Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Στιγμιότυπα και σκέψεις από τη 12η Φλεβάρη

Αναδημοσίευση από την Αφορμή


Η Κυριακή, 12η Φλεβάρη έχει ήδη περάσει στις σελίδες των κοινωνικών αγώνων στην Ελλάδα ως ιστορικό ορόσημο. Δεν της έλειπε τίποτα: Είχε την εντυπωσιακή μαζικότητα της συμμετοχής σε επίπεδα αντίστοιχα των Κυριακών του περασμένου Ιουνίου, τις συγκρουσιακές διαθέσεις των μαζών, την αποφασιστικότητα και τη στοχοπροσήλωση αντάξια της πολιτικής συγκυρίας.
Κοντολογίς, είχε αναμφίβολα όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν μια γνήσια ηρωική αφήγηση του λαϊκού κινήματος. Το παρόν κείμενο δεν επιχειρεί τίποτα περισσότερο από μία αναπόφευκτα μερική καταγραφή γεγονότων και εμπειριών από αυτήν τη μέρα, να ανιχνεύσει σύντομα τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά και να θέσει ορισμένους προβληματισμούς συνολικότερα γύρω από τη συγκυρία.
Το σπουδαιότερο στοιχείο της προχτεσινής μέρας ήταν το ότι η εξαιρετική μαζικότητα της παρουσίας όλων των λαϊκών στρωμάτων στη διαδήλωση συνδυάστηκε ή καλύτερα πλαισιώθηκε από τις μάχιμες μορφές πάλης που υιοθέτησε και την εξωστρέφεια των συγκρουσιακών του διαθέσεων σε όλες τις εκφάνσεις. Και αυτό είναι εντελώς νέο στοιχείο των ταξικών αγώνων των καιρών μας (του «μνημονιακού κοινωνικού σχηματισμού» μας), σε επίπεδο διαδηλώσεων και δρόμου, στο βαθμό που: την τελευταία αυτή διετία, γίναμε μάρτυρες κατά βάσει, είτε πολύ συγκρουσιακών κινητοποιήσεων με μεγάλη μαζικότητα (5η Μάη 2010, 15 και 28-29 Ιούνη 2011), είτε συγκλονιστικά μαζικών συγκεντρώσεων (άνω των 500.000) με σχεδόν καθολικά ειρηνικό χαρακτήρα (πρώτες Κυριακές του κινήματος της πλατείας Συντάγματος, 19 Οκτώβρη 2011). Προσωπική μου εκτίμηση, είναι ότι όσον αφορά και τους δύο παραπάνω αδρούς άξονες αξιολόγησης των κοινωνικών συγκρούσεων, η χτεσινή μέρα συνιστά ποιοτική υπέρβαση.
Μάλιστα, αξίζει να μεταφέρω εδώ την πολιτική κρίση πολλών συντρόφων μου, που εμπιστεύομαι: Οι σφοδρές συγκρούσεις με τα ριζοσπαστικά και προωθημένα χαρακτηριστικά, οι αμέτρητες πυρπολήσεις ιδιωτικών κτιρίων και τραπεζών, οι αναρίθμητες εστίες αντιπαράθεσης της κρατικής καταστολής με την κοινωνία σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας, υπερβαίνουν σε κλίμακα ακόμα και τις κορυφώσεις της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008.
Ας αφήσουμε όμως τις εικόνες ως καλύτερα τεκμήρια του παραπάνω ισχυρισμού: Στις 6 παρά τέταρτο, τρία τέταρτα μόλις μετά το κάλεσμα συγκέντρωσης στο Σύνταγμα ήταν γεμάτη όλη η λεωφόρος Αμαλίας από τη Μεγάλη Βρετάνια ως τη Βουλιαγμένης και στην επόμενη μία ώρα είχε γεμίσει η μισή Σταδίου, η Πανεπιστημίου, η Ομόνοια (από μέλη του ΠΑΜΕ), ενώ ήδη είχαν απωθηθεί δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές στη Μητροπόλεως, την Ερμού, τη Καραγεώργη Σερβίας, υπερχειλίζοντας μέχρι και τις κάθετες αρτηρίες ως την πλατεία στο Μοναστηράκι.
Παράλληλα, η κεντρική επιδίωξη των δυνάμεων της αστυνομίας – για την ακρίβεια των ΜΑΤ – ήταν η κατά το νωρίτερο δυνατό εκδίωξη των διαδηλωτών από το χώρο μπροστά στη Βουλή. Αυτό δεν ήταν ωστόσο εύκολο έργο για τον κατασταλτικό μηχανισμό, μια που η εντυπωσιακή αποφασιστικότητα  των μαζών, η μαχητικότητα των αριστερών οργανώσεων και η μη διαχειρίσιμη μαζικότητα του κόσμου, οριοθετούσαν τα διάφορα επιχειρησιακά σχέδια που η αστυνομία διέθετε. Παρόλα αυτά, δε δικαιούμαστε να μιλάμε ακόμα, για ουσιαστική – οργανωτικά – αμφισβήτηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων που διαθέτει το κράτος σε επίπεδο δρόμου (και εδώ έχουμε μία αναντιστοιχία με το Δεκέμβρη). Αναφέρομαι σε εκείνου του βαθμού αμφισβήτησης, που διακυβεύει την ίδια την επιτυχή εγγύηση του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού της αστικής ταξικής κυριαρχίας.
Οι δυνάμεις καταστολής είχαν αναμφίβολα τον πρώτο λόγο στο ποιο μέρος του κέντρου της Αθήνας θα εκκενώσουν από τις διαδηλώσεις και τις εκδηλώσεις της ταξικής οργής του κόσμου, που ήταν βέβαια, η Βουλή και η πλατεία Συντάγματος. Αυτή ήταν η ιεράρχηση της πολιτικής ηγεσίας της αστυνομίας τόσο επιχειρησιακά-διαχειριστικά, πολύ δε περισσότερο πολιτικά. Πρώτα και κύρια, έπρεπε να διασφαλίσουν ότι η ψήφιση του Μνημονίου 2, ενός νόμου που κυριολεκτικά στήνει ικριώματα στη συντριπτική κοινωνική πλειοψηφία, θα γινόταν με στοιχειώδεις όρους κοινωνικής ειρήνης γύρω από το Κοινοβούλιο. Η όλη μέριμνα και η κεντροθέτηση του προβλήματος λοιπόν από πλευράς κράτους, έδειξε ότι το ουσιαστικότερο ζήτημα είναι η άρση της σκανδαλώδους αντίστιξης μιας μαζικής λαϊκής πολιορκίας της συμβολικής ενσάρκωσης της λαϊκής βούλησης. Το πολιτικό σημαίνον έπρεπε να εκκαθαριστεί από το σημαινόμενό του. Λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ήθελαν να αποφευχθεί η εικόνα κοινωνικής περικύκλωσης της Βουλής της 5ης Μάη 2010, αλλά και του πλατειακού κινήματος επί ένα μήνα, εικόνα που αίρει τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό και αναπτερώνει την ηθικό και την αυτοπεποίθηση των μαζών. Στη συνέχεια, έχοντας διασφαλίσει τη γαλήνη και την ομαλότητα στην κεντρική σκηνή αντιπαράθεσης, θα μπορούσαν με αυτή τη στρατηγική υπεροχή, να εκδιώξουν τους διαδηλωτές προς κάθε κατεύθυνση μακριά από το κέντρο, σχέδιο που υλοποιήθηκε 2 περίπου ώρες μετά.
Αν κάτι απέδειξαν περίτρανα τα εν λόγω σχέδια είναι η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής αντιπαράθεσης με το κράτος και τους μηχανισμούς του πάνω στην τεχνική-επιχειρησιακή της πλευρά, που ωστόσο και αυτή είναι σπουδαία και δεν πρέπει να αμελείται. Πρώτα πρέπει να συγκεντρωθούν οι πολιτικοί και ιδεολογικοί όροι του κοινωνικού ανταγωνισμού στο δρόμο, που θα υποδείξουν και την τεχνική-οργανωτική αναβάθμιση αυτού (τα τεχνικά μέσα της λαϊκής αντιβίας, το οργανωτικό σχέδιο στο οποίο οι πολιτικές συλλογικότητες, αντικαπιταλιστικοί-επαναστατικοί φορείς θα εμπλέξουν τις μάζες).
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να καταγράψω την εμπειρία μου από τη στιγμή οριστικής εκκαθάρισης της πλατείας Συντάγματος γύρω στις 10.20 το βράδυ. Τα ΜΑΤ έχουν προηγουμένως, από όσο θυμάμαι, 6 ή 7 φορές αποτυχημένα να διώξουν τους αποφασισμένους διαδηλωτές, οι οποίοι οπισθοχωρούν και επιστρέφουν διαρκώς γεμίζοντας τον πνιγμένο στα δακρυγόνα χώρο, μπροστά στη Βουλή. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν – και με δεκάδες μέτωπα ανοιχτά της αστυνομίας – λήφθηκε η απόφαση να εκκενωθούν οι δρόμοι πέριξ της πλατείας Συντάγματος. Για να υλοποιηθεί αυτό έπρεπε πρώτα να διασπάσουν ορισμένα μπλοκ πίσω από την Όθωνος επί της Αμαλίας  προς τη Βουλή και μαζί με τους συγκεντρωμένους μπροστά στη Βουλή, να απωθηθούν όλοι προς τη Σταδίου αρχικά και προς το Μοναστηράκι κατόπιν. Αυτό, επειδή με τα δακρυγόνα αποδείχτηκε ότι δεν ήταν εφικτό, χρησιμοποίησαν εντελώς δολοφονικά μόνο ασφυξιογόνα (3 ή 4 αν κατάλαβα καλά), που παραλύουν αυτοστιγμεί τις δυνάμεις των αγωνιστών που τα εισπνέουν και που είναι πρακτικά αδύνατον να αντιδράσει κανείς. Ο χώρος άδειασε ακαριαία και έλαβε χώρα ένας επικίνδυνος συνωστισμός στις ιδιαίτερα ολισθηρές σκάλες της πλατείας Συντάγματος. Σαν να μην έφτανε το όλο ασφυκτικό-αποπνικτικό κλίμα, ακολούθησε επίθεση των δυνάμεων των ΜΑΤ από κάθε κατεύθυνση, με εφόδους τροχάδην μέσα στην πλατεία, με γκλοπ και με βροχή δακρυγόνα. Φάνηκε έτσι να μην υπάρχει δίοδος διαφυγής από την πλατεία, πράγμα επιχειρησιακά παράδοξο, διότι σύμφωνα με την πάγια πρακτική των ΜΑΤ απέναντι σε μεγάλες μάζες διαδηλωτών που θέλουν να διαλύσουν, θα φροντίσουν να υποδείξουν την επιθυμητή για αυτούς κατεύθυνση φυγής. Είναι πασίγνωστη άλλωστε μέθοδος και είχε υποδειχτεί από το Σουν Τσου (πάντα να αφήνεις στον εχθρό που πολιορκείς μία έξοδο διαφυγής, ώστε να μην αναγκαστεί να πολεμήσει λυσσασμένα χωρίς να έχει να χάσει τίποτα). Η – φαινομενικά απονενοημένη – μη υλοποίησή της ωστόσο, στόχευε στην κατατρομοκράτηση του αποφασιστικού πλήθους και να σταλεί έτσι ένα μήνυμα ότι η παραμονή στο Σύνταγμα από εδώ και μπρος θα έχει φοβερές συνέπειες για τους επίδοξους διεκδικητές του χώρου.
Αναπόδραστα σκέφτηκα αργότερα, τη σωματική διάσταση («σωματότητα») της κρατικής εξουσίας και το φόβο του πλασίματος του σώματος, που απορρέει από την ύπαρξη ενός αποκλειστικού κατόχου της βίας (κράτος), όπως το ανέλυσε ωραία ο Πουλαντζάς στο τελευταίο του βιβλίο, αλλά και το πόσο στρεβλωτικός είναι ο τίτλος Μονάδες Αποκατάστασης Τάξης (ΜΑΤ). Είναι τίτλος της τάξης του double speak, ιδιάζον στοιχείο της κυρίαρχης ιδεολογίας του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, μια που στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από αντι-εξεγερτικός στρατός (riot police). Είναι δυνάμεις ειδικά εκπαιδευμένες, στη συγκρότηση των οποίων προχωράνε οι αναπτυγμένες αστικές δημοκρατίες λίγο μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, για να αντιμετωπίσουν τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τις κοινωνικές εκρήξεις, χωρίς να αναγκάζονται να κατεβάσουν το στρατό, που δεν είναι αποτελεσματικός για τη δουλειά αυτή, με τα πολιτικά και ιδεολογικά προσχώματα που φέρει η εμφάνισή του στους δρόμους. Η εμφάνισή τους έχει προοιωνίσει την αναίρεση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου του ’50 και τη θωράκιση απέναντι σε ένα νέο πολυποίκιλο ριζοσπαστισμό (φοιτητική νεολαία ως συνεκτική κοινωνική κατηγορία, αντάρτικα πόλης, κλπ) και μαζί με τους τρομονόμους, αποτελεί από τα σημαντικότερα όπλα του κράτους στον κοινωνικό έλεγχο, την καταγραφή, την επιτήρηση και πειθάρχηση του εσωτερικού εχθρού.
Εντούτοις, μην υποκύπτοντας στο σκεπτικισμό και τη μοιρολατρία, αξίζει να τονισθούν οι διαβαθμίσεις στην αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας, ορισμένες από τις οποίες φάνηκαν χτες: Στην εκδίωξή μας από το Σύνταγμα και καθώς κατεβαίναμε από τη Μητροπόλεως και την Ερμού, οι δρόμοι παντού είχαν γεμίσει πέτρες ενώ κάθε τόσο κάποιο πρόχειρο οδόφραγμα εξέτρεπε το διάβα των διαδηλωτών. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό! Μετά ενημερώθηκα ότι τριγύρω στο Μοναστηράκι και το μετρό της Ακρόπολης, ήταν οχυρωμένο από οδοφράγματα καθώς επί ώρες έκανε επιδρομές η αστυνομία, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι εκεί παρευρισκόμενοι δεν θα επιχειρήσουν ποτέ πια την επιστροφή τους στο κεντρική σκηνή της μάχης στο Σύνταγμα. Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος παρέμενε στους δρόμους, έστω και τόσα χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο με μια απαράμιλλη υπομονή, συγκρουόμενος με την κρατική καταστολή. Όλη αυτήν την ώρα παράλληλα, μαθαίναμε για τα πολλά καμένα κτίρια του κέντρου της Αθήνας. Μια συντρόφισσα εύστοχα μου επισήμανε ότι ο υπερβολικός αυτός αριθμός πυρπολημένων κτιρίων είναι το αποτέλεσμα της μετατόπισης του στόχου του λαού από τη Βουλή σε άλλα εναλλακτικά σύμβολα του ελληνικού καπιταλισμού και της εξουσίας (κατά βάση χρηματικής): Οι πάμπολλες καμένες τράπεζες, μεγάλα καταστήματα-αλυσίδες είναι η κρατικά λογοκριμένη μετωνυμία της φλεγόμενης Βουλής στο συλλογικό φαντασιακό. Σφαιρικότερα, θα μπορούσαμε να πούμε πως αμφισβητήθηκε η αστική διαχείριση της πόλης, των προβεβλημένων συμβόλων και προτεραιοτήτων του κράτους, που αποκρυσταλλώνει και συμπυκνώνει τις ποικιλώνυμες αστικές εξουσίες, ασυνείδητα ίσως (γιατί προφανώς όλες αυτές οι ενέργειες δεν είναι προϊόν μόνο των δυνάμεων της αναρχίας, σε πείσμα της άθλιας ρητορείας των ΜΜΕ).
Υπό το παραπάνω πρίσμα, το ότι οι κατασταλτικές δυνάμεις έχουν τον πρώτο λόγο στο δρόμο με το να παίρνουν την επιλογή διάλυσης των διαδηλώσεων δε μένει γενικά χωρίς συνέπειες, μια που η προχτεσινή της επιλογή δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει και να αναχαιτίσει τις επιθετικές κινήσεις των μαζών, τις μαχητικές πρακτικές αντιβίας και τις επιλογές αμφισβήτησης του ευρύτερου αστικού περιβάλλοντος.
Από εδώ και πέρα, βρισκόμαστε σε μία κατάσταση που ο κόσμος της εργασίας και γενικά τα πληττόμενα κοινωνικά στρώματα κινούνται σε μια αντιφατική τροχιά: Από τη μία δίνει μεγάλες κεντρικές αντιπαραθέσεις με το κράτος και την άρχουσα τάξη στο δρόμο, ιδιαίτερα δυναμικές, επίμονες και αποφασιστικές και από την άλλη δεν μπορεί να δώσει μια διάρκεια και ένα συντονισμό στο αγώνα του μια που είναι κοινωνικά κατακερματισμένος (περισσότερο «πλήθος» παρά «υποκείμενο») και εξαιρετικά αδύναμος συνδικαλιστικά. Αυτός χονδρικά, είναι ο λόγος που μέχρι στιγμής, ο απομονωμένος συνασπισμός εξουσίας τα έχει βγάλει μια χαρά (ανακατεύοντας την τράπουλα του πολιτικού του προσωπικού όποτε χρειάστηκε) απέναντι σε τεράστιες αντιπαραθέσεις που έδωσε απέναντί του το σύνολο της κοινωνίας το προηγούμενο χρονικό διάστημα, περνώντας μια κοσμογονία σε διάστημα λιγότερο των 2,5 χρόνων.
Οφείλω να ομολογήσω ότι παρά την αξιοθαύμαστη στάση του κόσμου προχτές με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά και την εμπειρία που έχει αποκομίσει πλέον, δεν έδειξε ότι είναι διατεθειμένος να δώσει μία μάχη διαρκείας. Έχω την εντύπωση ότι έδωσε μια σκληροτράχηλη μάχη χωρίς επένδυση ελπίδας πραγματικά σε αυτήν, χωρίς να διαθέτει την προοπτική της κεφαλαιοποίησής της σε μια μελλοντική νίκη. Ας έχουμε υπόψη μας όμως τα εξής: Ότι ήδη μια φορά το καλοκαίρι όλος αυτός ο κόσμος επιχείρησε πολιτικά «ακέφαλος» να ανατρέψει τις κυρίαρχες επιλογές τις άρχουσας τάξης. Μάλιστα, δοκίμασαν συντονισμένα σχετικά να συγκροτήσουν διαδικασίες μέσω της λαϊκής συνέλευσης, να προσδιορίζουν τις θεμελιώδεις πολιτικές αρχές της δράσης τους και να σχεδιάζουν τις κινήσεις τους με ορίζοντα την καταψήφιση ή εμπόδιση της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου, που πρακτικά θα έριχνε την κυβέρνηση. Ωραία όλα αυτά, απλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξανασυμβεί. Τακτικά και στρατηγικά σχέδια δε γίνονται να αναπτύσσονται ερήμην των αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών οργανώσεων. Αντιθέτως, αυτό είναι το βασικό έργο των αντικαπιταλιστικών και αντιεξουσιαστικών συλλογικοτήτων: Να ανυψώνουν το αγωνιστικό του φρόνημα, να το εξασθενούν τους φενακισμούς και τα επίπλαστά διλήμματα της άρχουσας τάξης, να οξύνουν το πολιτικό του αισθητήριο και να κατευθύνουν το λαό  αποκωδικοποιώντας σωστά τα επίδικα της συγκυρίας.
Επιπρόσθετα, ορισμένες ήττες που μαζεύει στην πλάτη του το κοινωνικό και εργατικό κίνημα σε κρίσιμους κόμβους της ταξικής πάλης, επιδεινώνουν σαφώς τους όρους αντεπίθεσής του για την «επόμενη φορά». Και αυτό επειδή, σε κάθε τέτοιο σταυροδρόμι, κρίνονται πράγματα τόσο για την κερδοφορία του κεφαλαίου όσο και για τους όρους της αναπαραγωγής της σε περίοδο μάλιστα οξύτατης οικονομικής κρίσης. Αυτό που τελικά διακυβεύεται σε αυτές τις στιγμές της ψήφισης συνολικών νόμων-οδοστρωτήρων είναι η αναδιάταξη του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ του κεφαλαίου, που προς το παρόν, αποτυπώνεται αντιφατικά με παθητική αποδοχή από μέρους της κοινωνίας, αλλά σε επόμενο χρονικό διάστημα και όσο εδραιώνεται ο κοινωνικός «Μεσαίωνας», θα λαμβάνει και όψεις ενεργητικής συγκατάβασης. Οι νόμοι που ψηφίζονται μπορεί να μην εμπεδώνουν σε πραγματικό χρόνο άμεσα νέους συσχετισμούς δύναμης, δρουν όμως προοπτικά σαν ιδεολογική συγκολλητική ύλη για το νέο αστικό πολιτικό σκηνικό στο εγγύς μέλλον.
Τελευταίος λόγος είναι η εφαρμογή της αποτελεσματικότατης στρατηγικής του δόγματος του σοκ από μεριάς ελληνικής αστικής τάξης, που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν στο ομώνυμο βιβλίο της, όπου η ολομέτωπη και σφοδρή επίθεση, βγάζει νοκ-άουτ τις κυριαρχούμενες τάξεις, που δεν ξέρει «από πού να το πιάσει και που να το αφήσει». Ιδιαίτερη αξία μάλιστα, έχει το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η πρώτη δυτική χώρα που εφαρμόζεται αυτή η στρατηγική που μέχρι πρότινος λάμβανε χώρα μόνο στην Κεντρική και Λατινική Αμερική, θωρακισμένη σημειωτέον, τις περισσότερες φορές από στρατιωτικές ή κεκαλυμμένες δικτατορίες. Η Ελλάδα είναι ένα πειραματόζωο που έλκει το πολιτικό ενδιαφέρον διεθνώς των αστικών τάξεων. Είναι από την άλλη ωστόσο και στοίχημα, όχι μόνο για την άρχουσα τάξη αν τελικά θα επικρατήσει με αυτήν τη στρατηγική, αλλά και για τους «από κάτω», που αν στην Ελλάδα επινοήσουν και συγκροτήσουν μια νικηφόρα στρατηγική, θα έχει πολύ ενδιαφέρον για το σύνολο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, που δε θα έχει καμία σχέση με αυτό που γνωρίζουμε σήμερα.
Κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται να αντλήσουμε αισιοδοξία από την προχτεσινή ιστορική μέρα, ζυγίζοντας όμως ταυτόχρονα και τη δυσχερέστερη θέση στην οποία βρέθηκε την επόμενη μέρα το κίνημα. Τα σωστά συμπεράσματα από το τελευταίο κυρίως διάστημα (Μάιος 2011- Φλεβάρης 2012), θα μας βοηθήσουν να πάρουμε και τις σωστές στρατηγικές επιλογές για το επόμενο διάστημα. Για μένα δύο είναι τα αδρά συμπεράσματα για τις αντισυστημικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας: Πρώτον, η αναγκαιότητα συγκρότησης ενός δυνάμει επαναστατικού φορέα-πολιτικού μετώπου δυνάμεων που δεσμεύονται σε ορισμένους – σε πρώτη φάση – στοιχειώδεις αντικαπιταλιστικούς στόχους και ας μην είναι εφικτή στην παρούσα συγκυρία η συγκρότησή του. Και αυτό διότι είναι φανερά απαίτηση του κόσμου να εκφραστεί μέσα από ένα φορέα-αντίπαλο δέος των κομμάτων εξουσίας, που θα αντιτάσσει ένα ηγεμονικό συνεκτικό σχέδιο που θα υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων.
Δεύτερον, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλες αυτές οι δυνάμεις πως παρά το ότι ο συνασπισμός εξουσίας έχει διαρρήξει όλες του τις κοινωνικές συμμαχίες και τα ταξικά στηρίγματα, είναι «σκληρό καρύδι» και δεν πέφτει εύκολα ή τουλάχιστον με εξεγέρσεις της μιας μέρας (τύπου 5η Μάη 2010 ή 12η Φλεβάρη 2012). Μπορεί να είναι ασταθής και να δείχνει ανά περιόδους ότι παραπαίει αλλά είναι τέτοια η πρόθεση και στρατηγική επιλογή πρόσδεσης στις ευρωπαϊκές χρηματιστικές ελίτ ακόμα και η στήριξη από αυτές, που το εκάστοτε κυβερνητικό σχήμα δε θα πέσει εύκολα, ούτε οι ψηφισμένοι νόμοι πολύ περισσότερο θα παραγραφούν. Χρειάζεται κίνημα διαρκείας με συντονισμό όλων των πληττόμενων κοινωνικών κομματιών, που οι αντικαπιταλιστικές και αντισυστημικές δυνάμεις θα το συναντήσουν και θα το καθοδηγήσουν. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, απαιτείται η ενασχόληση με όλα τα κοινωνικά ζητήματα στη βάση, τα εργατικά – συνδικαλιστικά ζητήματα, αλλά και τα ζητήματα επιβίωσης και αλληλεγγύης (χαράτσια ΔΕΗ, κοινωνικά ιατρεία, παντοπωλεία, λαϊκά φροντιστήρια, προστασία μεταναστών), μέσα από τα οποία θα στηθούν και οι κατάλληλες κοινωνικές δικτυώσεις (αυτή άλλωστε τηρουμένων των αναλογιών, δεν είναι και η πολιτική βαρύτητα της Εθνικής Αλληλεγγύης κατά τη δράση της το ’41-’44;).
Η δουλειά και οι μικρές νίκες στην κοινωνική βάση-σε μοριακό επίπεδο, θα ανακουφίσει αφενός τα λαϊκά στρώματα, θα δώσει την απαιτούμενη ηθική ανάταση και ταξική αυτοπεποίθηση και θα εμπνεύσει αφετέρου νικηφόρα τον αγώνα διαρκείας απέναντι στο εχθρικό μπλοκ εξουσίας, με στρατηγική υπομονή και επιμονή, μέχρι την ανατροπή του. Με άλλα λόγια, αυτό που επί 5 και πλέον ώρες έκανε ο χώρος αυτός και ένα κομμάτι της αναρχίας πάνω στη Βουλή, όπου δρούσαν οι δυνάμεις αυτές ως εγγυητές της παρουσίας και επιστροφής του κόσμου στην κεντρική σκηνή της μάχης (αλλά σε αυτό και μόνο), αυτό να κάνει τηρουμένων των αναλογιών, σε κοινωνικών επίπεδο, επιλέγοντας το πεδίο στο οποίο θα ρίξει τις δυνάμεις της. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά, θα πρέπει τώρα να ιεραρχήσει τοιουτοτρόπως τις στοχεύσεις της, να ενδυναμώσει τις συνελεύσεις και τις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, να προσηλωθεί και να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της σε ένα ή δύο κοινωνικά μέτωπα και να τα δουλέψει σοβαρά, απαντώντας στις άμεσες ανάγκες του κόσμου. Η προσήλωση μόνο στην κεντρική πολιτική στρατηγική θα μένει κενό γράμμα όσο δε συνδέεται επί της ουσίας με τον απλό κόσμο και τα προβλήματά του, ενώ ταυτόχρονα η πολιτική δυναμική της θα μένει χαμηλή και αναντίστοιχη των δυνατοτήτων και της πολιτικής της εμβέλειας. Εντέλει, δεν θα μπορεί να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο σε ενδεχόμενα μετωπικά σχήματα με άλλες δυνάμεις (χωρίς αναγκαστικά επαναστατικό προσανατολισμό), αφού δεν θα μπορεί να τις δεσμεύει στην αντικαπιταλιστική πρακτική μαζών με τις οποίες δεν έχει έρθει προηγουμένως σε επαφή.
Υ.Γ. 1: Ένα πράγμα μόνο προκάλεσε αλγεινή εντύπωση στην προχτεσινή μέρα: Η θλιβερή απολογητική στάση των κομμάτων της Αριστεράς κατά την ψήφιση του Μνημονίου 2, για τα γεγονότα της πυρπόλησης κτιρίων και τις συγκρούσεις. Χωρίς καν να έχουν εγκληθεί από τα αστικά κόμματα εξουσίας, έσπευσαν γρήγορα γρήγορα να καταδικάσουν τα γεγονότα σαν προβοκατόρικα. Έχουν εγγράψει τόσο βαθιά τις εγκλήσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπου έχουν πλέον ενσωματωθεί σε βάθος, με αποτέλεσμα να ενεργοποιούνται αντανακλαστικά οι απολογίες τους σε τέτοιες περιπτώσεις (δε θυμίζει κάπως τη διαλεκτική δούλου και αφέντη στο Χέγκελ;). Με ποιο τρόπο, λοιπόν, θεωρούν το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ ότι οι κινηματικοί συσχετισμοί στην κοινωνία θα περάσουν και θα εγγραφούν στη Βουλή; Πάντως με τη συνεχή επίκληση των εκλογών σίγουρα όχι… Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι εκλογές δε θα δουν νωρίς, όπως δείχνουν τα πράγματα, αν ο κόσμος δε διεκδικήσει στο δρόμο εναλλακτική διακυβέρνηση με δυναμικό τρόπο. Είναι τόσο χρεοκοπημένος ο κλασικός εκλογικός προσανατολισμός σε μια τέτοια συγκυρία, αλλά ακόμα πιο αποτυχημένη είναι η στρατηγική διεκδίκησής τους από την καθεστωτική Αριστερά. Κατά τη γνώμη μου, οι εκλογές θα έρθουν σαν απάντηση μιας σοβαρής κοινωνικής αναταραχής, με στόχο να αποκατασταθεί η κοινωνική γαλήνη, να ενεργοποιηθεί ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός και οι κίβδηλες προσδοκίες κάποιας «μαγικής» αλλαγής μέσα από τις κάλπες. Εν πάσει περιπτώσει, αντί να εκπροσωπήσουν με θάρρος την κινηματική ανάταση, φροντίζουν να θάψουν τις πιο μαχητικές, απειλητικές και πολιτικά επικίνδυνες πρακτικές του λαϊκού κινήματος. Αποδεικνύουν στις πιο κρίσιμες φάσεις του κινήματος ότι δυστυχώς έχουν μετατραπεί σε αριστερούς κυματοθραύστες του συστήματος και εμποδίζουν το κοινωνικό κίνημα να κάνει μισό βήμα πιο μπροστά…
Υ.Γ. 2: Ακούγεται έντονα τελευταία ότι η κοινωνία την τελευταία διετία θυμίζει υποκείμενο στην κατάσταση της μελαγχολίας. Περνώντας από τη διαδικασία του πένθους στην αρχή για το απολεσθέν αντικείμενό του (κοινωνικές παροχές, σχετικά αξιοπρεπείς μισθούς – και όλα αυτά με ιδιαίτερη φειδώ την τελευταία δεκαετία), βυθίζεται στη μελαγχολία. Τις περισσότερες φορές αντιδρά με εκδηλώσεις μανίας, συμπληρωματική διαδικασία της κατάθλιψης με εξεγερσιακά ξεσπάσματα (αν εξαιρέσουμε ίσως τις πλατείες του καλοκαιριού), και μετά για αρκετούς μήνες αποσύρεται στη μελαγχολική του ιδιώτευση. Αυτή είναι μία ιδιότυπη μελαγχολία ωστόσο. Η κοινωνία δεν έχει φροϋδικά τις προοπτικές του μεμονωμένου υπό ανάλυση υποκειμένου. Αναφέρομαι στην επίλυση της απώλειας του «ποθητού» αντικειμένου (πένθους) με τη ναρκισσιστική ενδοβολή του. Υπό την αυστηρή αυτή υπόθεση δεν έχουμε κοινωνία στην κατάσταση μελαγχολίας, αλλά σε κατάσταση παρατεταμένου πένθους. Δύο προοπτικές ανοίγονται για την κοινωνία αναφορικά με την επίλυση του πένθους της: Είτε η συλλογική αυτοκτονία, είτε ο επίμονος αγώνας για μια άλλη άλλου τύπου κοινωνία, με άλλο αξιακό σύστημα, με άμεση δημοκρατία, συλλογική αυτοοργάνωση και αλληλεγγύη: Τι άλλο δηλαδή, από μια επανεπένδυση ελπίδας σε ένα άλλου τύπου αντικείμενο (πείτε το σοσιαλισμό ή όπως αλλιώς θέλετε) καλύτερο και πληρέστερο από το όποιο προηγούμενο; Όχι όμως με απονευρωμένη χιλιάστικη πίστη, αλλά με έναν πραγματικά ενεργητικό και καταφατικό τρόπο… Δεν έχουμε άλλη επιλογή, θα τον επινοήσουμε!
Δήμος Ε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου