Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Μαθήματα από την πάλη ενάντια στο φασισμό

Σχόλιο του Παραναγνώστη
                                             Από την εποχή των πλατειών και του Συντάγματος, είχε παρατηρηθεί η ανάπτυξη δεξιόστροφων αρχικά και αργότερα ανοιχτά εθνικιστικών ομάδων. Τα μετέπειτα γεγονότα των παρελάσεων και ιδιαιτέρως το τελευταίο της Ρόδου έρχονται να ενισχύσουν αυτό το κλίμα. Οι φωνές που προειδοποιούν για το φασιστικό  κίνδυνο, πνίγονται από την αβελτηρία της ρεφορμιστικής - κοινοβουλευτικής αριστεράς. Το μεν ΚΚΕ ούτως ή άλλως είχε το εθνικιστικό του φλερτ (Ζουράρις, Κανέλλη) και αμελεί συστηματικά το φασιστικό κίνδυνο, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να τους δίνει τον από μικροφώνου λόγο στη Χαλυβουργία,  ο δε Σύριζα, παρότι σαφώς πιο προϊδεασμένος, βυθίζεται όλο και περισσότερο τον κοινοβουλευτικό του κρετινισμό, μη διστάζοντας να χαϊδέψει δια του Τσίπρα και εθνικιστικά αυτιά. Μια εθνικιστική ψήφος γαρ, έχει το ίδιο ακριβώς βάρος με μια οποιαδήποτε άλλη. Αλλά η ιστορία δεν σκοτίζεται και πολύ για τις κοινοβουλευτικές ψήφους!
Επειδή λοιπόν η ιστορία διδάσκει, ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε και επειδή οι πολιτικές σοφίες των ρεφορμιστών δεν είναι καινούργιες αναδημοσιεύουμε ένα πολύ επίκαιρο, αν και είδε το φως της δημοσιότητας το καλοκαίρι του 2001, άρθρο της εφημερίδας «Εργατική Εξουσία» (Νο 48 και 49) για να παρακολουθήσουμε την τύχη τέτοιων απόψεων σε προηγούμενες ιστορικές στιγμές.




                              Σε όλη την Ευρώπη οι φασίστες τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να σηκώσουν κεφάλι. Σε Αυστρία και Ιταλία τα κόμματα των Χάιντερ και Φίνι αντίστοιχα συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Στη Γαλλία ο Λεπέν διατηρεί υπολογίσιμα εκλογικά ποσοστά. Στη Βρετανία οι πρόσφατες επιτυχίες των φασιστών στις δημοτικές εκλογές τους αποθράσυναν τόσο, ώστε προσπαθούν να οργανώσουν πογκρόμ κατά μεταναστών.

Ο ιστορικός ρόλος του φασισμού – δημοκρατία και φασισμός
 Όσο η αστική κοινωνία βουλιάζει μέσα στην οικονομική κρίση, τόσο περισσότερο οι καπιταλιστές κατανοούν ότι δεν μπορούν να ξεπεράσουν την κρίση και να πάρουν μια μικρή παράταση ζωής παρά μόνο ρίχνοντας στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο την εργατική τάξη και παίρνοντας πίσω όλες τις κατακτήσεις της. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και ο φασισμός είναι μορφές ταξικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου.
“Αλλά η κυρίαρχη τάξη δεν ζει στα κενά. Διατηρεί κάποια σχέση με τις άλλες τάξεις. Στο δημοκρατικό καθεστώς της εξελιγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας, η μπουρζουαζία στηρίζεται κυρίως πάνω στην εργατική τάξη που την έχουν ημερέψει οι ρεφορμιστές”.(Τρότσκι, Και Τώρα;)

Το αντίτιμο που πρέπει να πληρώνει η κεφαλαιοκρατία γι αυτή την εκδούλευση του ρεφορμισμού είναι ακριβό (κοινωνική νομοθεσία, πρόνοια). Γι αυτό και η κοινοβουλευτική δημοκρατία αποδεικνύεται ακατάλληλη να φέρει σε πέρας την πολιτική που χρειάζεται η αστική τάξη στις συνθήκες του παρακμάζοντος καπιταλισμού.
“Εδώ αρχίζει το ιστορικό έργο του φασισμού. Στήνει στα πόδια τους τις τάξεις που στέκονται αμέσως πάνω από το προλεταριάτο και φοβούνται μήπως κατρακυλήσουν στις γραμμές του, τις οργανώνει και τις στρατιωτικοποιεί με τα μέσα του χρηματιστικού κεφαλαίου, κάτω από τη σκέπη του επίσημου κράτους και τις προσανατολίζει προς την καταστροφή των εργατικών οργανώσεων, από τις πιο επαναστατικές ως τις πιο μετριοπαθείς. Ο φασισμός δεν είναι απλώς ένα σύστημα καταπίεσης, πράξεων βίας και αστυνομικής τρομοκρατίας. Είναι ένα ιδιαίτερο κρατικό σύστημα, θεμελιωμένο στην εξολόθρευση όλων των στοιχείων της προλεταριακής δημοκρατίας μέσα στην αστική κοινωνία. Η αποστολή του δεν είναι μονάχα να συντρίψει την εργατική πρωτοπορία, αλλά και να κρατήσει ολόκληρη την τάξη σε μια κατάσταση αναγκαστικού κατακερματισμού”. (Τρότσκι, Και Τώρα;)

Ολόκληρη η πολιτική τέχνη του φασισμού συνίσταται στη συνένωση των κατεστραμμένων μικροαστικών μαζών σε μια συμπαγή εχθρότητα απέναντι στους εργάτες. Ο φασισμός βάζει τις μικροαστικές μάζες στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου, χρησιμοποιώντας τες σαν ενεργητική κοινωνική βάση για τη διάλυση και την καταστροφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων και κομμάτων της εργατικής τάξης. Σαν μαζικό κίνημα ο φασισμός είναι το κόμμα που ενώνει την απελπισία των μικροαστικών μαζών κάτω από τον καπιταλισμό με την τρομοκρατική πολιτική του μεγάλου κεφαλαίου. Είναι το κόμμα της αντεπαναστατικής απελπισίας.
Η φασιστική δημαγωγία είναι μια σφοδρή καταδίκη του κοινοβουλευτισμού που καλύπτει τους απατεώνες πολιτικούς και όσους θησαυρίζουν απ’ τα σκάνδαλα και τις ρεμούλες. Στρέφεται ενάντια στους τραπεζίτες που συσσωρεύουν κέρδη ενώ ο “απλός κοσμάκης”, οι “νοικοκυραίοι” μικροαστοί καταστρέφονται. Ο Τρότσκι περιγράφει με καταπληκτική σαφήνεια την πολιτική ουσία του φασισμού. Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα από έργα του:
“Με το φασιστικό πρακτορείο η κεφαλαιοκρατία κινητοποιεί τις μάζες της λυσσασμένης μικρομπουρζουαζίας, τις συμμορίες των ξεπεσμένων, τους εξαχρειωμένους λούμπεν-προλετάριους, όλες αυτές τις αναρίθμητες υπάρξεις που το ίδιο το χρηματιστικό κεφάλαιο σπρώχνει στην απελπισία και τη λύσσα. Η κεφαλαιοκρατία απαιτεί από το φασισμό “ειδική” εργασία: από τη στιγμή που υιοθετεί τις μεθόδους του εμφυλίου πολέμου θέλει να έχει ειρήνη για πολλά χρόνια. Και ο φασισμός χρησιμοποιώντας τη μικρομπουρζουαζία σαν κριό και εκμηδενίζοντας κάθε τι στο πέρασμά του, συνεχίζει το έργο του ως το τέρμα (…) Η φασιστικοποίηση του κράτους σημαίνει… πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα καταστροφή των εργατικών οργανώσεων, ξεπεσμό του προλεταριάτου σε μια άμορφη κατάσταση”. (Τρότσκι, Και Τώρα;)

“Το ανθρώπινο υλικό του ο φασισμός το βρίσκει ιδιαίτερα στους κόλπους της μικροαστικής τάξης, η οποία τελικά καταστρέφεται από το μεγάλο κεφάλαιο. Με την σημερινή κοινωνική διάρθρωση, δεν υπάρχει σωτηρία γι αυτήν. Αλλά και εκείνη δεν βλέπει άλλη διέξοδο. Την δυσαρέσκεια της, την εξέγερση της, την απελπισία της οι φασίστες την αποστρέφουν από το μεγάλο κεφάλαιο και την στρέφουν εναντίον των εργατών. Μπορεί κανείς να πει για το φασισμό ότι είναι μια χειρουργική επέμβαση για εξάρθρωση των εγκεφάλων των μικροαστών προς το συμφέρον των χειρότερων εχθρών τους. Έτσι, το μεγάλο κεφάλαιο καταστρέφει πρώτα τις μεσαίες τάξεις, και ύστερα με την βοήθεια των πληρωμένων πρακτόρων του, των δημαγωγών φασιστών, στρέφει την απελπισμένη μικροαστική τάξη εναντίον του προλεταριάτου”. (Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία;)

Από τον κοινοβουλευτισμό στο φασισμό
Η ώρα των φασιστικών προκλήσεων έρχεται όταν η οικονομική κρίση στρέφει την εργατική τάξη σε μαζικούς αγώνες. Το θερμόμετρο της ταξικής πάλης ανεβαίνει επικίνδυνα. Οι φασίστες αρχίζουν τις επιθέσεις επιχειρώντας να αποδείξουν στην αστική τάξη ότι είναι οι μόνοι κατάλληλοι να τσακίσουν το ογκούμενο εργατικό κίνημα. Η αστική τάξη απ’ τη μεριά της, απορρίπτοντας τα δημοκρατικά – κοινοβουλευτικά της πρακτορεία (κόμματα) δεν μπορεί ωστόσο ακόμα να εμπιστευτεί τους φασίστες.
 Κατά κανόνα, στο ενδιάμεσο, μεταξύ της χρεοκοπίας του κοινοβουλευτισμού και της επικράτησης του φασισμού σχηματίζονται ασταθείς κυβερνήσεις “τάξεως” και “εθνικής ανάγκης”, γνωστές σαν βοναπαρτιστικές. Τέτοιες υπήρξαν οι κυβερνήσεις Φάκτα στην Ιταλία και οι κυβερνήσεις Μπρύνινγκ, Πάπεν, Σλάϊχερ στη Γερμανία πριν την επικράτηση του Μουσολίνι και του Χίτλερ αντίστοιχα.
Με τις βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις το κεφαλαίο ανιχνεύει την δυνατότητα να εφαρμόσει την πολιτική που έχει ανάγκη χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στο φασισμό. Στην κατεύθυνση αυτή αξιοποιεί την κοινοβουλευτική υποστήριξη της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Οι βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις συνδυάζουν μια στοιχειώδη κοινοβουλευτική κάλυψη με μια εντεινόμενη αστυνομική ή /και στρατιωτική καταστολή σε βάρος του εργατικού κινήματος. Ανέχονται τις φασιστικές προκλήσεις, χωρίς όμως να διαλύουν τις μαζικές εργατικές οργανώσεις. Κάτω από τις κυβερνήσεις αυτές η φασιστική μικρομπουρζουαζία και οι εργατικές οργανώσεις φαίνεται ότι διατηρούν μια αμοιβαία ισορροπία. Οι επικεφαλής των βοναπαρτιστικών κυβερνήσεων προσπαθούν να παίξουν τον ρόλο του “διαιτητή”, του “ισορροπιστή” των αντιθέσεων. Όμως είναι οι ίδιοι που ακροβατούν σε ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στην άβυσσο που χωρίζεί τα δυο αντίπαλα στρατόπεδα, τους φασίστες και την εργατική τάξη. Στο τέλος του λογαριασμού θα αναγκαστούν να παραχωρήσουν την θέση τους σε κάποιον από τους δύο.
Στα μισοκοινοβουλευτικά, βοναπαρτιστικά καθεστώτα η μπουρζουαζία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει παράλληλα και τον “συμφιλιωτή πράκτορα” της και τον “τρομοκράτη πράκτορα” της: από την μια οι φασιστικές συμμορίες συνεχίζοντας την δημαγωγία, αναπτύσσονται σε βάρος των κοινοβουλευτικών κομμάτων που υποστήριζαν μέχρι τότε οι μικροαστικές μάζες και εντείνουν τις τρομοκρατικές αντεργατικές τους επιθέσεις. Από την άλλη η υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας, που στηρίζεται στις εργατικές οργανώσεις, επιβάλλει στην αστική τάξη να προχωρά προσεχτικά σε κάθε βήμα, χωρίς να μπορεί τελικά να φτάσει πιο πέρα από ημίμετρα.
“Το σύστημα των γραφειοκρατικών διαταγμάτων είναι άστατο, αβέβαιο, ελάχιστα βιώσιμο. Το κεφάλαιο έχει ανάγκη από μιαν άλλη πολιτική, πιο αποφασιστική. Η υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας, που πρέπει να απευθύνεται στους ίδιους τους εργάτες της, δεν είναι μονάχα ανεπαρκής για αυτό τον σκοπό -αρχίζει κιόλας να το στεναχωρεί. Η περίοδος των ημίμετρων πέρασε. Για να προσπαθήσει να βρει μια καινούρια διέξοδο, η μπουρζουαζία πρέπει να απαλλαγεί ολότελα από την πίεση των εργατικών οργανώσεων, να τις παραμερίσει, να τις καταστρέψει, να τις διασκορπίσει.”(Τρότσκι, Και τώρα;)

Η αστική τάξη καταλαβαίνει ότι μόνο με την ολοκληρωτική καταστροφή και την απαλλαγή από τις εργατικές οργανώσεις θα κατορθώσει να προωθήσει στο σύνολο τους τα μέτρα περιστολής των εργατικών κατακτήσεων, μείωσης μισθών κλπ που έχει ανάγκη. Φτάνει η στιγμή που η κεφαλαιοκρατία υιοθετεί ανοικτά μεθόδους εμφυλίου πολέμου ενάντια στον εργαζόμενο λαό.
Όμως η χρήση της αστυνομικής και στρατιωτικής μηχανής εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους για την επιβίωση του καπιταλισμού, ακόμα κι όταν χρησιμοποιείται απλά για την κατάπνιξη των εργατικών αγώνων. Είναι φανερό ότι η αστυνομία και ο στρατός είναι σαν εργαλεία διπλά ανεπαρκή, στο μέτρο που οι καπιταλιστές σκοπεύουν να διαλύσουν τις εργατικές οργανώσεις.
“Μα η δυσαρέσκεια των εργατών και των χωρικών δεν μπορεί να πνιχτεί με την αστυνομία μονάχα. Πάρα πολύ συχνά είναι αδύνατον να βάζεις τον στρατό να βαδίσει ενάντια στο λαό, γιατί μέσα στο στρατό αρχίζει η αποσύνθεση και στο τέλος πολλοί από τους στρατιώτες περνάνε με το μέρος του λαού”
. (Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία;)
Ακόμα και μια ανοιχτή στρατιωτική δικτατορία που θα προχωρούσε στην βίαιη καταστροφή του κοινοβουλευτισμού και των οργανώσεων των εργατών δεν θα διέθετε καμιά ενεργητική κοινωνική βάση, κανένα μαζικό αντεπαναστατικό στήριγμα. Τέτοιες δικτατορίες “λευκής τρομοκρατίας” έχουν εγκαθιδρυθεί κάμποσες φορές στον αιώνα που πέρασε: Μεταξάς, Παπαδόπουλος, Χόρτυ στην Ουγγαρία, Πινοσέτ στη Χιλή κ.ο.κ. Βέβαια σε χώρες με σχετικά μικρό βαθμό οργάνωσης του εργατικού κινήματος αυτές οι δικτατορίες διεκπεραιώνουν με επιτυχία το αντεπαναστατικό τους έργο. Όμως σε χώρες όπου υπάρχει παραδοσιακά πανίσχυρο εργατικό κίνημα με δυνατά και μαζικά συνδικάτα, οι στρατιωτικές δικτατορίες δεν θα είχαν καμιά σταθερότητα. Ο Τρότσκι εξηγεί σχετικά:
“Σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία ο σκοπός αυτός (Σημ : η διάλυση των εργατικών οργανώσεων) δεν μπορεί να επιτευχθεί μονάχα με αστυνομικά μέσα. Ο μόνος δρόμος για αυτό, είναι να αντιταχθεί στην επίθεση του προλεταριάτου- την στιγμή της εξασθένισης της – η επίθεση των λυσσασμένων μικροαστικών μαζών. Αυτό ακριβώς το ιδιαίτερο σύστημα της καπιταλιστικής αντίδρασης μπήκε στην ιστορία με το όνομα του φασισμού”. (Τρότσκι, Και τώρα;)
Η τελευταία εφεδρεία της παρασιτικής τάξης των κεφαλαιοκρατών είναι τελικά η εγκαθίδρυση μιας φασιστικής δικτατορίας.

Μαθήματα από τη Γερμανία του ’30
Ο φασισμός δεν περιορίζεται στην βία ενάντια στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης, αλλά καταστρέφει και εκθεμελιώνει όλες τις εργατικές οργανώσεις και όλες τις μαζικές λαϊκές συλλογικότητες. Η σοσιαλδημοκρατία αντίθετα στηρίζει όλη της την επιρροή πάνω στις μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου. Στο κοινοβουλευτικό καθεστώς η σοσιαλδημοκρατία παραλύει την μαχητική δύναμη των εργατών, γι αυτό άλλωστε και είναι χρήσιμη στην αστική τάξη. Στο βαθμό όμως που η αστική τάξη καταφεύγει στον φασισμό, η σοσιαλδημοκρατία δεν της είναι πλέον χρήσιμη. Με δυο λόγια: όταν το κεφάλαιο αποφασίζει να εμπιστευθεί τον “τρομοκράτη πράκτορα” του, δεν χρειάζεται πλέον τον “συμφιλιωτή πράκτορα” του. Ο φασισμός νικηφόρος, όχι μόνο αποστερεί τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες από τα προνόμια τους, αλλά τους φυλακίζει, τους εξορίζει, τους αναγκάζει να μεταναστεύσουν. Είναι φανερό ότι η επικράτηση του φασιστικού καθεστώτος είναι ολέθρια για την σοσιαλδημοκρατία και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία της. Πάνω σε αυτή την ασυμβίβαστη αντίφαση ανάμεσα στον φασισμό και τις εργατικές οργανώσεις στις οποίες στηρίζεται η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να βασίζουν την τακτική τους οι κομμουνιστές.
Δυστυχώς κάτω από τις οδηγίες της γραφειοκρατικοποιημένης Κομμουνιστικής Διεθνούς αλλά και άμεσα του ίδιου του Στάλιν, οι ηγέτες του Κ.Κ. Γερμανίας (Τέλμαν, Ρέμελε) ακολούθησαν μία εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική. Αρχικά θεωρούσαν αδύνατη την νίκη του φασισμού. Αργότερα όταν οι Ναζί συγκέντρωναν τεράστια εκλογικά ποσοστά, ο ηγέτης του ΚΚΓ Ρέμελε δήλωνε: “οι κ.κ. φασιστές δεν μας τρομάζουν, θα χρεωκοπήσουν πιο γρήγορα από οποιασδήποτε άλλη κυβέρνηση”. Επιπλέον, το ΚΚΓ χαρακτήριζε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (ΣΚΓ) σαν “σοσιαλφασιστικό” και απηύθυνε τελεσίγραφα στους εργάτες του ΣΚΓ να εγκαταλείψουν το κόμμα τους.Αυτή η πολιτική έμεινε γνωστή σαν “τελεσιγραφισμός”. Την εμπιστοσύνη των εργατών, που έπρεπε να κερδίσει, το ΚΚΓ την θεωρούσε κιόλας κερδισμένη.
Για τον Τρότσκι που παρακολουθούσε μέρα την μέρα, τις γερμανικές εξελίξεις, η πολιτική του ΚΚΓ ήταν καταστροφική για την επανάσταση. Εξηγούσε ότι, εφόσον το ΣΚΓ στηρίζεται πάνω στις εργατικές οργανώσεις, ήταν αναγκασμένο να υπερασπίσει το κοινοβουλευτικό καθεστώς ενάντια στο φασισμό. Αυτήν την αντίθεση ανάμεσα στην σοσιαλδημοκρατία και τον φασισμό όφειλε να αξιοποιήσει το ΚΚΓ.
“Σήμερα η σοσιαλδημοκρατία σαν σύνολο, με όλους τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς της, βρίσκέται σε οξεία διαμάχη με τους φασίστες. Το καθήκον μας είναι να επωφεληθούμε από αυτή την διαμάχη”. (Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του Κ.Κ.Γ.)
Στην προσπάθεια του να προσανατολίσει το ΚΚΓ σε μια σωστή πολιτική, ο Τρότσκι επανειλημμένα επικαλέστηκε τον Λένιν:
“Να πολεμάμε για να ανατρέψουμε την διεθνή μπουρζουαζία … -έγραφε ο Λένιν στην ” παιδική αρρώστια” του – και να απαγορεύουμε προκαταβολικά στον εαυτό μας κάθε ελιγμό, κάθε εκμετάλλευση των αντιθέσεων (έστω και παροδικών) ανάμεσα στους εχθρούς, να αρνούμαστε κάθε συμφωνία ή συμβιβασμό με πιθανούς συμμάχους (έστω κι αν είναι προσωρινοί σύμμαχοι, λίγο σίγουροι, ταλαντευόμενοι, και με όρους) αυτό είναι απεριόριστα γελοίο”. (Τρότσκι, Και τώρα;)
Η λύση βρισκόταν μόνο στην υιοθέτηση, από την πλευρά του ΚΚΓ της πολιτικής του “ενιαίου εργατικού μετώπου” ενάντια στον φασισμό. Το ΚΚΓ έπρεπε να απευθυνθεί στο ΣΚΓ, καλώντας το να οργανώσουν και να συντονίσουν από κοινού την άμυνα των εργατικών οργανώσεων απέναντι στις φασιστικές προκλήσεις, με την δημιουργία πολιτοφυλακών των εργατών χωρίς βέβαια να αναλαμβάνει καμιά ευθύνη απέναντι στις μάζες για την συνολική πολιτική του ΣΚΓ, ούτε να εγκαταλείπει την ελευθερία δράσης και κριτικής. “Να χτυπάμε μαζί, να βαδίζουμε χωριστά. Να συνεννοούμαστε μόνο ποιον, πως, πότε, θα χτυπήσουμε”. Έτσι κωδικοποιούσε ο Τρότσκι και η Αριστερή Αντιπολίτευση την πολιτική του ενιαίου μετώπου.
Μόνο μέσα από την κοινή δράση όλης της εργατικής τάξης οι φασίστες θα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά. Με το ενιαίο μέτωπο, όχι μόνο θα αποτρεπόταν ο φασιστικός κίνδυνος, αλλά οι κομμουνιστές θα αποκάλυπταν στις μάζες του ΣΚΓ τις γραφειοκρατικές ταλαντεύσεις της ηγεσίας τους. Έτσι το ΚΚΓ θα κατόρθωνε μέσα στην πράξη να αποσπάσει τους εργάτες του ΣΚΓ από την ηγεσία τους.
“Η καταπληκτική πλειονότητα από τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες θα παλέψει ενάντια στους φασίστες, αλλά -για την ώρα τουλάχιστον- μόνο με τις οργανώσεις της. Αυτό το στάδιο δεν μπορεί να υπερπηδηθεί. Πρέπει να βοηθήσουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες στην πράξη -μέσα σε αυτή την νέα και εξαιρετική κατάσταση- να ελέγξουν τι αξίζουν οι οργανώσεις και οι ηγέτες τους μέσα σε αυτό τον αγώνα ζωής και θανάτου για την εργατική τάξη”. (Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του ΚΚΓ).
Ωστόσο το ΚΚΓ με την τυφλή, σεχταριστική πολιτική του δεν βοηθούσε τους εργάτες του ΣΚΓ να κατανοήσουν την ανικανότητα των σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Η άρνηση του ενιαίου μετώπου από το ΚΚΓ έδινε την ευκαιρία στην σοσιαλδημοκρατική ηγεσία να καλύπτει την δική της αδυναμία ρίχνοντας τα βάρη στους κομμουνιστές που αρνούνται την κοινή δράση. Έτσι η άρνηση του ενιαίου μετώπου συνιστούσε σημαντική πολιτική βοήθεια προς την σοσιαλδημοκρατία και, σε τελευταία ανάλυση, έστρωνε το δρόμο στους Ναζί.
Το πρόβλημα δεν ήταν ότι το ΚΚΓ ήθελε να καταστρέψει την σοσιαλδημοκρατία και να απαλλάξει έτσι την ατμομηχανή της ιστορίας από ένα σκουριασμένο φρένο. Αυτό ήταν πολύ σωστό. Πρόβλήμα ήταν ότι, εξαιτίας του σεχταρισμού της σταλινικής ηγεσίας, το ΚΚΓ ήταν πολιτικά ανίκανο να καταστρέψει την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατία.
Οι ηγέτες του ΚΚΓ με μια δήθεν υπερεπαναστατική φρασεολογία κάλυπταν την αδυναμία τους να καταστρώσουν μια ορθή τακτική αξιοποίησης των αντιθέσεων μεταξύ φασισμού και σοσιαλδημοκρατίας, προς το συμφέρον της επανάστασης.
“Είναι αδύνατον να νικήσουμε το φασισμό αν δεν νικήσουμε πρώτα την σοσιαλδημοκρατία… επαναλαμβάνει ο Τέλμαν… Η ιδέα αυτή… σε ιστορική κλίμακα είναι αναμφίβολα σωστή. Αλλά αυτό δε σημαίνει καθόλου πως με την βοήθεια αυτής της άποψης… μπορεί κανείς να λύσει τα σημερινά προβλήματα. Η ιδέα αυτή, ορθή από την άποψη της επαναστατικής στρατηγικής παρμένης σαν σύνολο, μετατρέπεται σε ψέμα … αν δεν μεταφραστεί στην γλώσσα της τακτικής.
Είναι σωστό ότι για να εξαφανιστεί η ανεργία και η αθλιότητα είναι αναγκαίο να καταστραφεί πρώτα ο καπιταλισμός; Ναι, είναι σωστό. Αλλά πρέπει να είσαι ο μεγαλύτερος βλάκας για να βγάλεις από όλα αυτά το συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να παλέψουμε, από σήμερα κιόλας, με όλες μας τις δυνάμεις, ενάντια σε εκείνα τα μέτρα που με την βοήθεια τους ο καπιταλισμός αυξάνει την αθλιότητα των εργατών. Μπορεί κανείς να ελπίζει ότι στους προσεχείς μήνες το ΚΚΓ θα νικήσει ταυτόχρονα την σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό; Κανένας ομαλά σκεπτόμενος άνθρωπος… δεν θα τολμήσει να το ισχυριστεί. Πολιτικά το ζήτημα μπαίνει κάπως έτσι : μπορούμε τώρα, στους προσεχείς λίγους μήνες, δηλαδή με την σοσιαλδημοκρατία πολύ εξασθενημένη, αλλά ακόμα (δυστυχώς) πολύ ισχυρή, να αποκρούσουμε νικηφόρα το φασισμό; (…) Για τους στενοκέφαλους ας δώσουμε άλλο ένα παράδειγμα. Αν ένας από τους εχθρούς μου με ποτίζει με μικρές καθημερινές δόσεις από δηλητήριο και ένας άλλος από την άλλη μεριά ετοιμάζεται να με πυροβολήσει κατάστηθα, θα κοιτάξω πρώτα να ρίξω από τα χέρια του δεύτερου εχθρού το πιστόλι, γιατί αυτό μου δίνει την ευκαιρία να απαλλαγώ κι από τον πρώτο εχθρό”. (Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του ΚΚΓ).
Τελικά η αδυναμία του ΚΚΓ να αποσπάσει τις πλατιές εργατικές μάζες από το ρεφορμισμό και να τις προσανατολίσει προς την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού ενίσχυσε την φασιστική δημαγωγία ανάμεσα στους μικροαστούς. Οι μικροαστικές μάζες, τρέμοντας από τον πυρετό, ήταν ικανές να στραφούν απότομα, είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά. Στο βαθμό που η εργατική τάξη δεν παρουσιαζόταν ικανή να εγγυηθεί μια αντικαπιταλιστική διέξοδο στους κατεστραμμένους μικροαστούς, οι τελευταίοι αναζήτησαν – όπως ήταν επόμενο- την λύση στα προβλήματα τους στο φασισμό, που υποσχόταν να φέρει με τις γροθιές “κοινωνική δικαιοσύνη”.
Το ΚΚΓ περιορίστηκε στην οργάνωση ένοπλων πολιτοφυλακών μέσα από τις γραμμές του, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις συγκρούστηκαν με τις ομάδες εφόδου των Ναζί. Παρά τον αναμφισβήτητο ηρωισμό των μαχητών τους (30 νεκροί σε συγκρούσεις με φασίστες μόνο τον Ιούνη- Ιούλη του 32), οι πολιτοφυλακές του ΚΚΓ, απομονωμένες από τις εργατικές μάζες, ήταν επόμενο να ηττηθούν.

Το ιστορικό της ναζιστικής επικράτησης
Οι Ναζί εμφανίστηκαν στο προσκήνιο από την δεκαετία του 20 καταγγέλλοντας την Συνθήκη των Βερσαλλιών, τα κοινοβουλευτικά κόμματα με τους επαγγελματίες πολιτικούς και τη “διεθνή σιωνιστική συνωμοσία” που έχουν φέρει την Γερμανία στο χείλος της αβύσσου. Καταφέρονταν ενάντια στις απεργίες που “διαλύουν την χώρα και ανοίγουν δρόμο στον μπολσεβικισμό”. Η οικονομική κρίση και η συνεπακόλουθη καταστροφή των μικροαστικών στρωμάτων τους άνοιξε μαζικά ακροατήρια. Μεθοδικά έστρεψαν την μικροαστική δυσαρέσκεια ενάντια στην εργατική τάξη. Τα Τάγματα Εφόδου των Ναζί συστηματικά χτυπούσαν με απαράμιλλη βιαιότητα τις εργατικές συγκεντρώσεις. Το Μάρτη του 30 σχηματίζει κυβέρνηση ο κεντρώος Μπρύνινγκ. Με την υποστήριξη και του ΣΚΓ. Στις εκλογές (Σεπτέμβρης 30) τα αποτελέσματα δίνουν 8,5 εκ. ψήφους στο ΣΚΓ και 4,5 εκ. ψήφους στο ΚΚΓ. Όμως θεαματική είναι η άνοδος των Ναζί που παίρνουν 6.3 εκ. ψήφους. Μετά τον Μπρύνινγκ σχηματίζει κυβέρνηση ο συντηρητικός Πάπεν. (Ιούνης 32). Στις εκλογές του Ιούλη οι Ναζί λαμβάνουν 13,7 εκ. ψήφους, έναντι 7,9 εκ. του ΣΚΓ και 5,2 εκ. του ΚΚΓ. Ο Πάπεν σχηματίζει κυβέρνηση αλλά δυο μήνες αργότερα παραιτείται κάτω από το βάρος ενός τεράστιου απεργιακού κύματος ενάντια σε αναγκαστικό διάταγμα μείωσης των μισθών. Έτσι σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Σλάιχερ.
Ωστόσο, οι βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις αποδεικνύονται όλο και πιο ανίκανες να επιβάλλουν τις λύσεις που χρειάζεται το γερμανικό κεφάλαιο. Η αστική τάξη αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι θα εξασφαλίσει το μέλλον της μόνο αν η ναζιστική τρομοκρατία γίνει κυβερνητικό σύστημα. Βήμα-βήμα, οι Ναζί εδραιώνουν τις θέσεις τους. Ενώ το ΣΚΓ παρέλυε την εργατική τάξη και το ΚΚΓ πνιγόταν στα αδιέξοδα της μυωπικής σεχταριστικής πολιτικής του, οι Ναζί μαζικοποιούνταν και αύξαιναν τις αντεργατικές τους επιθέσεις. Το Γενάρη του 33 πραγματοποιείται συνάντηση επιφανών Ναζί με εκπροσώπους οργανώσεων των μεγαλοεργοδοτών. Οι καπιταλιστές χρίζουν επίσημα τον Χίτλερ ως εκλεκτό τους. Άλλωστε ήδη είχαν διαθέσει τεράστια ποσά για την ενίσχυση του ναζιστικού κόμματος. Η κυβέρνηση Σλάιχερ παραιτείται.
Ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ καλεί τον Χίτλερ να αναλάβει την καγκελαρία. Σχηματίζεται κυβέρνηση συνασπισμού του Χίτλερ με τον Πάπεν. Το ΚΚΓ πραγματοποιεί στροφή 180 μοιρών, καλώντας το ΣΚΓ να οργανώσουν μαζί μια γενική απεργία. Ήταν όμως πια αργά. Οι γραφειοκράτες του ΣΚΓ αποκρούουν την πρόταση, ελπίζοντας ακόμη ότι η αστική τάξη θα στραφεί ενάντια στον φασισμό αν οι εργάτες δείξουν μετριοπάθεια και νομιμοφροσύνη. Οι Ναζί προχωρούν ακάθεκτοι. Το Φλεβάρη του 33 οργανώνουν την γνωστή προβοκάτσια της πυρκαγιάς στο Ράιχσταγκ. (κτήριο του κοινοβουλίου). Αμέσως καταργούνται με αναγκαστικό διάταγμα τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα, πράγμα που σαρώνει τα απομεινάρια του συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης Εξαπολύεται κύμα συλλήψεων, ενώ συλλαμβάνεται και ο Τέλμαν (γραμματέας του ΚΚΓ). Απαγορεύεται ο τύπος του ΚΚΓ, αλλά και του ΣΚΓ.
Στις εκλογές που ακολουθούν οι Ναζί φτάνουν στους 17,2 εκ. ψήφους. Το ΣΚΓ παίρνει 7,1 εκ. και το ΚΚΓ 4,8εκ. Ο Χίτλερ σχηματίζει νέα κυβέρνηση, αποκλειστικά ναζιστική αυτή την φορά. Σε 5 μέρες δημοσιεύεται διάταγμα που καταργεί τις 81 έδρες του ΚΚΓ, ενώ το Μάη του 33 οι Ναζί διαλύουν τα συνδικάτα και τον Ιούλη απαγορεύουν το ΣΚΓ. Η φασιστική νίκη είχε συντελεστεί.

Η τραγωδία της Ιταλίας
Το 1920 βρήκε την Ιταλία σε μια κατάσταση ακραίας όξυνσης της ταξικής πάλης. Από το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου οι εργάτες προχωρούσαν μαζικά σε απεργίες και καταλήψεις εργοστασίων. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα με την πλατιά επιρροή του, κατάφερε να αποτραβήξει τους εργάτες από την πάλη ελπίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα καλμάριζε τους καπιταλιστές. Οι φασίστες όμως συνέχιζαν με πολλαπλάσια ορμή τις επιθέσεις τους. Τον Οκτώβρη του 21, έναν μόλις μήνα μετά τον τερματισμό των καταλήψεων εργοστασίων, οι φασίστες κατέλαβαν την Μπολόνια αποκαθιστώντας την “τάξη”, δηλαδή καθαιρώντας βίαια το δημοτικό συμβούλιο της πόλης όπου πλειοψηφούσαν οι σοσιαλιστές. Μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Φάκτα, από όλα τα αστικοδημοκρατικά κόμματα (δημοκρατικό, λαϊκό, φιλελεύθερο), οι φασίστες συνέχισαν τις καταλήψεις πόλεων, ενώ οι σοσιαλιστές φρενάριζαν τις όποιες απεργίες για να πείσουν την αστική τάξη για τις καλές τους προθέσεις. Κατά την διάρκεια του 1922 οι φασίστες κατέλαβαν διαδοχικά περίπου δώδεκα επαρχιακές πόλεις. Την ίδια ώρα, οι σοσιαλιστές προσέφεραν την συνεργασία τους στην αστική τάξη για το σταμάτημα των αγώνων. Όταν ο ηγέτης των σοσιαλιστών Τουράτι κατέφυγε στα ανάκτορα για να πείσει τον βασιλιά να κινηθεί ενάντια στον φασισμό, ο Μουσολίνι κάγχάσε: “Μη μπορώντας να στήσουν οδοφράγματα, πηγαίνουν στο Κυρηνάλιο”.
Οι κομμουνιστές, από την πλευρά τους, δεν αποδέχονταν ούτε καν την δυνατότητα κατάληψης της εξουσίας από το φασισμό, ενώ στάθηκαν εχθρικοί απέναντι στην πολιτική του ενιαίου εργατικού μετώπου απαράλλαχτα όπως το Κ.Κ. Γερμανίας μια δεκαετία αργότερα.
Ο δρόμος για τον Μουσολίνι ήταν ανοιχτός. Τον Αύγουστο του 22 ξεκίνησε η πορεία προς την Ρώμη. Τα αστικοδημοκρατικά κόμματα επιχειρούν να σχηματίσουν μια νέα, ισχυρή κυβέρνηση “τάξεως”, υπό τον φιλελεύθερο Σαλάντρα. Όμως οι οργανώσεις των βιομηχάνων διαμήνυσαν ότι μόνο η “λύση Μουσολίνι” τους ήταν αρεστή. Έτσι τον Οκτώβρη του 22 ο Μουσολίνι σχημάτισε συμμαχική κυβέρνηση, ενώ οι ορδές των φασιστών συνέχιζαν να δουλεύουν με τα γκλομπ, τα μαχαίρια και τα ρεβόλβερ. Στα επόμενα δύο χρόνια οι φασίστες είχαν επικρατήσει ολοκληρωτικά καταστρέφοντας τα εργατικά συνδικάτα και κόμματα και αντικαθιστώντας το κοινοβούλιο με το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο.

Το παράδειγμα της Γαλλίας
Μετά το 1933, η γερμανική τραγωδία (άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία) έστρεψε την Κομμουνιστική Διεθνή σε άλλες τακτικές. Από το 7ο συνέδριο (1935) η Κ.Δ. εγκατέλειψε τη σεχταριστική πολιτική (άρνηση ενιαίου μετώπου, τελεσιγραφισμός) και στράφηκε απότομα σε επιλογές πολιτικής συνεργασίας με τα κοινοβουλευτικά “δημοκρατικά” κόμματα της αστικής τάξης, ελπίζοντας ότι έτσι θα έμπαινε φραγμός στο φασισμό που ανέβαινε σε όλη την Ευρώπη. Μπορούμε να πούμε ότι τα σταλινικά κόμματα μετακινήθηκαν έτσι στις θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας.
Αν στην Γερμανία ήταν η σοσιαλδημοκρατία εκείνη που εφάρμοσε την πολιτική της συνεργασίας με τα κοινοβουλευτικά κόμματα του κεφαλαίου (υποστηρίζοντας την κυβέρνηση του κεντρώου Μπρύνινγκ), στη Γαλλία ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία συγκρότησαν από κοινού μια κοινοβουλευτική συνεργασία με το Ριζοσπαστικό Κόμμα που όχι άδικα ο Τρότσκι χαρακτήριζε “δημοκρατικό πρακτορείο του γαλλικού ιμπεριαλισμού” βάπτιζαν τη συνεργασία αυτή Λαϊκό Μέτωπο, διακηρύσσοντας ότι ο σκοπός του ήταν να περισώσει το αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς από το φασισμό.
Μετά τις πρώτες μαζικές, ένοπλες εκδηλώσεις των φασιστικών συμμοριών το Φλεβάρη του ’34, όταν 100000 φασίστες πολιόρκησαν το κοινοβούλιο, το Ριζοσπαστικό Κόμμα είχε υποστηρίξει διαδοχικές βοναπαρτίστικες –αντιδραστικές κυβερνήσεις (Ντουμέργκ, Φλαντέν, Λαβάλ) που αντιμετώπιζαν με απαράμιλλη αγριότητα τις εργατικές κινητοποιήσεις. Το Μάη του 1936 το Λαϊκό Μέτωπο κερδίζει άνετα τις εκλογές. Οι κυβερνήσεις Λαϊκού Μετώπου που ακολούθησαν (Μπλούμ, Κασέν) δεν ήταν παρά πιο “αριστερές” ποικιλίες του ίδιου βοναπαρτισμού που δεν δίστασαν να καταπνίξουν με τη βάρβαρη αστυνομική βία το εργατικό κίνημα που μέσα στο 1936 είχε φτάσει στο απόγειό του. (24 εκατ. απεργοί, καταλήψεις εργοστασίων).
Με την πολιτική του λαϊκού Μετώπου τα εργατικά κόμματα σέρνονται στην αποδοχή του προγράμματος των αστικοδημοκρατικών κομμάτων με τα οποία συμμαχούν, αποσκοπώντας στην υπεράσπιση και τη σωτηρία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Με κανέναν τρόπο όμως τα Λαϊκά Μέτωπα δεν μπορούν να φράξουν το δρόμο στο φασισμό, που είναι η πολιτική την οποία επιλέγει το χρηματιστικό κεφάλαιο όταν το παρακμασμένο καπιταλιστικό σύστημα έχει απέναντί του ένα ρωμαλέο και καλά οργανωμένο εργατικό κίνημα. Παρακάμπτοντας με ευκολία τα Λαϊκά Μέτωπα, οι καπιταλιστές υιοθετούν τη φασιστική “χειρουργική επέμβαση” προκειμένου να εφαρμόσουν σ’ όλη την έκταση το αντεργατικό τους πρόγραμμα με το μόνο τρόπο που είναι δυνατό: την πλήρη καταστροφή κάθε εργατικής οργάνωσης, κάθε συλλογικότητας των καταπιεσμένων.
Επιπλέον, οι μικροαστικές μάζες, αηδιασμένες από την κοινοβουλευτική βρωμιά, εγκαταλείπουν μαζικά τα κοινοβουλευτικά αστικά κόμματα. Οι μικροαστοί, στην απόγνωσή τους στρέφονται με αγωνία σε όποιον τους υπόσχεται σωτηρία από την καταστροφή. Όμοια με τον άρρωστο που καίγεται από τον πυρετό και γέρνει στο δεξί ή στο αριστερό πλευρό, έτσι και η διεγερμένη μικροαστική τάξη μπορεί να στραφεί προς τα δεξιά ή τα αριστερά” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία, σελ.66)
Στρέφοντας το κεφάλι αριστερά, οι μάζες των εξημμένων μικροϊδιοκτητών βλέπουν μια εργατική τάξη που, παραλυμένη από τα ίδια της τα κόμματα, είναι ανίκανη να χαράξει μια επαναστατική διέξοδο. Βλέπουν τα εργατικά κόμματα να εξαντλούνται σε κοινοβουλευτικούς συνδυασμούς με τα σαπισμένα ως το μεδούλι κοινοβουλευτικά κόμματα του κεφαλαίου. Τελικά οι μικροαστικές μάζες καταλήγουν να αναζητήσουν τη λύση στα δεξιά και έτσι πέφτουν εύκολη λεία στη φασιστική δημαγωγία και συγκροτούν τη μαζική κοινωνική βάση του φασισμού.
Στη Γαλλία οι κοινοβουλευτικοί ηγέτες των εργατικών κομμάτων (σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού) θεωρούσαν ότι η συμμαχία με το Ριζοσπαστικό Κόμμα εξασφαλίζει τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα. Έβλεπαν τις μικροαστικές μάζες μ’ έναν στατικό τρόπο νομίζοντας ότι δεν πρέπει να τις τρομάξουν με την επανάσταση.
“Οι κοινοβουλευτικοί της ρουτίνας, που νομίζουν πως ξέρουν καλά το λαό, συνηθίζουν να λένε: “Δεν πρέπει να τρομάζουμε τις μεσαίες τάξεις με την επανάσταση, γιατί δεν αγαπάνε τα άκρα”. Αυτή η βεβαίωση, διατυπωμένη μ’ αυτό το γενικό τρόπο δεν είναι καθόλου σωστή. Φυσικά, ο μικροϊδιοκτήτης είναι υπέρ της τάξεως όταν οι δουλειές του πάνε καλά και όσο ακόμα ελπίζει ότι θα πάνε ακόμα καλύτερα. Όταν όμως χάσει αυτή την ελπίδα, εύκολα μοιάζει και είναι έτοιμος να προχωρήσει και στα πιο ακραία μέτρα. Αλλιώς πως θα μπορούσε να… ανεβάσει στην εξουσία το φασισμό στην Ιταλία και τη Γερμανία;” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)
Η μόνη δυνατή προοδευτική διέξοδος ήταν το βάθεμα της πάλης των τάξεων και η κατεύθυνσή της προς τη σοσιαλιστική επανάσταση. Οι “προοδευτικές” κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας (όπως αυτές του Λαϊκού Μετώπου) ανοίγουν το δρόμος στο φασισμό. Στο βαθμό που η εργατική τάξη δεν μπορεί να καταλάβει την εξουσία, αυτή πέφτει στα χέρια του φασισμού για να σωθεί το καπιταλιστικό σύστημα. Μόνο όταν η εργατική τάξη χαράσσει μια τολμηρή πολιτική για την ανατροπή του καπιταλισμού συνολικά μπορεί να συσπειρώσει γύρω της τα απελπισμένα μικροαστικά στρώματα (μεσαίες τάξεις). Οι μικροαστοί καταλαβαίνουν ότι μόνο σε συμμαχία με τους εργάτες θα έλυναν και τα δικά τους προβλήματα, στρέφοντας την πλάτη στο φασισμό. “Η μικροαστική τάξη δεν θα αποκρούσει τη δημαγωγία του φασισμού παρά μόνο αν θα πιστέψει στην πραγματικότητα ενός άλλου δρόμου. Όμως ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος της προλεταριακής επανάστασης” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)
Στο παράδειγμα της Γαλλίας, κάτω από τις κυβερνήσεις του Λαϊκού Μετώπου βρισκόταν σε εξέλιξη τόσο η μεταστροφή των μικροαστικών μαζών προς το φασισμό σε βάρος του Ριζοσπαστικού Κόμματος όσο και ο προσανατολισμός της μεγαλομπουρζουαζίας προς την “τελική λύση” του φασιστικού πραξικοπήματος. Ωστόσο, η απειλή του πολέμου ( και αργότερα ο ίδιος ο πόλεμος) με το καθεστώς έκτακτων εξουσιών, έδωσε την ευκαιρία στην αστική τάξη να κλείσει με επιτυχία το εσωτερικό μέτωπο με το προλεταριάτο. Έτσι και μόνο γι’ αυτό το λόγο ανακόπηκε η πορεία της Γαλλίας προς το φασισμό.

Το παράδειγμα της Ισπανίας
Ο Φράνκο και οι φαλαγγίτες στην Ισπανία σύμφωνα με πολλούς κοινωνιολόγους διαφέρουν αρκετά από ένα “καθαρό” φασιστικό κίνημα. Αυτή η διαπίστωση είναι καταρχήν σωστή. Ο φαλαγγισμός στερείται της κοινωνικής βάσης των ενεργά στρατευμένων μικροαστών που χαρακτηρίζει ένα φασιστικό κόμμα. Ο στρατός της αντεπανάστασης του Φράνκο αποτελούταν βασικά από τους μαροκινούς μισθοφόρους και τη λεγεώνα των ξένων. Οι ισπανοί αντεπαναστάτες που αποτελούσαν την μειοψηφία ήταν περισσότερο καθολικοί βασιλικοί και λιγότερο φασίστες. Ωστόσο, αυτή η συζήτηση, αν δεν γίνεται εκ του πονηρού, τείνει σε βυζαντινολογία, εφόσον τα καθήκοντα για τους επαναστάτες είναι ακριβώς τα ίδια σαν να πρόκειται για ένα καθαρό φασιστικό κόμμα. Ο Φράνκο έβαζε στον εαυτό του τα ίδια καθήκοντα που έβαζε και ο Χίτλερ με το Μουσολίνι, να τσακίσει την επανάσταση (που στην περίπτωση της Ισπανίας είχε ήδη σάρκα και οστά) διαλύοντας με τη βία κάθε εργατική οργάνωση. Επιπλέον, σε περιόδους που η αντεπανάσταση έχει αποκρυσταλλωθεί παγκόσμια ντυμένη στα ναζιστικά σύμβολα, κάθε αντεπαναστατικό κίνημα αυτοτοποθετείται στο ανάλογο στρατόπεδο. Δεν πρόκειται για απλό μιμητισμό. Όπως η επανάσταση, έτσι και η αντεπανάσταση ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και βρίσκει το ιστορικό της στίγμα μόνο μέσα στην παγκόσμια αρένα. Ο εμφύλιος στην Ισπανία ήταν η τελευταία πράξη της σύγκρουσης ανάμεσα στο φασισμό και την επανάσταση στην Ευρώπη της δεκαετίας του 30.
Λαϊκό Μέτωπο
Μετά από μια μακρά σειρά αιματηρών πολιτικών αγώνων στην Ισπανία συγκροτείται το “λαϊκό μέτωπο” και το 36 κερδίζει πανηγυρικά τις εκλογές με ένα φιλεργατικό πρόγραμμα. Στην ισπανική γη η πολιτική του λαϊκού μετώπου βρήκε την πιο κρυστάλλινή της μορφή. Σε αυτό μετείχαν το Σοσιαλιστικό Κόμμα με μια πολύ ριζοσπαστικοποιημένη τάση στο εσωτερικό του, το Σταλινικό Κόμμα, η πολύ μαζική Αναρχική Ομοσπονδία και τμήματα της αστικής τάξης (κάποιοι φιλελεύθεροι ισπανοί αστοί και το σύνολο σχεδόν των βάσκων και καταλανών αστών). Το POUM, μια τροτσκίζουσα κεντρίστικη οργάνωση, η μόνη που έμεινε έξω από το λαϊκό μέτωπο, δεν μπόρεσε εξαιτίας των ίδιων της των αδυναμιών να δώσει την εναλλακτική επαναστατική λύση στο ισπανικό προλεταριάτο. Το πρόγραμμα του λαϊκού μετώπου ήταν μια σειρά δειλών μεταρρυθμίσεων αστικού εκσυγχρονισμού και σε αυτή τη συμμαχία την απόλυτη ηγεσία είχαν οι καπιταλιστές με την ολόπλευρη στήριξη των υπόλοιπων. Οι λαϊκές μάζες που ανέβασαν το μέτωπο στην κυβέρνηση απαιτούσαν πολύ περισσότερα πράγματα από μια δειλή αστική μεταρρύθμιση και μάλιστα τα διεκδικούσαν με αιματηρές συγκρούσεις διαρκώς επί 5 χρόνια. Το λαϊκό μέτωπο κατέστησε από την πρώτη στιγμή σαφές ότι δεν θα τις ικανοποιούσε. Από τη μια μεριά το προλεταριάτο βάδιζε στο δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Από την άλλη η αντίδραση ετοιμαζόταν να το τσακίσει οριστικά. Σε αυτό το δίλημμα οι ηγεσίες του προλεταριάτου (σοσιαλδημοκρατία, σταλινισμός, αναρχικοί) αποφάσισαν να κάτσουν στο κέντρο της σύγκρουσης και να υπερασπίσουν την αστική δημοκρατία. Αυτή είναι σε δύο γραμμές η φιλοσοφία του λαϊκού μετώπου. Τα πράγματα σίγουρα δεν θα διέφεραν από τις εξελίξεις στη Γαλλία, αν η αντεπανάσταση δεν περνούσε στην επίθεση. Ο Φράνκο εξαπολύοντας μια μαζική στρατιωτική επίθεση, επεδίωξε να τσακίσει μια για πάντα τις κινητοποιήσεις των εργατών και των αγροτών κάτω από μια σιδερένια μπότα. Βάζοντας το πιστόλι στον κρόταφο στην κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου την οδηγούσε σε δρόμους που δεν τους ήθελε. Ο λαός απαιτούσε από την κυβέρνηση όπλα για να παλέψει ενάντια στο φασιστικό πραξικόπημα. Και πάλι όμως η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου προτίμησε τις διαβουλεύσεις με τους φασίστες, αντί για τον εξοπλισμό του λαού.
Τον Ιούλιο του 36, δυο μέρες μετά τη φασιστική επίθεση, οι εργάτες, ενάντια στη θέληση των ηγεσιών τους, οπλίστηκαν μόνοι τους. Κατέλαβαν τους στρατώνες, οργανώθηκαν σε πολιτοφυλακές, κυρίευσαν τις μισές πόλεις της Ισπανίας, οργάνωσαν επιτροπές και ανέλαβαν τη διαχείριση της εργατικής εξουσίας. Κάτω από την ανάγκη, υποτίθεται, της πάλης ενάντια στο φασισμό, τα ρεφορμιστικά κόμματα ανέκοψαν την εργατική επανάσταση. Σπάνια βρίσκει κανείς μεγαλύτερο μνημείο κυνισμού από την ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΙ λίγες μόνο μέρες μετά τον εξοπλισμό των εργατών και την επανάσταση του Ιουλίου: “Ο ισπανικός λαός δεν αγωνίζεται για τη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά ένα σκοπό έχει μόνο: να υπερασπίσει την αστική τάξη σεβόμενος την ιδιοκτησία”.
Αντεπανάσταση
Σε περιόδους που συγκρούεται η επανάσταση με την αντεπανάσταση, μια “μέση λύση” ισοδυναμεί με προδοσία. Ή οι ρεφορμιστικές ηγεσίες θα σπάσουν τους δεσμούς στους με τους αστούς και θα τραβήξουν μέχρι τέλος, ή θα σφιχταγκαλιαστούν μαζί τους ενάντια στους εργάτες. Στο ισπανικό έδαφος συγκρούονταν τρεις πολιτικές. Οι φασίστες με στόχο να συντρίψουν τους εργάτες, οι εργάτες με στόχο να συντρίψουν τους φασίστες και να εγκαθιδρύσουν εργατική εξουσία και η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου στη μέση με στόχο να προστατέψει την αστική δημοκρατία. Μπροστά σε αυτό το καθήκον δεν δίστασε να τσακίσει κάθε κινητοποίηση των εργατών, ακόμα κι αν αυτό θα σήμαινε (όπως και τελικά συνέβη) τη νίκη των φασιστών. Αυτό σε δυο γραμμές είναι το έγκλημα του λαϊκού μετώπου στην Ισπανία.
Ο εξοπλισμός του προλεταριάτου έσωσε την αστική κυβέρνηση από τον Φράνκο, αλλά έβγαλε στο προσκήνιο τα αιτήματα των εργατών. Οι ρεφορμιστές ηγέτες (σοσιαλδημοκράτες, σταλινικοί και αναρχικοί) έτρεξαν να στηρίξουν την κυβέρνηση παίρνοντας υπουργεία. Και τότε, όταν ένιωσαν αρκετά ισχυροί, μέσα από την κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου, ξεκίνησαν από κοινού το έργο καταστολής των εργατικών κινητοποιήσεων και εξόντωσης των πιο πρωτοπόρων από τους εργάτες. Όταν τα πράγματα δεν χωρούσαν πια συμβιβασμούς, το λαϊκό μέτωπο προτίμησε να στρέψει τα όπλα αντί στους φασίστες, στους κινητοποιημένους εργάτες στο εσωτερικό, σε ένα αιματηρό ξεκαθάρισμα.
Το βρώμικο αυτό ρόλο τον σήκωσαν οι σταλινικοί, με την ανοχή και την ενθάρρυνση των υπόλοιπων εταίρων του λαϊκού μετώπου. Το POUM, πλήρωσε πρώτο τους αιματηρούς διωγμούς με τα μέλη του να δολοφονούνται σαν “τροτσκιστοφασίστες”. Ένα έγκλημα για το οποίο οι ηγέτες των αναρχικών προτίμησαν να σιωπήσουν για να μην χαλάσουν τη συμμαχία του λαϊκού μετώπου και χάσουν τα υπουργεία τους. Λίγο μετά την εκκαθάριση του POUM θα έρθει η δική τους σειρά με την καταστολή της εργατικής εξέγερσης στη Βαρκελώνη το Μάη του 37. Κι όμως, η αναρχική CNT ακόμα και τότε συνυπέγραφε στην κυβέρνηση τα διατάγματα καταστολής των “ακραίων στοιχείων”. Μετά τους αναρχικούς θα έρθει και η σειρά της αριστερής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας. Το έργο πάλι θα είναι το ίδιο. Μετά από όλα αυτά η νίκη των φασιστών ήταν απλά ζήτημα χρόνου.
Δεν έχει δώσει η ανθρώπινη ιστορία πιο κραυγαλέο παράδειγμα της επαίσχυντης προδοσίας που λέγεται λαϊκό μέτωπο, από τον ισπανικό εμφύλιο. Εκεί, η δύναμη των εργατών, η δύναμη των φασιστών, η σφοδρότητα της σύγκρουσης ανάγκασε τους ρεφορμιστές (ακόμα και τους αναρχικούς) να τραβήξουν ως το τέλος τις συνέπειες των επιλογών τους.
Το λαϊκό μέτωπο, τσακίζοντας την επανάσταση, παραχώρησε την Ισπανία στον Φράνκο. Απέναντι στη σύγκρουση με το φασισμό, μπορεί να αντιταχθεί μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση και η εξουσία των εργατών. Το σκιάχτρο της αστικής δημοκρατίας φανερώνεται σε όλη τη γύμνια του. Η υποταγή των εργατικών αιτημάτων, των εργατικών πόθων και των εργατικών οργανώσεων σε ένα λαϊκό μέτωπο με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, δεν “πλαταίνει” το αντιφασιστικό μπλοκ, αλλά το αποδυναμώνει και το οδηγεί στην ήττα. Αυτό είναι σε δυο γραμμές το συμπέρασμα του εμφύλιου στην Ισπανία.


Απαντήσεις του Τρότσκι για την αντιφασιστική πάλη
Υπάρχουν πολλοί που ισχυρίζονται ότι η εργατική τάξη πρέπει να πολεμήσει με ιδεολογικά μέσα και όχι με τη φυσική βία το φασισμό. Έτσι αντιτάσσονται στη δημιουργία εργατικών πολιτοφυλακών άμυνας ενάντια στις φασιστικές επιθέσεις. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο σφάλμα απ’ αυτό. Απέναντι στις επιθέσεις των φασιστών, η εργατική τάξη δεν μπορεί να απαντά με έναν πόλεμο ιδεών, θέσεων και επιχειρημάτων. Άλλωστε επιχειρήματα έχουν και οι φασίστες και μάλιστα ικανά να ξεσηκώσουν στο πλευρό τους τις ξεπεσμένες μικροαστικές μάζες. Η φυσική πάλη της εργατικής τάξης στο σύνολό της ενάντια στις φασιστικές συμμορίες είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επαναστατική αποκρυστάλλωση των εργατών. Με τη σειρά της, η χάραξη επαναστατικής προοπτικής από το προλεταριάτο είναι, όπως είδαμε, προϋπόθεση για να μπει φραγμός στο πέρασμα των μικροαστικών στρωμάτων με τη μεριά του φασισμού. Όσοι υπερασπίζουν την “ιδεολογική άμυνα” απέναντι στο φασισμό προετοιμάζουν μόνο την πλήρη καταστροφή του εργατικού κινήματος από τους φασίστες. Πίσω στα 1934, στη Γαλλία οι σταλινικοί και σοσιαλδημοκράτες προπαγάνδιζαν την άμυνα απέναντι στους φασίστες με τη χρησιμοποίηση μόνο ιδεολογικών όπλων. Υποστήριζαν ότι οι εργατικές “ομάδες αυτοάμυνας” έπρεπε να παραιτηθούν από τη χρησιμοποίηση των όπλων. Ο Τρότσκι απαντούσε σκωπτικά στους φωστήρες αυτούς υποστηρίζοντας ότι σε μια τέτοια προοπτική “το μόνο που τους μένει είναι να πάνε να κρυφτούν. Μην έχοντας στα χέρια τους εκείνο που χρειάζεται, θα ζητήσουν την αυτοάμυνα στα πόδια τους. Και οι φασίστες σ’ αυτό το διάστημα θα είναι ελεύθεροι να λεηλατήσουν τις εργατικές οργανώσεις”. (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)
Πιο εκλεπτυσμένα, κάποιοι αντιτάσσουν (διεκδικώντας προφανώς δάφνες ορθοδοξίας) ότι εφόσον οι φασίστες είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος, η εργατική τάξη πρέπει να επιδιώκει να χτυπήσει ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα. Θαυμάσιος συλλογισμός! Είναι σαν να σε σημαδεύει κάποιος με το όπλο του και εσύ να καταγγέλλεις τις βιομηχανίες όπλων που το παράγουν και που χωρίς αυτές δεν θα σε σημάδευε ο υποψήφιος δολοφόνος. Επιπλέον θα μπορούσες να σκεφτείς ότι οι βιομηχανίες όπλων είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα, και επομένως για να αμυνθείς από το δολοφόνο που σε σημαδεύει με το πιστόλι του θα πρέπει πρώτα να ανατρέψεις τον καπιταλισμό.
Με βάση αυτή τη λογική της μοιρολατρικής παράλυσης η εργατική τάξη θα πρέπει να παραιτηθεί από την πάλη ενάντια στην ανεργία, τις απολύσεις, τη διάλυση του ασφαλιστικού μέχρι να ανατρέψει πρώτα τον καπιταλισμό, εφόσον όλα αυτά τα κοινωνικά κακά είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος. Όμως και αυτές οι απόψεις δεν είναι καινούργιες. Τις πρωτοδιατύπωσε η Ουμανιτέ εφημερίδα του Κ.Κ. Γαλλίας, το 1934 προσπαθώντας να αντιταχθεί στη δημιουργία εργατικής πολιτοφυλακής. Ο Τρότσκι απαντούσε: “Όταν οι φασίστες σκοτώνουν έναν επαναστάτη ή βάζουν φωτιά στα γραφεία μιας προλεταριακής εφημερίδας, οι εργάτες οφείλουν να διαπιστώσουν φιλοσοφικά: “Α! Οι δολοφονίες και οι εμπρησμοί είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος” και να πάνε στα σπίτια τους με ήσυχη τη συνείδησή τους… Η καταστροφή των μικροαστών είναι, φυσικά, γέννημα του καπιταλισμού. Η ανάπτυξη των φασιστικών συμμοριών είναι κι αυτή με τη σειρά της γέννημα της καταστροφής των μικροαστών. Μα από την άλλη μεριά το μεγάλωμα της δυστυχίας και εξέγερσης του προλεταριάτου είναι κι αυτό γέννημα του καπιταλισμού, κι η πολιτοφυλακή, πάλι κι αυτή με τη σειρά της γέννημα της όξυνσης των μαζικών αγώνων. Πως λοιπόν για τους “μαρξιστές” της Ουμανιτέ οι φασιστικές συμμορίες είναι νόμιμο τέκνο του καπιταλισμού, ενώ η εργατική πολιτοφυλακή είναι το παράνομο τέκνο των… τροτσκιστών; (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)
Το χτύπημα του καπιταλιστικού συστήματος δεν πρέπει να το αντιμετωπίζει κανείς με έναν αφηρημένο τρόπο. Ούτε είναι δυνατόν να χτυπήσουμε το σύστημα πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπινων όντων. Οι φασίστες αποτελώντας τη βίαιη πρωτοπορία της αστικής αντεπανάστασης, επιδιώκουν το τσάκισμα του προλεταριάτου και των οργανώσεών του. Ποια ανατροπή και ποιο χτύπημα του καπιταλιστικού συστήματος μπορεί να πετύχει μια εργατική τάξη τσακισμένη από τους φασίστες; Ή όπως το διατύπωνε ο Τρότσκι: “Πως λοιπόν να σταματήσουμε αλλιώς την ένοπλη επίθεση του εχθρού, παρά μόνο με ένοπλη άμυνα, για να περάσουμε ύστερα και εμείς με τη σειρά μας στην επίθεση;” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)
Δεν είναι λιγότερο ηλίθια μια άποψη που υιοθετείται τελευταία από διάφορα κομμάτια της αριστεράς (ακόμα και της άκρας). Σύμφωνα μ’ αυτήν αρκεί να απαιτούμε από το κράτος και την αστυνομία να διαλύσουν τις φασιστικές συμμορίες. Οργανώσεις της αριστεράς απαιτούν από την κυβέρνηση “να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή” ή “να ενεργοποιηθούνοι αντιρατσιστικοί νόμοι” κλπ. Επειδή κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις ισχυρίζονται εκτός των άλλων ότι είναι και τροτσκιστικές υπενθυμίζουμε ότι η άποψη του Τρότσκι ήταν εντελώς διαφορετική. Σε όσους, μέσα από το σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κόμμα Γαλλίας υποστήριζαν την ιδέα του αφοπλισμού των φασιστών από την αστυνομία της βοναπαρτίστικης κυβέρνησης Ντουμεργκ ο Τρότσκι εξηγούσε: “Ας κάνουμε όμως μια φανταστική υπόθεση: η αστυνομία… “αφοπλίζει” τους φασίστες. Μήπως αυτό λύνει το ζήτημα; Και τότε ποιος θα αφοπλίσει την αστυνομία που με το δεξί της χέρι θα ξαναδίνει στους φασίστες ότι τους πήρε με το αριστερό; Η κωμωδία του αφοπλισμού από την αστυνομία το μόνο που θα έκανε θα ήταν να δώσει ακόμα μεγαλύτερο κύρος στους φασίστες… Η αλήθεια είναι πως στα χέρια του βοναπαρτιστικού κράτους, ένα τέτοιο μέτρο θα στρεφόταν προ πάντων ενάντια στους εργάτες. Όπως είναι επίσης αλήθεια ότι οι “αφοπλισμένοι” φασίστες θα έπαιρναν την άλλη μέρα τα διπλάσια όπλα, όχι χωρίς τη βοήθεια της αστυνομίας” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)
Δεν είναι απίθανο μια “δημοκρατική” κυβέρνηση να αφοπλίσει κάποιες μεμονωμένες φασιστικές συμμορίες και μόνο με την προϋπόθεση ότι θα αφοπλίσει ταυτόχρονα και την εργατική τάξη. Την επόμενη μέρα το αστικό κράτος θα εξοπλίσει διπλάσια τους φασίστες και θα τους χρησιμοποιήσει ενάντια στο αφοπλισμένο εργατικό κίνημα. Έτσι, κάτω από τις συνθήκες του αστικού καθεστώτος αποδεικνύεται ότι οποιαδήποτε κωμωδία αφοπλισμού όλων των ένοπλων οργανώσεων, φασιστικών και εργατικών, στο τέλος στρέφεται αναπόφευκτα ενάντια στην εργατική τάξη. Ας θυμηθούμε λίγο και τον αφοπλισμό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με τη συμφωνία της Βάρκιζας από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου-Πλαστήρα. Ενώ η συμφωνία προέβλεπε επίσης την παράδοση των όπλων των ακροδεξιών συμμοριών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, αυτό δεν εμπόδισε τις κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις να εξοπλίσουν μέχρι τα δόντια τους φασίστες για να ακολουθήσει το φρικτό κύμα της λευκής τρομοκρατίας στην ύπαιθρο σε βάρος των αφοπλισμένων ΕΛΑΣιτών.
Υπάρχει τέλος μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη που ισχυρίζεται ότι με την ανάπτυξη των εργατικών αγώνων, των απεργιών και διαδηλώσεων ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση μπορούμε να νικήσουμε οριστικά το φασισμό. Οι υποστηριχτές αυτής της άποψης φαίνεται ότι αγνοούν ότι για το καπιταλιστικό καθεστώς η προσφυγή στο φασισμό επιβάλλεται προκειμένου να συντριβούν οι εργατικές οργανώσεις όταν οι κοιονοβουλευτικές και βοναπαρτίστικες κυβερνήσεις αποδεικνύονται ανίκανες να χειριστούν την κοινωνική κρίση προς όφελος των καπιταλιστών. Έτσι οποιαδήποτε ανάπτυξη των αγώνων και των απεργιών θα έχει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα όχι την εξαφάνιση αλλά τον διπλασιασμό των φασιστικών προκλήσεων και επιθέσεων.
“Οι καπιταλιστές καταλήγουν στο φασισμό όχι γιατί τους αρέσει, αλλά από ανάγκη: δεν μπορούν πια να διατηρήσουν την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής παρά μόνο προχωρώντας στην επίθεση κατά των εργατών, ενισχύοντας την καταπίεση και σπέρνοντας γύρω τους την αθλιότητα και την απελπισία. Επειδή σύγχρονα φοβούνται την αναπόφευκτη απάντηση των εργατών, οι καπιταλιστές, μέσω πρακτόρων τους, ξεσηκώνουν την μικροαστική τάξη κατά του προλεταριάτου, κατηγορώντας το ότι παρατείνει και κάνει βαθύτερη την κρίση, και χρηματοδοτούν τις φασιστικές συμμορίες για να συντρίψουν τους εργάτες. Αν η απάντηση των εργατών στην επίθεση του κεφαλαίου δυναμώσει αύριο, αν οι απεργίες γίνουν πιο συχνές και πιο σημαντικές, ο φασισμός… δεν θα εξαφανιστεί, αλλά θα αναπτυχθεί δύο φορές περισσότερο. Η ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος θα προκαλέσει την κινητοποίηση των απεργοσπαστών. Όλοι οι συμμορίτες “πατριώτες” θα κινητοποιηθούν. Οι αδιάκοπες επιθέσεις κατά των εργατών θα είναι στην ημερήσια διάταξη”. (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)
Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι η εργατική τάξη πρέπει να απαντήσει στη φασιστική απειλή με την αποχή από τους αγώνες. Όμως μόνο στο μέτρο που οι εργατικοί αγώνες αναπτυχθούν στην κατεύθυνση της επανάστασης και της εργατικής εξουσίας, ενισχυμένοι και περιφρουρημένοι από μαζικές πολιτοφυλακές, μπορεί να νικηθεί οριστικά ο φασισμός. Τελικά μόνο η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος θα σημάνει και το οριστικό ξερίζωμα της φασιστικής απειλής μια για πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου