Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Από την καταγγελία του Μνημονίου στη «δημοσιονομική σταθεροποίηση»;

Αναδημοσίευση από το Αριστερό Blog 

                                                  Γιώργος Καλημερίδης
 
Ο ευρωενωσιακός προσανατολισμός του ΣΥΡΙΖΑ είναι δεδομένος και γνωστός. Όπως δεδομένη και γνωστή είναι και η άποψή του για καταγγελία του Μνημονίου και της Δανειακής Σύμβασης, μέσα στα πλαίσια πάντα της νομισματικής ενοποίησης. Θέσεις αντιφατικές που θέτουν σαφή πολιτικά όρια στο μεταρρυθμισμό του, γεγονός που επιβεβαιώθηκε όλη την προηγούμενη εβδομάδα από την εχθρική στάση που κράτησε απέναντί του η γερμανική και γαλλική σοσιαλδημοκρατία. Στο δρόμο προς τη νέα εκλογική αναμέτρηση φαίνεται να αποτυπώνεται, ωστόσο, μια σαφής δεξιά μετατόπιση, ακόμη και στο ήδη διατυπωμένο πολιτικό του πρόγραμμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από αυτή την άποψη, είναι το άρθρο του Γιώργου Σταθάκη στο φύλλο της Κυριακάτικης Αυγής με τον τίτλο «Ένα σχεδιάγραμμα της δημοσιονομικής σταθεροποίησης»[1].

Το πρώτο που κάποιος μπορεί να παρατηρήσει είναι η υιοθέτηση του εννοιολογικού οπλοστασίου και του ερμηνευτικού πλαισίου της αστικής τάξης. Η «δημοσιονομική σταθεροποίηση» δεν είναι ασφαλώς μια ουδέτερη έννοια, αλλά έχει σαφές ταξικό πρόσημο που προσδιορίζει, όχι απλά μια συγκεκριμένη οπτική για την κατανόηση της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά και μια ταξικά καθορισμένη πολιτική για την υπέρβασή της.
Ο προσδιορισμός της κρίσης, με όρους εκτροχιασμού των οικονομικών του κράτους, υπερβολικών κρατικών δαπανών και ελλειμμάτων, αποτελεί τη θεωρητική βάση όλης της νεοφιλελεύθερης οικονομικής προσέγγισης. Από το ελληνικό Μνημόνιο μέχρι το Δημοσιονομικό Σύμφωνο της Ε.Ε, το ζήτημα της δημοσιονομικής σταθεροποίησης, δηλαδή της κατάργησης του κοινωνικού κράτους και της συμπίεσης του εργατικού εισοδήματος, είναι κεντρικό στο προβληματισμό και την πολιτική πρακτική όλων των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων.
Δεν ισχυρίζομαι ασφαλώς ότι ο Γ. Σταθάκης επιδιώκει  με το συγκεκριμένο άρθρο να διατυπώσει μια συνολική ερμηνεία για την καπιταλιστική κρίση, με νεοφιλελεύθερους όρους. Είναι ωστόσο προφανές ότι είναι προκλητικό να μιλά κανείς, από αριστερή μάλιστα οπτική, για την ανάγκη της δημοσιονομικής σταθεροποίησης σε μια χώρα που καταρρέει το κοινωνικό κράτος, η ανεργία ξεπερνά το 20%, η ύφεση καλπάζει στο 6%, το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 20% την τελευταία τετραετία και οι μισθοί, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, γνώρισαν μέσα στο 2011 μείωση-ρεκόρ κατά 25,34%. Μέχρι σήμερα τουλάχιστον, ήταν κοινός τόπος για όλα τα ρεύματα της Αριστεράς ότι το Μνημόνιο οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο ελλειμμάτων και δημοσιονομικής κατάρρευσης. Η αποτυχία στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων ήταν και είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη των ταξικών στόχων του προγράμματος. Εδώ εισερχόμαστε σε μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση. Ο αρθρογράφος της Αυγής επιδιώκει, ενδεχομένως, να διαμορφώσει ένα κοινό λεξιλόγιο πολιτικής επικοινωνίας με την Τρόικα και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο, να πείσει για το «ρεαλισμό» της πολιτικής πρότασης του κόμματός του, μόνο που το κεντρικό ζήτημα είναι άλλο: δεν είναι παρά η πολιτική οργάνωση του κόσμου της μισθωτής εργασίας ενάντια στη σύγχρονη κοινωνική λεηλασία. Με βάση, αν θέλετε,  την πολιτική πρόταση του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, μετακινούμαστε από την «ανάπτυξη και την αναδιανομή» προς τη δημοσιονομική σταθεροποίηση. Η ποιοτική διαφορά νομίζω είναι προφανής. 
Η ανάγκη να διαμορφωθεί ένα «σχεδιάγραμμα δημοσιονομικής σταθεροποίησης» προσδιορίζει και το συντηρητικό περιεχόμενο των προτάσεων του Γ. Σταθάκη. Το πρώτο που εντυπωσιάζει είναι η άποψη ότι «στο σκέλος των δημόσιων δαπανών δεν χρειάζονται μεγάλες ανακατατάξεις ούτε στο ύψος, ούτε στη σύνθεση των δημοσίων δαπανών. Οι δημόσιες δαπάνες βρίσκονται δύο με τρεις μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τα τελευταία είκοσι χρόνια (43,5 έναντι 45,5% του ΑΕΠ), και η σύνθεσή τους συγκλίνει στις βασικές κατηγορίες (δημόσια διοίκηση 11%, συντάξεις 10%, υγεία 9%, άμυνα και εκπαίδευση 10%). Η άμυνα είναι φυσικά πιο ψηλά και η εκπαίδευση χαμηλότερα στην Ελλάδα από ό,τι στην Ε.Ε». Αν υπάρχει ένα ζήτημα με τις δαπάνες του δημοσίου, αυτό σχετίζεται απλώς την εκτεταμένη διαφθορά, την αναποτελεσματικότητα της διοίκησης και τη διαπλοκή της με επιχειρηματικά συμφέροντα: «Οι υπηρεσίες που τελικά προσφέρονται στον πολίτη είναι δυσανάλογα χαμηλές σε σχέση με τους πόρους που δαπανώνται». Θέση τόσο ριζοσπαστική που δε θα είχε κανένα πρόβλημα να την αποδεχτεί ακόμη και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, αλλά και πολύ κοντά στην ανάγκη καθιέρωσης αξιολογικών πρακτικών και δεικτών «ποιότητας», όπως επιτάσσει άλλωστε και η  Λευκή Βίβλος του Ρέππα για τη δημόσια διοίκηση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προσέγγισης, η δραματική μείωση των μισθών και των συντάξεων, τα δύο χρόνια που πέρασαν, δεν απασχολεί καθόλου το συντάκτη της «δημοσιονομικής σταθεροποίησης».  Η διαμόρφωση μισθών –πείνας από το ενιαίο μισθολόγιο αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο που δεν αμφισβητείται. Επιπρόσθετα στο βαθμό που γίνεται αποδεκτή η υπάρχουσα κατανομή των δημόσιων δαπανών δημιουργούνται σοβαρά ερωτήματα γύρω και από τα ζητήματα του μεγέθους της απασχόλησης στο δημόσιο και του κανόνα 1 προς 10 στις προσλήψεις. Αντίθετα αυτό που «προέχει είναι το “πάγωμα” και όχι η μείωση των μισθών και δημόσιων δαπανών και η αποτροπή της περαιτέρω ύφεσης με κάθε μορφής πρόσφορο και έκτακτο μέτρο». Άρα η δημοσιονομική σταθεροποίηση προϋποθέτει την αυστηρή τήρηση των ήδη υπαρχόντων μνημονιακών μέτρων και παράλληλα προτάσσεται ως κύριο ζήτημα η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, σε σχέση με το έλλειμμα, και όχι απαραίτητα οι κοινωνικές ανάγκες του κόσμου της εργασίας. Αυτό είναι, δυστυχώς, το κοινωνικό τίμημα που απορρέει από κάθε πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθεροποίησης είτε το συντάσσει η κυρία Λαγκάρντ ή ο κύριος Σταθάκης.
Η «αριστερή προσέγγιση» του Σταθάκη περιορίζεται εντέλει στο σκέλος των δημόσιων εσόδων, με στόχο τον περιορισμό της φοροασυλίας, τη φορολογική ελάφρυνση των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων και τη φορολόγηση των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων της κοινωνίας. Από το κείμενο, άγνωστο γιατί, δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένα μέτρα για τη φορολογική ελάφρυνση των εργαζόμενων στρωμάτων (π.χ. κατάργηση των χαρατσιών, αλλαγή προς τα πάνω του αφορολόγητου, μείωση του ΦΠΑ στα είδη λαϊκής κατανάλωσης), ούτε αντίστοιχα για τη φορολόγηση του κεφαλαίου ή των υψηλών εισοδημάτων γενικά. Με δεδομένες τις θέσεις που προανέφερα στο σκέλος των δημόσιων δαπανών, η προσέγγιση τείνει στην αναζήτηση «ισοδύναμων μέτρων» με βάση όμως κλειδωμένους και απαράβατους δημοσιονομικούς στόχους. Αυτή δυστυχώς είναι όμως και η προσέγγιση του Σαμαρά, σε μεγάλο βαθμό και του ΔΝΤ. 
Τελευταίο, αλλά όχι και λιγότερο σημαντικό. Το κείμενο, μολονότι αναφέρεται στο έλλειμμα του προϋπολογισμού, αποσιωπεί ότι με βάση τον αναθεωρημένο προϋπολογισμό του Φλεβάρη για το 2012, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, χωρίς τους τόκους προς τους ξένους δανειστές, είναι 1,9 δισ. Το έλλειμμα δημιουργείται από τα 13,9 δισ. που δίνονται σε τόκους. Άρα χωρίς τους τόκους το ζήτημα της «δημοσιονομικής προσαρμογής» και στο κομμάτι των δημόσιων δαπανών, τίθεται με πολύ διαφορετικούς όρους. Ξέχασε ο συντάκτης του σχεδιαγράμματος ότι θέση του κόμματός του είναι η αναστολή της αποπληρωμής του χρέους;
Δε γνωρίζω αν το σχεδιάγραμμα έχει απλά ως στόχο του να διαμορφώσει μια δέσμη άμεσων κυβερνητικών μέτρων, ούτε ισχυρίζομαι ασφαλώς ότι σε αυτό το κείμενο εξαντλείται το σύνολο των οικονομικών προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ ή του Γ. Σταθάκη. Ο τρόπος προσέγγισης που επιλέγεται, οι ασάφειες και οι εμφανείς αποσιωπήσεις στα ζητήματα του χρέους, του μεγέθους της απασχόλησης στο δημόσιο και του ύψους των μισθών δημιουργούν πολιτικά ερωτηματικά Μένει να δούμε στην πορεία, αν τα παραπάνω είναι προσωπικές απόψεις ή η νέα πολιτική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ.

[1] Σταθάκης Γιώργος , Ένα σχεδιάγραμμα της δημοσιονομικής σταθεροποίησης, εφ. Αυγή, 27/5/2012 , on line: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=691383

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου