοπιμότητα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο αναπόφευκτος αγώνας για ένα μερίδιο του εθνικού εισοδήματος, γίνεται αναγκαία ένας πολιτικός αγώνας. Το ζήτημα αν η σημερινή δομή είναι σοσιαλιστική ή όχι, θα αποφασιστεί, όχι από τα σοφίσματα της γραφειοκρατίας, αλλά από τη στάση απέναντι σ’ αυτή τη δομή των ίδιων των μαζών –δηλαδή, των εργατών της βιομηχανίας και των αγροτών των κολχόζ.



2. Η Διαφοροποίηση του Προλεταριάτου



Θα νόμιζε κανείς ότι σε ένα εργατικό κράτος θα μελετούσαν με ιδιαίτερη φροντίδα τα στοιχεία για τους πραγματικούς μισθούς –ότι πραγματικά όλες οι στατιστικές για το εισόδημα, σύμφωνα με τις διάφορες κατηγορίες του πληθυσμού, θα ήταν προσιτές σε όλους και θα διακρίνονταν από την πλήρη σαφήνειά τους. Στην πραγματικότητα, όλο αυτό το ζήτημα, που αγγίζει τα πιο ζωτικά συμφέροντα των εργαζόμενων, περιβάλλεται από ένα αδιαπέραστο πέπλο. Ο προϋπολογισμός της εργατικής οικογένειας στη Σοβιετική Ένωση, όσο κι αν αυτό φαίνεται απίστευτο, είναι ασύγκριτα πιο αινιγματικός για τον ερευνητή απ’ ότι είναι σε οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα. Μάταια προσπαθήσαμε να χαράξουμε την καμπύλη των πραγματικών μισθών των διαφόρων κατηγοριών της εργατικής τάξης, ακόμα και για την περίοδο του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου. Η επίμονη σιωπή των πηγών και των αρχών πάνω σ’ αυτό το ζήτημα είναι τόσο εύγλωττη όσο ο στόμφος τους για τα χωρίς νόημα σύνολα.

Σύμφωνα με την αναφορά του Επιτρόπου για τη Βαριά Βιομηχανία, Ορτζονικίτζε, η μηνιάτικη παραγωγή του εργάτη ανέβηκε, στη διάρκεια της δεκαετίας 1925-1935, περίπου 3,2 φορές και οι μισθοί σε χρήμα 4,5 φορές. Πόσο μέρος του τόσο εντυπωσιακού αυτού αριθμού καταβροχθίζεται από τους ειδικούς στα ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης –και πράγμα όχι λιγότερο σπουδαίο, ποια είναι η έκφραση του ονομαστικού αυτού ποσού σε πραγματικές αξίες– για όλα αυτά δεν βρίσκουμε τίποτε ούτε στην αναφορά ούτε στα σχόλια του Τύπου. Σε ένα συνέδριο της σοβιετικής Νεολαίας, τον Απρίλη του 1936, ο γραμματέας της Κομσομόλ, Κοσάροφ, δήλωσε: «Από το Γενάρη του 1931 μέχρι το Δεκέμβρη του 1935, οι μισθοί της νεολαίας ανέβηκαν 340%». Αλλά, ακόμα κι ανάμεσα στους προσεκτικά διαλεγμένους αυτούς νεαρούς με τα παράσημα, τους γενναιόδωρους σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα, στους οποίους απευθυνόταν, η μεγαλόστομη αυτή δήλωση δεν προκάλεσε ούτε ένα χειροκρότημα. Οι ακροατές, το ίδιο όπως και ο ρήτορας, ξέρανε πολύ καλά ότι η απότομη αλλαγή στις τιμές της αγοράς είχε ρίξει την υλική κατάσταση της κύριας μάζας των εργατών.

Αν βάλεις μαζί το διευθυντή ενός τραστ και μια παραδουλεύτρα, ο «μέσος» ετήσιος μισθός κατά άτομο ήταν περίπου 2.300 ρούβλια το 1935, και επρόκειτο να φθάσει στα 2.500 περίπου ρούβλια το 1936 –δηλαδή, ονομαστικά, 7.500 γαλλικά φράγκα, αν και σε πραγματική αγοραστική δύναμη ήταν περίπου 3.500 με 4.000 φράγκα. Αυτός ο αριθμός, από μόνος του πολύ μέτριος, κατεβαίνει ακόμα χαμηλότερα αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η άνοδος των μισθών το 1936 είναι μια μερική μόνο αποζημίωση για την κατάργηση των ειδικών τιμών στα είδη κατανάλωσης, και την κατάργηση μιας σειράς δωρεάν υπηρεσιών. Αλλά το κύριο ζήτημα είναι ότι 2.500 ρούβλια το χρόνο, ή 208 ρούβλια το μήνα, είναι, όπως είπαμε, η μέση πληρωμή –δηλαδή, ένας φανταστικός αριθμός που ο λόγος ύπαρξής του είναι να καλύπτει την πραγματική και σκληρή ανισότητα στην πληρωμή της εργασίας.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η κατάσταση του ανώτερου στρώματος των εργατών, ιδιαίτερα των λεγόμενων σταχανοβικών, έχει καλυτερέψει σημαντικά στη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου. Δεν είναι χωρίς βάση οι λίστες που με ζήλο αναφέρει ο Τύπος, για τον αριθμό των κοστουμιών, των παπουτσιών, των γραμμοφώνων, των ποδηλάτων, ή των βάζων με κομπόστες που τούτος ή εκείνος ο παρασημοφορημένος εργάτης έχει αγοράσει για τον εαυτό του. Με την ευκαιρία αυτή γίνεται καθαρό πόσο λίγο είναι εφικτά στον απλό εργάτη αυτά τα αγαθά. Μιλώντας για τα προωθητικά κίνητρα του σταχανοβικού κινήματος, ο Στάλιν διακήρυξε: «Η ζωή έχει γίνει πιο εύκολη, η ζωή έχει γίνει πιο ευτυχής, και όταν η ζωή είναι ευτυχισμένη, τότε η δουλειά γίνεται γρήγορα».

Μέσα στην αισιόδοξη, ωραιοποιημένη παρουσίαση του συστήματος πληρωμής με το κομμάτι, που είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κυρίαρχου στρώματος, υπάρχει αυτό το κομματάκι της πεζής αλήθειας: ότι ο σχηματισμός μιας εργατικής αριστοκρατίας έχει αποδειχτεί δυνατός μονάχα χάρη στις προηγούμενες οικονομικές επιτυχίες της χώρας. Η κινητήρια δύναμη των σταχανοβικών δεν είναι, ωστόσο, η «ευτυχισμένη» διάθεσή τους, αλλά η επιθυμία τους να κερδίσουν περισσότερα χρήματα. Ο Μόλοτοφ έκανε την παρακάτω διόρθωση στα λόγια του Στάλιν: «Η άμεση ώθηση για υψηλή παραγωγικότητα από τη μεριά των σταχανοβικών είναι το απλό ενδιαφέρον τους να μεγαλώσουν το ποσό που κερδίζουν». Αυτή είναι η αλήθεια. Μέσα σε μια πορεία μερικών μηνών, εμφανίστηκε ένα ολόκληρο στρώμα εργατών που τους ονόμαζαν «ανθρώπους του χιλιάρικου», μια και το εισόδημά τους ξεπερνούσε τα χίλια ρούβλια το μήνα. Υπάρχουν άλλοι που κερδίζουν πάνω από δυο χιλιάδες ρούβλια το μήνα, ενώ οι εργάτες των κατώτερων κατηγοριών συχνά παίρνουν λιγότερα από εκατό.

Θα φαινόταν ότι και μόνο αυτή η διαφορά στους μισθούς, εγκαθιδρύει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στους «πλούσιους» και τους «μη πλούσιους» εργάτες. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για τη γραφειοκρατία. Κυριολεκτικά βομβαρδίζουν με προνόμια τους σταχανοβικούς. Τους επισκευάζουν τα διαμερίσματά τους ή τους δίνουν καινούρια. Τους στέλνουν χωρίς να έχουν σειρά σε αναπαυτήρια και σε σανατόρια. Στέλνουν δωρεάν δασκάλους και γιατρούς στα σπίτια τους. Τους δίνουν δωρεάν εισιτήρια για τον κινηματογράφο. Σε μερικά μέρη τους κόβουν τα μαλλιά και τους ξυρίζουν χωρίς να είναι η σειρά τους. Πολλά απ’ αυτά τα προνόμια φαίνεται να είναι σκόπιμα υπολογισμένα για να προσβάλουν και να πληγώνουν τον μέσο εργάτη.

Η αιτία της ανιαρής αυτής καλής θέλησης από τη μεριά των αρχών, είναι, πέρα από τον καριερισμό, η ταραγμένη συνείδηση. Οι τοπικές κυρίαρχες ομάδες αρπάζουν με ζήλο την ευκαιρία να ξεφύγουν από την απομόνωσή τους, επιτρέποντας στο ανώτερο στρώμα των εργατών να συμμετάσχει στα προνόμιά τους. Σαν αποτέλεσμα, οι πραγματικές απολαβές των σταχανοβικών συχνά ξεπερνούν είκοσι και τριάντα φορές τις απολαβές των πιο χαμηλά αμειβόμενων εργατών. Και σ’ ότι αφορά τους ιδιαίτερα τυχερούς ειδικούς, οι μισθοί τους σε πολλές περιπτώσεις φθάνουν για να πληρωθεί η δουλεία ογδόντα με εκατό ανειδίκευτων εργατών. Στο επίπεδο της ανισότητας της πληρωμής της εργασίας, η Σοβιετική Ένωση όχι μονάχα έχει φθάσει, αλλά και έχει κατά πολύ ξεπεράσει τις καπιταλιστικές χώρες!

Τα καλύτερα στοιχεία από τους σταχανοβικούς, εκείνοι που πραγματικά ωθούνται από σοσιαλιστικά κίνητρα, όχι μόνο δεν είναι ευτυχισμένοι, αλλά και ενοχλούνται από τα προνόμια τους. Και δεν είναι να απορεί κανείς γι’ αυτό. Η ατομική απόλαυση κάθε είδους υλικού αγαθού σ’ ένα φόντο γενικής έλλειψης, τους περιβάλει μ’ έναν κύκλο φθόνου και εχθρότητας, και δηλητηριάζει την ύπαρξή τους. Οι σχέσεις αυτού του είδους βρίσκονται πιο μακριά από τη σοσιαλιστική ηθική, από ότι οι σχέσεις των εργατών ενός καπιταλιστικού εργοστασίου, που είναι ενωμένοι στην πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση.

Παρόλα αυτά, η καθημερινή ζωή δεν είναι εύκολη ακόμα και για τον ειδικευμένο εργάτη –ιδιαίτερα στην επαρχία. Πέρα από το γεγονός ότι η εφτάωρη εργάσιμη μέρα θυσιάζεται ολοένα και περισσότερο στη μεγαλύτερη παραγωγικότητα, ο αριθμός των ωρών που ξοδεύεται σε έναν συμπληρωματικό αγώνα για την ύπαρξη δεν είναι μικρότερος. Σαν ένα δείγμα της ιδιαίτερης ευημερίας των καλύτερων εργατών στα σοβχόζ, παρουσιάζουν, για παράδειγμα, το γεγονός ότι οι οδηγοί των τρακτέρ, οι χειριστές των σύνθετων μηχανημάτων κτλ. –μια ήδη διαβόητη αριστοκρατία– έχουν τις δικές τους αγελάδες και χοίρους.

Η θεωρία ότι ο σοσιαλισμός χωρίς γάλα είναι καλύτερος από το γάλα χωρίς το σοσιαλισμό, έχει εγκαταλειφθεί. Τώρα αναγνωρίζεται ότι οι εργάτες στα σοβχόζ, όπου φαίνεται δεν υπάρχει έλλειψη ούτε από αγελάδες ούτε από χοίρους, είναι αναγκασμένοι, για να εξασφαλίσουν την συντήρησή τους, να δημιουργήσουν τις δικές τους μικροσκοπικές οικονομίες. Δεν είναι λιγότερο χτυπητή η θριαμβευτική ανακοίνωση ότι στο Χάρκοβο 96.000 εργάτες έχουν τους δικούς τους κήπους –με αυτό προκαλούν τις άλλες πόλεις να συναγωνιστούν το Χάρκοβο. Τι τρομερή σπατάλη ανθρώπινης δύναμης κρύβεται πίσω από τα λόγια «η δικιά του αγελάδα» και «ο δικός του κήπος» και τι βάρος μεσαιωνικού σκαψίματος στην κοπριά και στο χώμα φορτώνουν πάνω στον εργάτη, και ακόμα περισσότερο πάνω στη γυναίκα και στα παιδιά του!

Όσον αφορά τις πλατιές μάζες, αυτές, βέβαια, δεν έχουν ούτε αγελάδες ούτε κήπους, και, σε μεγάλο βαθμό, ούτε και δικά τους σπίτια. Ο μισθός των ανειδίκευτων εργατών είναι 1.200 με 1.500 ρούβλια το χρόνο, κι ακόμα λιγότερα –πράγμα που για τις σοβιετικές τιμές σημαίνει κατάσταση εξαθλίωσης. Οι συνθήκες ζωής, ο πιο αξιόπιστος δείκτης του υλικού και πολιτιστικού επιπέδου, είναι εξαιρετικά άσχημες, συχνά ανυπόφορες. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών συνωστίζονται σε κοινά κτήρια, που από ανέσεις και συντήρηση είναι πολύ χειρότερα από τους στρατώνες.

Όταν έχει ανάγκη να δικαιολογήσει τις αποτυχίες στη βιομηχανία, τις αδικαιολόγητες απουσίες και τα άχρηστα προϊόντα, η διοίκηση η ίδια, με τους δημοσιογράφους της, δίνει την παρακάτω εικόνα για τις συνθήκες ζωής: «Οι εργάτες κοιμούνται στο πάτωμα, επειδή στα κρεβάτια τούς τρώνε οι κοριοί. Οι καρέκλες είναι σπασμένες. Δεν υπάρχουν κούπες για να πιουν νερό κτλ.». «Δύο οικογένειες ζουν σε ένα δωμάτιο. Η στέγη στάζει. Όταν βρέχει, βγάζουν το νερό από το δωμάτιο με τους κουβάδες». «Τα αποχωρητήρια είναι σε απαίσια κατάσταση». Αυτές οι περιγραφές, που αναφέρονται σε διάφορα μέρη της χώρας, μπορούν να συνεχιστούν χωρίς τελειωμό. Σαν αποτέλεσμα των ανυπόφορων αυτών συνθηκών «η ρευστότητα της εργασίας» –γράφει, λόγου χάρη, ο επικεφαλής της βιομηχανίας πετρελαίου– «έχει φτάσει σε πολύ υψηλό βαθμό». «...Λόγω της έλλειψης εργατών, ένας μεγάλος αριθμός από πηγάδια έχει εντελώς εγκαταλειφτεί». Υπάρχουν ορισμένες περιοχές με ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, όπου, μόνο εκείνοι που έχουν τιμωρηθεί ή απολυθεί από άλλα μέρη για διάφορες παραβιάσεις της πειθαρχίας, δέχονται να δουλέψουν. Έτσι, μέσα στο προλεταριάτο, σαν κατακάθι, συσσωρεύεται ένα στρώμα από απόβλητους σοβιετικούς παρίες, που δεν έχουν κανένα δικαίωμα, και που, παρόλα αυτά, ένας τόσο σπουδαίος κλάδος της βιομηχανίας, όπως είναι η παραγωγή πετρελαίου, είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί.

Σαν αποτέλεσμα των απαίσιων αυτών διαφορών στους μισθούς, που πάνε μαζί με τα αυθαίρετα προνόμια, η γραφειοκρατία έχει καταφέρει να μπάσει μέσα στο προλεταριάτο οξύτατους ανταγωνισμούς. Οι περιγραφές της καμπάνιας για τους σταχανοβικούς, παρουσίαζαν μερικές φορές την εικόνα ενός μικρού εμφυλίου πολέμου. «Το σπάσιμο και η καταστροφή των μηχανημάτων είναι η αγαπημένη (!) μέθοδος πάλης ενάντια στο σταχανοβικό κίνημα», έγραφε, για παράδειγμα, το όργανο των συνδικάτων. «Η ταξική πάλη», διαβάζουμε παρακάτω, «γίνεται αισθητή σε κάθε βήμα». Σ’ αυτή την «ταξική» πάλη, οι εργάτες βρίσκονται στη μια πλευρά, τα συνδικάτα στην άλλη. Ο Στάλιν υπόδειξε δημόσια «να σπάσουνε τα μούτρα» σ’ αυτούς που αντιστέκονται. Και άλλα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, απείλησαν, περισσότερο από μια φορά, ότι θα εξαφανίσουν τον «αυθάδη εχθρό» από το πρόσωπο της γης. Η εμπειρία από το κίνημα των σταχανοβικών έχει κάνει ιδιαίτερα καθαρή τη βαθιά αποξένωση των αρχών από το προλεταριάτο, και τη λυσσασμένοι επιμονή με την οποία η γραφειοκρατία εφαρμόζει την αρχή –που, η αλήθεια είναι, ότι δεν την ανακάλυψε αυτή: «Διαίρει και βασίλευε!». Επιπλέον, για να παρηγορήσει τους εργάτες, ονόμασε «σοσιαλιστική άμιλλα» την καταναγκαστική αυτή δουλειά με το κομμάτι. Το όνομα ακούγεται σαν κοροϊδία!

Η άμιλλα, που οι ρίζες της βρίσκονται στη βιολογική μας κληρονομιά, αφού θα έχει καθαριστεί από την απληστία, το φθόνο και τα προνόμια, θα παραμείνει αναμφίβολα η πιο σπουδαία κινητήρια δύναμη του πολιτισμού και στον κομμουνισμό. Αλλά στην πιο κοντινή, προπαρασκευαστική εποχή, η πραγματική εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας μπορεί και θα κατορθωθεί, όχι με τα εξευτελιστικά μέτρα ενός καθυστερημένου καπιταλισμού στα οποία καταφεύγει η σοβιετική κυβέρνηση, αλλά με μέθοδες που ταιριάζουν περισσότερο σε μια απελευθερωμένη ανθρωπότητα –και πάνω απ’ όλα όχι κάτω από το μαστίγιο μιας γραφειοκρατίας. Γιατί ακριβώς αυτό το μαστίγιο είναι η πιο αποκρουστική κληρονομιά από τον παλιό κόσμο. Θα πρέπει να το κάνεις κομματάκια και να το κάψεις σε δημόσια πυρά, πριν μιλήσεις για σοσιαλισμό χωρίς να κοκκινίσεις.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του Τρότσκι Η Προδομένη Επανάσταση.


Πηγή: marxistbooks

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου