Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Βοναπαρτισμός και Φασισμός

Βοναπαρτισμός και Φασισμός i
Μετάφραση Παραναγνώστης

Η τεράστια πρακτική σημασία ενός σωστού θεωρητικού προσανατολισμού εκδηλώνεται πιο χτυπητά σε μια περίοδο οξείας κοινωνικής σύγκρουσης, ραγδαίων πολιτικών αλλαγών, απότομων αλλαγών της κατάστασης. Σε τέτοιες περιόδους, οι πολιτικές αντιλήψεις και γενικεύσεις γρήγορα παλιώνουν και απαιτούν είτε μια πλήρη αντικατάσταση (η οποία είναι πιο εύκολη) είτε την συγκεκριμενοποίησή τους, την όξυνση της ακρίβειάς τους ή την μερική τους διόρθωση (η οποία είναι πιο δύσκολη). Σε αυτές ακριβώς τις περιόδους, όλα τα είδη των μεταβατικών, ενδιάμεσων καταστάσεων και συνδυασμών προκύπτουν, ως αναγκαιότητες, ανατρέποντας τα συνήθη πρότυπα και απαιτώντας δυο φορές πιο επίμονη θεωρητική προσοχή. Με μια λέξη, αν κατά την ειρηνική και «οργανική» περίοδο (πριν από τον πόλεμο), μπορούσε κανείς να περάσει με μερικές ετοιματζίδικες αφαιρέσεις, στην εποχή μας κάθε νέο συμβάν προσκομίζει δυναμικά τον πιο σημαντικό νόμο της διαλεκτικής: Η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη.

Η σταλινική θεωρία του φασισμού αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα πιο τραγικά παραδείγματα επιζήμιων πρακτικών συνεπειών που μπορούν να προκύψουν από την αντικατάσταση της διαλεκτικής ανάλυσης της πραγματικότητας, σε κάθε συγκεκριμένη φάση της, σε όλα τα μεταβατικά στάδιά της, δηλαδή, στις βαθμιαίες της αλλαγές καθώς και στα επαναστατικά (ή αντεπαναστατικά) της άλματα, με αφηρημένες κατηγορίες διατυπωμένες στη βάση μιας μερικής και ανεπαρκούς ιστορικής εμπειρίας (ή μιας στενής και ανεπαρκούς οπτικής του όλου).
Οι σταλινικοί υιοθέτησαν την ιδέα ότι στη σύγχρονη περίοδο, το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί από την κοινοβουλευτική δημοκρατία και είναι υποχρεωμένο να καταφύγει στο φασισμό. Από αυτήν την ιδέα, απόλυτα σωστή εντός ορισμένων ορίων, αντλούν με ένα καθαρά επαγωγικό, και τυπικά λογικό τρόπο τα ίδια συμπεράσματα για όλες τις χώρες και για όλα τα στάδια ανάπτυξης. Γι 'αυτούς, ο Primo de Riveraii, ο Μussoliniiii, o Chiang Kai-Shekiv, ο Masarykv, ο Bruningvi, ο Dollfussvii, ο Pilsudskiviii, ο βασιλιάς Αλέξανδρος της Σερβίαςix, ο Severingx, ο MacDonaldxi, κλπ, ήταν οι εκπρόσωποι του φασισμού. Με τον τρόπο αυτό, ξέχασαν:
(α) ότι και στο παρελθόν ποτέ δεν ανέχτηκε ο καπιταλισμός την «καθαρή» δημοκρατία, άλλοτε συμπληρώνοντάς την με ένα καθεστώς ανοιχτής καταστολής και άλλοτε αντικαθιστώντας την με αυτό.
(β) ότι δεν υπάρχει πουθενά «καθαρός» χρηματιστικός καπιταλισμός
(γ) ότι ακόμα και όταν κατέχει δεσπόζουσα θέση, το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν ενεργεί εν κενώ και είναι υποχρεωμένο να υπολογίζει και τα άλλα στρώματα της αστικής τάξης και την αντίσταση των καταπιεσμένων τάξεων
(δ) ότι, τελικά, μεταξύ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του φασιστικού καθεστώτος μια σειρά από μεταβατικές μορφές, η μία μετά την άλλη, επιβάλλονται αναπόφευκτα, πότε «ειρηνικά», και πότε με τον εμφύλιο πόλεμο. Και κάθε μία από αυτές τις μεταβατικές μορφές, αν θέλουμε να πάμε μπροστά και όχι να πέσουμε πίσω, απαιτεί μια σωστή θεωρητική εκτίμηση και μια αντίστοιχη πολιτική του προλεταριάτου.
Στη βάση της γερμανικής εμπειρίας, οι Μπολσεβίκοι-Λενινιστές κατέγραψαν για πρώτη φορά το μεταβατικό κυβερνητικό σχήμα (αν και θα μπορούσε και θα έπρεπε να έχει ήδη καθιερωθεί στη βάση της Ιταλίας), το οποίο ονομάσαμε βοναπαρτισμό (οι κυβερνήσεις Bruning, Papenxii, Schleicherxiii ). Σε μια πιο ακριβή και πιο ανεπτυγμένη μορφή, παρατηρήσαμε κατόπιν το βοναπαρτιστικό καθεστώς στην Αυστρία. Ο ντετερμινισμός της μεταβατικής αυτής μορφής έχει σχηματοποιηθεί, όχι υπό την μοιρολατρική φυσικά, αλλά υπό τη διαλεκτική έννοια, δηλαδή, για τις χώρες και τις περιόδους όπου ο φασισμός, με αυξανόμενη επιτυχία, χωρίς να αντιμετωπίσει νικηφόρα αντίσταση του προλεταριάτου, επιτέθηκε στις θέσεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, προκειμένου εν συνεχεία να στραγγαλίσει το προλεταριάτο.
Κατά την περίοδο των Bruning-Schleicher, οι Manuilskyxiv-Kuusinenxv διακήρυξαν: «Ο φασισμός είναι ήδη εδώ»· η θεωρία του ενδιάμεσου, βοναπαρτιστικού σταδίου, δήλωσαν, είναι μια προσπάθεια που αποβλέπει στο να ωραιοποιήσει και να μασκαρέψει το φασισμό, προκειμένου να καταστεί ευκολότερη για την Σοσιαλδημοκρατία η πολιτική του «ήσσονος κακού». Εκείνη την εποχή οι σοσιαλδημοκράτες αποκαλούνταν σοσιαλ-φασίστες, και οι «αριστεροί» σοσιαλδημοκράτες τύπου Zyromsky-Marceau Pivert-Justxvi περνούσαν - μετά τους «τροτσκιστές» - για τους πιο επικίνδυνους σοσιαλ-φασίστες. Όλα αυτά έχουν αλλάξει τώρα. Όσον αφορά τη σημερινή Γαλλία, οι σταλινικοί δεν τολμούν να επαναλάβουν το: «Ο φασισμός είναι ήδη εδώ»· αντίθετα, έχουν αποδεχθεί την πολιτική του ενιαίου μετώπου, που απέρριπταν χθες, προκειμένου να εμποδίσουν τη νίκη του φασισμού στη Γαλλία. Έχουν βρεθεί οι ίδιοι υποχρεωμένοι να διακρίνουν το καθεστώς Doumerguexvii από το φασιστικό καθεστώς. Αλλά έχουν φτάσει σε αυτή τη διάκριση ως εμπειριστές και όχι ως μαρξιστές. Δεν επιχειρούν καν να δώσουν έναν επιστημονικό ορισμό του καθεστώτος Doumergue. Όποιος λειτουργεί στον τομέα της θεωρίας με αφηρημένες κατηγορίες είναι καταδικασμένος να συνθηκολογήσει τυφλά με τα γεγονότα. Κι όμως, ακριβώς στη Γαλλία το πέρασμα από τον κοινοβουλευτισμό στον βοναπαρτισμό (ή ακριβέστερα, το πρώτο στάδιο αυτού του περάσματος) έχει λάβει έναν ιδιαίτερα εντυπωσιακό και επιδεικτικό χαρακτήρα. Αρκεί να θυμηθούμε ότι η κυβέρνηση Doumergue εμφανίστηκε στη σκηνή ανάμεσα στην πρόβα του εμφυλίου πολέμου από τους φασίστες (6 Φεβρουαρίου) και τη γενική απεργία του προλεταριάτου (12 Φεβρουαρίου)xviii. Από τη στιγμή που τα ασυμφιλίωτα στρατόπεδα έλαβαν τις θέσεις μάχης τους στους πόλους της καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν χρειάστηκε πολύ για να καταστεί σαφές πως η αθροιστική μηχανή του κοινοβουλευτισμού έχασε κάθε σημασία. Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση Doumergue, όπως οι κυβερνήσεις Bruning-Schleicher στον καιρό τους, δείχνει με την πρώτη ματιά να κυβερνά με τη σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου. Αλλά είναι ένα κοινοβούλιο το οποίο έχει αποσυρθεί, ένα κοινοβούλιο το οποίο γνωρίζει ότι σε περίπτωση αντίστασης, η κυβέρνηση θα απαλλαγεί από αυτό. Χάρη στην σχετική ισορροπία ανάμεσα στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης που επιτίθεται και το στρατόπεδο της επανάστασης που αμύνεται, χάρη στην προσωρινή αμοιβαία εξουδετέρωση τους, ο άξονας της εξουσίας έχει αρθεί υπεράνω των τάξεων και υπεράνω της κοινοβουλευτικής τους εκπροσώπησης. Ήταν αναγκαίο να αναζητηθεί η κεφαλή της κυβέρνησης έξω από το κοινοβούλιο και «έξω από τα κόμματα»xix. Ο επικεφαλής της κυβέρνησης κάλεσε σε βοήθειά του δυο στρατηγούςxx. Αυτή η τριάδα υποστηρίζεται από δεξιά και από αριστερά με συμμετρικά διατεταγμένους κοινοβουλευτικούς ομήρους. Η κυβέρνηση δεν εμφανίζεται ως εκτελεστικό όργανο της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά ως κριτής ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα .
Μια κυβέρνηση που αίρεται υπεράνω του έθνους δεν αιωρείται, εντούτοις, στον αέρα. Ο αληθινός άξονας της σημερινής κυβέρνησης περνά μέσα από την αστυνομία, τη γραφειοκρατία, τη στρατιωτική κλίκα. Πρόκειται για μια στρατιωτική-αστυνομική δικτατορία με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι, μόλις και μετά βίας κρυμμένη πίσω από τις διακοσμήσεις του κοινοβουλευτισμού. Αλλά μια κυβέρνηση που με τη σπάθη γίνεται ο κριτής του έθνους - αυτό ακριβώς είναι ο βοναπαρτισμός.
Η σπάθη από μόνη της δεν έχει ανεξάρτητο πρόγραμμα. Πρόκειται για το όργανο της «ευταξίας». Καλείται να διασφαλίσει ό,τι υπάρχει. Αιρόμενος, για τον σκοπό αυτό, πολιτικά υπεράνω των τάξεων, ο βοναπαρτισμός, όπως και ο προκάτοχός του ο καισαρισμός, αντιπροσωπεύει με την κοινωνική έννοια, πάντα και σε όλες τις εποχές, την κυβέρνηση του ισχυρότερου και σταθερότερου μέρους των εκμεταλλευτών· συνεπώς, ο σημερινός βοναπαρτισμός δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από την κυβέρνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου που κατευθύνει, εμπνέει και διαφθείρει τις κορυφές της γραφειοκρατίας, την αστυνομία, την κάστα των αξιωματικών και τον τύπο.
Η «συνταγματική μεταρρύθμιση» για την οποία τόσα πολλά έχουν ειπωθεί στη διαδρομή των τελευταίων μηνών, έχει ως αποκλειστικό της καθήκον την προσαρμογή των κρατικών θεσμών στις επιτακτικές ανάγκες και στις χρειαζούμενες διευκολύνσεις της βοναπαρτιστικής κυβέρνησης. Το χρηματιστικό κεφάλαιο αναζητά νόμιμα μονοπάτια που θα του δώσουν τη δυνατότητα να επιβάλλει κάθε φορά στο έθνος τον πιο κατάλληλο κριτή, με την εξαναγκασμένη συγκατάθεση ενός οιονεί κοινοβουλίου. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση Doumergue δεν είναι το ιδεώδες μιας «ισχυρής κυβέρνησης». Πιο κατάλληλοι υποψήφιοι Βοναπάρτες υπάρχουν στην εφεδρεία. Νέοι πειραματισμοί και συνδυασμοί είναι δυνατοί σε αυτόν το πεδίο, εάν η μελλοντική πορεία της ταξικής πάλης πρόκειται να τους αφήσει αρκετό χρόνο.
Ως πρόγνωση, είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε αυτό που οι Μπολσεβίκοι-Λενινιστές, δήλωσαν κάποτε για τη Γερμανία: οι πολιτικές πιθανότητες του παρόντος γαλλικού βοναπαρτισμού δεν είναι σπουδαίες· η σταθερότητά του καθορίζεται από την προσωρινή, και στο κάτω - κάτω ασταθή ισορροπία μεταξύ των στρατοπέδων του προλεταριάτου και του φασισμού. Ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των δύο αυτών στρατοπέδων πρέπει να αλλάξει γρήγορα, εν μέρει κάτω από την επίδραση της οικονομικής συγκυρίας, κυρίως σε εξάρτηση από την ποιότητα της πολιτικής της προλεταριακής πρωτοπορίας. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο στρατοπέδων είναι αναπόφευκτη. Η χρονική κλίμακα της διαδικασίας θα πρέπει να μετριέται σε μήνες και όχι σε χρόνια. Ένα σταθερό καθεστώς θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο μετά την σύγκρουση και ανάλογα με τα αποτελέσματά της.
Ο φασισμός στην εξουσία, όπως και ο βοναπαρτισμός, δεν μπορεί παρά να είναι η κυβέρνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου. Με αυτή την κοινωνική έννοια, δεν μπορεί να διακριθεί όχι μόνο από τον βοναπαρτισμό, αλλά ούτε ακόμα και από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Κάθε φορά, οι σταλινικοί κάνουν πάλι και πάλι αυτήν την ανακάλυψη, ξεχνώντας ότι τα κοινωνικά ζητήματα επιλύονται στο πεδίο της πολιτικής. Η δύναμη του χρηματιστικού κεφαλαίου δεν βρίσκεται στην ικανότητά του να δημιουργήσει μια κυβέρνηση οποιουδήποτε είδους και ανά πάσα στιγμή, ανάλογα με την επιθυμία του· δεν έχει αυτή την ικανότητα. Η δύναμή του έγκειται στο γεγονός ότι κάθε μη προλεταριακή κυβέρνηση αναγκάζεται να υπηρετήσει το χρηματιστικό κεφάλαιο· ή ακόμα καλύτερα, ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει τη δυνατότητα της υποκατάστασης καθενός από τα συστήματα κυριαρχίας που καταρρέει, με ένα άλλο σύστημα που αντιστοιχεί καλύτερα στις αλλαγμένες συνθήκες. Ωστόσο, η μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο σηματοδοτεί την πολιτική κρίση, η οποία, με τη συμβολή της δραστηριότητας του επαναστατικού προλεταριάτου, μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνικό κίνδυνο για την αστική τάξη. Το ίδιο το πέρασμα από την κοινοβουλευτική δημοκρατία στον βοναπαρτισμό συνοδεύτηκε στη Γαλλία από έναν αναβρασμό εμφυλίου πολέμου. Η προοπτική του περάσματος από το βοναπαρτισμό στο φασισμό εγκυμονεί απείρως πιο τρομερές διαταραχές και ως εκ τούτου, επίσης, επαναστατικές δυνατότητες.Μέχρι χθες, οι σταλινικοί θεωρούσαν ότι «το κύριο λάθος» μας ήταν να βλέπουμε στο φασισμό τη μικροαστική τάξη και όχι το χρηματιστικό κεφάλαιο. Και στην περίπτωση αυτή επίσης, βάζουν αφηρημένες κατηγορίες στη θέση της διαλεκτικής των τάξεων. Ο φασισμός είναι ένα ειδικό μέσο για την κινητοποίηση και την οργάνωση της μικροαστικής τάξης για τα κοινωνικά συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου. Κατά τη διάρκεια του δημοκρατικού καθεστώτος το κεφάλαιο αναπόφευκτα προσπάθησε να μπολιαστούν οι εργαζόμενοι με εμπιστοσύνη στη ρεφορμιστική και πασιφιστική μικροαστική τάξη. Το πέρασμα, στο φασισμό, αντίθετα, είναι αδιανόητο χωρίς τον προηγούμενο εμποτισμό της μικροαστικής τάξης με το μίσος προς το προλεταριάτο. Η κυριαρχία της μιας και μοναδικής υπερτάξης, του χρηματιστικού κεφαλαίου, στηρίζεται σε αυτά τα δύο συστήματα πάνω από ευθέως αντίθετες σχέσεις των καταπιεσμένων τάξεων.
Η πολιτική κινητοποίηση της μικροαστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο, όμως, είναι αδιανόητη χωρίς την κοινωνική δημαγωγία που σημαίνει παιγνίδι με τη φωτιά για τη μεγάλη αστική τάξη. Ο κίνδυνος για μια «ευταξία» της ανεξέλεγκτης μικροαστικής αντίδρασης, ήδη επιβεβαιώθηκε από τα πρόσφατα γεγονότα στη Γερμανίαxxi. Αυτός είναι ο λόγος που, ενώ υποστηρίζει και ενεργά χρηματοδοτεί τον αντιδραστικό συμμοριτισμό, με τη μορφή μιας από τις πτέρυγές της, η γαλλική αστική τάξη δεν επιδιώκει να ωθήσει τα πράγματα μέχρι του σημείου της πολιτικής νίκης του φασισμού, με μοναδικό σκοπό την εγκαθίδρυση μιας «ισχυρής» εξουσίας η οποία, σε τελευταία ανάλυση, πρόκειται να πειθαρχήσει τα δύο ακραία στρατόπεδα.
Όσα έχουν ειπωθεί αποδεικνύουν επαρκώς πόσο σημαντικό είναι να διακρίνει κανείς τη βοναπαρτιστική μορφή της εξουσίας από τη φασιστική μορφή. Ωστόσο, θα ήταν ασυγχώρητο να πέσουμε στο αντίθετο άκρο, δηλαδή τη μετατροπή του βοναπαρτισμού και του φασισμού σε δύο λογικά ασύμβατες κατηγορίες. Ακριβώς όπως ο βοναπαρτισμός ξεκινά συνδυάζοντας το κοινοβουλευτικό πολίτευμα με το φασισμό, έτσι και ο θριαμβεύων φασισμός βρίσκεται αναγκασμένος όχι μόνο να συνταχθεί σε ένα μπλοκ με τους βοναπαρτιστές, αλλά και, επιπλέον, να προσεγγίσει εσωτερικά το βοναπαρτιστικό σύστημα. Η παρατεταμένη κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου μέσω της αντιδραστικής κοινωνικής δημαγωγίας και της μικροαστικής τρομοκρατίας, είναι αδύνατη. Έχοντας φτάσει στην εξουσία, οι φασίστες αρχηγοί αναγκάζονται να φιμώσουν τις μάζες που τους ακολουθούν με τα μέσα του κρατικού μηχανισμού. Από τον ίδιο δρόμο χάνουν την υποστήριξη των πλατιών μαζών της μικροαστικής τάξης. Ένα μικρό της μέρος είναι αφομοιωμένο στον γραφειοκρατικό μηχανισμό. Ένα άλλο βυθίζεται στην αδιαφορία. Ένα τρίτο, κάτω από διάφορες σημαίες, περνά στην αντιπολίτευση. Όμως, καθώς χάνει την μαζική κοινωνική του βάση, στηριζόμενος στον γραφειοκρατικό μηχανισμό και ταλαντευόμενος ανάμεσα στις τάξεις, ο φασισμός αναγεννάται ως βοναπαρτισμός. Και εδώ η βαθμιαία εξέλιξη διακόπτεται από βίαια και με αιματηρά επεισόδια. Διαφέροντας από τον προ-φασιστικό ή προληπτικό βοναπαρτισμό (Giolittixxii, Bruning-Schleicher, Doumergue, κλπ.), ο οποίος αντανακλά την εξαιρετικά ασταθή και βραχύβια ισορροπία μεταξύ των αντιμαχομένων στρατοπέδων, ο βοναπαρτισμός φασιστικής προέλευσης (Μουσολίνι, Χίτλερ, κλπ.), ο οποίος ξεφύτρωσε από την καταστροφή, την διάψευση και την απογοήτευση στα δύο στρατόπεδα των μαζών, ξεχωρίζει για την πολύ μεγαλύτερη σταθερότητα του.
Το ερώτημα «φασισμός ή βοναπαρτισμός;» έχει γεννήσει ορισμένες διαφορές μεταξύ των Πολωνών συντρόφων μας σχετικά με το ζήτημα του καθεστώτος Pilsudskixxiii. Η ίδια η δυνατότητα αυτών των διαφορών είναι ο καλύτερος μάρτυρας για το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε όχι με άκαμπτες λογικές κατηγορίες, αλλά με ζωντανούς κοινωνικούς σχηματισμούς που αντιπροσωπεύουν εξαιρετικά έντονες ιδιαιτερότητες σε διαφορετικές χώρες και σε διαφορετικά στάδια.
Ο Pilsudski ήρθε στην εξουσία στο τέλος μιας εξέγερσης που βασιζόταν σε ένα μαζικό κίνημα των μικροαστών και που στόχευε άμεσα στην κυριαρχία των παραδοσιακών αστικών κομμάτων, στο όνομα του «ισχυρού κράτους»· αυτό είναι ένα φασιστικό γνώρισμα χαρακτηριστικό του κινήματος και του καθεστώτος. Αλλά το ειδικό πολιτικό βάρος, δηλαδή, η μάζα του πολωνικού φασισμού ήταν πολύ ασθενέστερη από εκείνη του ιταλικού φασισμού στην εποχή του και ακόμη περισσότερο από εκείνη του γερμανικού φασισμού· σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, ο Pilsudski αναγκάστηκε να μετέλθει μεθόδους στρατιωτικής συνωμοσίας και να θέσει το ζήτημα των εργατικών οργανώσεων με πολύ πιο επιφυλακτικό τρόπο. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το coup d' étatxxiv του Pilsudski πραγματοποιήθηκε με τη συμπάθεια και την υποστήριξη του πολωνικού κόμματος των σταλινικών. Η αυξανόμενη εχθρότητα της ουκρανικής και της εβραϊκής μικροαστικής τάξης προς το καθεστώς Pilsudski το έκανε, με τη σειρά του, πιο δύσκολο γι' αυτόν να ξεκινήσει μια γενική επίθεση κατά της εργατικής τάξης.
Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, η ταλάντευση μεταξύ των τάξεων και των εθνικών τμημάτων των τάξεων κατέλαβε και εξακολουθεί να κατέχει με τον Pilsudski ένα πολύ μεγαλύτερο χώρο, και η μαζική τρομοκρατία ένα πολύ μικρότερο χώρο, σε σχέση με τις αντίστοιχες περιόδους με τον Μουσολίνι ή τον Χίτλερ· εκεί βρίσκεται το βοναπαρτιστικό στοιχείο στο καθεστώς Pilsudski. Παρ' όλα αυτά, θα ήταν προφανώς λάθος να συγκρίνεται ο Pilsudski με τον Giolitti ή τον Schleicher και να αναμένεται η διαδοχή του από ένα νέο Πολωνό Μουσολίνι ή Χίτλερ. Είναι μεθοδολογικά λάθος να σχηματίζουμε μια εικόνα κάποιου «ιδανικού» φασισμού και να την αντιπαραβάλλουμε προς αυτό το πραγματικό φασιστικό καθεστώς το οποίο αναπτύχθηκε, με όλες τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις του, πάνω στο έδαφος της σχέσης των τάξεων και των εθνοτήτων στο πολωνικό κράτος. Θα είναι ο Pilsudski σε θέση να οδηγήσει τη δράση της καταστροφής των προλεταριακών οργανώσεων μέχρι το τέλος; - και η λογική της κατάστασης τον οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτό το μονοπάτι – πράγμα που δεν εξαρτάται από τον τυπικό ορισμό του «φασισμού ως τέτοιου», αλλά από τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων, τη δυναμική των πολιτικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στις μάζες, τη στρατηγική της προλεταριακής πρωτοπορίας, τελικά, του ρου των γεγονότων στη Δυτική Ευρώπη και πάνω απ' όλα στη Γαλλία. Η ιστορία μπορεί καταγράψει επιτυχώς το γεγονός ότι ο πολωνικός φασισμός ανατράπηκε καταλείποντας σκόνη, πριν καταφέρει να βρει για τον εαυτό του μια «ολοκληρωτική» μορφή έκφρασης.
Η διαδικασία εκφασισμού της Αυστρίας δεν παρουσιάζει λιγότερη πρωτοτυπία. Μέχρι την συντριβή της Βιέννης κάτω από τις οβίδεςxxv, το καθεστώς του Dollfuss διατηρούσε έναν προφανή βοναπαρτιστικό χαρακτήρα· εντολοδόχος της μεγάλης αστικής τάξης χωρίς έρεισμα στις μάζες, έπαιζε το ρόλο του ένοπλου διαιτητή ανάμεσα στα στρατόπεδα της σοσιαλδημοκρατίας, του εθνικοσοσιαλισμού και του αυστροφασισμού επαρχιωτικο-χωριάτικου τύπου. Αυτός ο τριγωνικός ανταγωνισμός, μαζί με την υποστήριξη από την Ιταλία και τη Γαλλία, εγγυόταν στον Dollfuss μια πολύ μεγαλύτερη σταθερότητα από εκείνη των ισορροπιστών της ιδίας ποιότητας στις άλλες χώρες. Η συντριβή των αυστριακών ναζί δεν κατέστη δυνατή παρά χάρη στην ευμενή ουδετερότητα της σοσιαλδημοκρατίας. Η συντριβή της τελευταίας, έχοντας ανεβάσει το ειδικό βάρος των Heimwehrenxxvi, οδήγησε εκ των πραγμάτων στην εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος εντός του οποίου ο Dollfuss ενσαρκώνει τα υπολείμματα της βοναπαρτιστικής κληρονομιάς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εντός του γερμανικού φασισμού, την αυθεντικότητα του οποίου κανείς δεν θα αρνηθεί, ο Hindenburg και οι υποστηρικτές του αντιπροσωπεύουν ακόμα και σήμερα τις παραδόσεις της περιόδου όπου ο πρόεδρος εκπλήρωσε τον βοναπαρτιστικό του ρόλο ξεριζώνοντας τον άξονα του συντάγματος της Βαϊμάρης και ανοίγοντας τις πόρτες στο φασισμό.
Είπαμε παραπάνω ότι ο βοναπαρτισμός φασιστικής προέλευσης είναι ασύγκριτα πιο σταθερός από όσο τα προληπτικά βοναπαρτιστικά πειράματα στα οποία καταφεύγει η μεγάλη αστική τάξη με την ελπίδα της αποφυγής της φασιστικής αφαίμαξης. Παρ' όλα αυτά, είναι ακόμα πιο σημαντικό - από θεωρητική και πρακτική άποψη - να τονίσω ότι το ίδιο το γεγονός της αναγέννησης του φασισμού ως βοναπαρτισμού, σηματοδοτεί την αρχή του τέλους του. Πόσο καιρό θα διαρκέσει η απονέκρωση του φασισμού, και σε ποια στιγμή η ασθένεια του θα μετατραπεί σε αγωνία, εξαρτάται από πολλά εσωτερικά και εξωτερικά αίτια. Αλλά το γεγονός ότι η αντεπαναστατική δραστηριότητα της μικροαστικής τάξης σβήνει, ότι είναι διαψευσμένη, ότι αποσυντίθεται και ότι η επίθεσή της κατά του προλεταριάτου εξασθενεί, ανοίγει νέες επαναστατικές δυνατότητες. Όλη η ιστορία δείχνει ότι είναι αδύνατο να κρατηθεί το προλεταριάτο αλυσοδεμένο με τη βοήθεια μόνο του αστυνομικού μηχανισμού. Είναι αλήθεια ότι η εμπειρία της Ιταλίας δείχνει ότι η ψυχολογική κληρονομιά της τεράστιας καταστροφής που γνώρισε, διατηρείται η ίδια μέσα στην εργατική τάξη πολύ περισσότερο από όσο ο συσχετισμός των δυνάμεων που προκάλεσε αυτήν την καταστροφή. Αλλά η ψυχολογική αδράνεια της ήττας είναι ένα επισφαλές στήριγμα. Μπορεί να καταρρεύσει μονομιάς κάτω από την επίδραση ενός ισχυρού σπασμού. Ένας τέτοιος σπασμός - για την Ιταλία, τη Γερμανία, την Αυστρία και άλλες χώρες - θα μπορούσε να είναι η επιτυχία του αγώνα του γαλλικού προλεταριάτου.
Το επαναστατικό κλειδί για την κατάσταση στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο είναι τώρα πάνω απ' όλα στη Γαλλία!












Σημειώσεις

i Γράφτηκε στις 15 Ιουλίου 1934 και δημοσιεύτηκε στη Νέα Διεθνή, Vol.1 No.2 , Αύγουστος 1934, σσ.37-38. Η παρούσα μετάφραση έγινε από την διαδικτυακή εκδοχή του κειμένου. Η προτελευταία παράγραφος που αναφέρεται στην Αυστρία και η οποία δεν υπάρχει στην εκδοχή της Νέας Διεθνούς εμφανίζεται στην εκδοχή της La Vérité, 3 Αυγούστου 1934. Η μετάφραση αυτής της παραγράφου έγινε από την γαλλική διαδικτυακή μετάφραση του κειμένου από τα ρωσικά όπως δημοσιεύτηκε στο Biulleten Oppositsii n°40, Οκτώβριος 1934.

ii Primo de Rivera, Miguel (1870-1930) στρατηγός του αποικιακού ισπανικού στρατού. Το 1923 – και έχοντας ήδη καταστείλει τις εργατικές αναταραχές της περασμένης δεκαετίας – κήρυξε πραξικόπημα στην Μαδρίτη και κυβέρνησε με εισαγωγή μέτρων κεϋνσιανής πολιτικής και οικονομικού εθνικισμού μέχρι που η κρίση του 1929 τον οδήγησε σε παραίτηση ένα χρόνο αργότερα. Πέθανε αυτοεξόριστος λίγους μήνες μετά, έχοντας ανοίξει ωστόσο το δρόμο στο στράτευμα σε καθαρόαιμους φασίστες αξιωματικούς όπως ο Φράνκο

iiiMussolini, Benito Amilcare Andrea (1883 - 1945) ιδρυτής και ηγέτης του ιταλικού φασιστικού κόμματος και της ιταλικής «φασιστικής πολιτείας». Στην εξουσία από το 1922 μέχρι το 1943. Εκτελέστηκε από Ιταλούς παρτιζάνους το 1945.

ivChiang Kai-Shek (1887-1975) ήταν ο στρατηγός ηγέτης των εθνικιστών στην πρώτη φάση της Κινέζικης Επανάστασης του 1926-27. Το κόμμα τους το Κουιμοτάγκ, ήταν το κόμμα της εθνικής αστικής τάξης που ξεσηκώθηκε ενάντια στην αυτοκρατορία. Το νεαρό ΚΚ Κίνας αναγκάστηκε από την Κομιντέρν να συμμαχήσει με το Κουιμοτάγκ, ώσπου αυτό στράφηκε εναντίον του, κατέστειλε με αιματηρό τρόπο τα εργατικά σοβιέτ και ο Τσιαγκ-Και-Σεκ, κήρυξε δικτατορία. Αργότερα ο Τσιαγκ-Κάι-Σεκ, οδήγησε τις δυνάμεις του πρώτα σε αποτυχημένο πόλεμο ενάντια στην Ιαπωνία και μετά ενάντια στον Κόκκινο Στρατό του Μάο. Ηττημένος κατέφυγε στην Φορμόζα το 1947 την οποία απέσπασε από την Κίνα, κυβερνώντας την δικτατορικά μέχρι τον θάνατο του.

v Masaryk, Tomáš Garrigue (1850-1937) ήταν Σλοβάκος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, εισηγητής της φιλελεύθερης πολιτικής στην Τσεχοσλοβακία. Συμμετείχε στις παν-σλαβικές πολιτικές κινήσεις της Τσεχοσλοβακίας κάτω από την μπότα της Αυστρο-Ουγγαρίας, και πάλευε με ένα αστικό δημοκρατικό πολιτικό προσανατολισμό. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αυτός και το κόμμα του συνεργάστηκαν με τους δυτικούς συμμάχους ενάντια στην Αυστρο-Ουγγαρία. Ο Masaryk, τοποθετήθηκε πρόεδρος στην νέα χώρα και κυβέρνησε με ένα αστικο-δημοκρατικό αλλά αυταρχικό τρόπο μέχρι το 1935.

vi Bruning, Heinrich (1885-1970) ήταν ο καγκελάριος της Γερμανίας μεταξύ 1930 και 1932. Ξεκίνησε σαν συντηρητικός συνδικαλιστής των κίτρινων σωματείων των δικηγόρων κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1919. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 20, έβαλε τις βάσεις για την ανάπτυξη της πολιτικής θεωρίας της Χριστιανοδημοκρατίας και του «ειρηνικού δρόμου για την ανακατάληψη του Ρουρ» μέσα στο Κεντρώο κόμμα. Εκλέχτηκε καγκελάριος και κλήθηκε να πάρει πολύ σκληρά οικονομικά μέτρα μετά την κρίση του 29. Ήταν τότε που συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του και με την ανοχή των Σοσιαλδημοκρατών προσπάθησε να επιβιώσει ανάμεσα στους Κομμουνιστές και τους Φασίστες. Όταν η κυβέρνηση του οδηγήθηκε σε αποστασία και πτώση, παρέμεινε πιστός στους επιγόνους του ακόμη και όταν ψήφιζαν τις έκτακτες εξουσίες του Χίτλερ. Το 1934 το έσκασε από την Ναζιστική πλέον Γερμανία και διέφυγε στις ΗΠΑ.

vii Dollfuss, Engelbert (1892-1934) δεξιός δικτάτορας της Αυστρίας μεταξύ 1933 και 1934. Ήρθε στην εξουσία ως το άμεσο αποτέλεσμα της ήττας του αυστριακού εργατικού κινήματος. Ο Dollfuss στηρίχτηκε κατά βάση στο κομμάτι της αυστριακής αστικής τάξης που δεν ήθελε την απορρόφηση της από την Γερμανία, επιζητώντας μια πρόσκαιρη συμμαχία με τον Ιταλικό φασισμό. Ωστόσο μετά την εξέγερση της Βιέννης του 1934 και την αποδυνάμωση του καθεστώτος του Dollfuss από αυτήν (αν και την κατέστειλε), οι φιλογερμανοί ναζί έκαναν αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην οποία όμως δολοφονήθηκε ο Dollfuss.

viii Pilsudski, Józef Klemens (1867-1935) δικτάτορας της Πολωνίας από το 1926 έως τον θάνατο του. Ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα σαν μέλος των Ναρόντνικων και κατόπιν ως ηγέτης του παράνομου Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος που πάλευε κάτω από τον Τσαρικό ζυγό και για την ανεξαρτησία της Πολωνίας έχοντας προτάξει το εθνικό ζήτημα πάνω από το κοινωνικό, κάτι που το έφερε σε διάσπαση με την πολωνική σοσιαλδημοκρατία. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, έφτιαξε τις παραστρατιωτικές Πολωνικές Λεγεώνες στο πλευρό του Αυστριακού στρατού. Με την οκτωβριανή επανάσταση η Πολωνία έγινε ανεξάρτητη το 1918 και ο Pilsudski εκλέχτηκε πρώτος πρόεδρος της από την Συντακτική Συνέλευση. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του το 1919, συμμετείχε μαζί με τους δυτικούς στην επίθεση κατά της σοβιετικής δημοκρατίας καταστέλλοντας στο εσωτερικό της χώρας, τους κομμουνιστές. Η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού ήταν σαρωτική και μετά βίας η Βαρσοβία σώθηκε. Μετά την συνθήκη ειρήνης ο Pilsudski παραιτήθηκε από την ενεργό πολιτική όσο η Πολωνία προσπαθούσε να ελιχθεί ανάμεσα στις κοινωνικές κρίσεις και τα άλυτα εθνικά ζητήματα. Επέστρεψε στην εξουσία τρία χρόνια αργότερα, το 1926, με ένα πραξικόπημα που στηρίχτηκε από το εθνικιστικό Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα των Αγροτών , έχοντας και την ανοχή και κριτική στήριξη του ΚΚ Πολωνίας και της Κομιντέρν την εποχή των αποφάσεων του 5ου συνεδρίου της, όταν προσπαθούσε να βρει «αριστερούς δημοκράτες εθνικιστές» για να συμμαχήσει μαζί τους. Στην αρχή η δικτατορία πήρε «ήπια μέτρα» αλλά ήδη μετά το 29, στράφηκε στην σκληρή καταστολή. Στην εξωτερική πολιτική υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με την ΕΣΣΔ και μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του να πείσει την Γαλλία σε προληπτικό πόλεμο κατά της Γερμανίας, υπέγραψε με τους Ναζί σύμφωνο μη επίθεσης λίγο πριν πεθάνει. Είναι τότε που το ΚΚ Πολωνίας τον καταγγέλλει ως φασίστα.

ix
--> Alexandre βασιλιάς της Σερβίας, Karageorgevitch (1888-1934) ήταν ο πρώτος βασιλιάς του Βασιλείου των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων, που φτιάχτηκε μετά την ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά την εξέγερση των Κροατών, το 1929 κήρυξε προσωπική δικτατορία μετατρέποντας το βασίλειο σε βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Προσπάθησε να ελιχθεί ανάμεσα στις διαφορετικές εθνότητες της χώρας και την γενικευμένη λαϊκή αγροτική και εργατική δυσαρέσκεια. Δολοφονήθηκε από κοινή ενέργεια των Μακεδόνων αυτονομιστών της IMRO, των Κροατών Ουστάσι και των μυστικών υπηρεσιών της φασιστικής Ιταλίας, το 1934 σε επίσημη επίσκεψη στην Γαλλία.

x Severing, Carl Wilhelm (1875-1952) σοσιαλδημοκράτης πολιτικός και υπουργός εσωτερικών στην σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση το 1928-30. Ήταν στην δεξιά πτέρυγα του κόμματος ως επικεφαλής του μυστικού επανεξοπλισμού του γερμανικού στρατού που παραβίασε τις Συνθήκες των Βερσαλλιών. Για αυτό ανακρίθηκε κατά την διάρκεια των δικών της Νυρεμβέργης αλλά απαλλάχτηκε των κατηγοριών επικαλούμενος «αγνό πατριωτικό καθήκον» και ανάγκη προστασίας της χώρας από την ΕΣΣΔ και τον «εσωτερικό εχθρό».

xi MacDonald, James Ramsay (1866-1937) ηγέτης των Εργατικών στην Αγγλία και δύο φορές πρωθυπουργός το 1924-25 και το 1929. Αν και ξεκίνησε από την «αριστερή πτέρυγα» των Εργατικών παραιτούμενος από τα ηγετικά αξιώματα όταν αυτοί ψήφισαν τον πολεμικό προϋπολογισμό του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, μετά την οκτωβριανή επανάσταση κατέληξε να είναι ο φανατικότερος αντι-κομμουνιστής στις γραμμές των Εργατικών. Με αυτή την αντίληψη αποχώρησε από το Εργατικό Κόμμα φτιάχνοντας το Εθνικό Εργατικό Κόμμα που στηριγμένο από τους Συντηρητικούς προσπάθησε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 30 σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας». Η κακή κατάσταση της υγείας του τον οδήγησε σε παραίτηση το 1935.

xiivon Papen zu Köningen, Franz Joseph Hermann Michael Maria (1879-1969) φιλομοναρχικός δεξιός καγκελάριος που κυβέρνησε την Γερμανία διαδεχόμενος τον Bruning και ανοίγοντας τον δρόμο στον Hitler, ως αντικαγκελάριος του για μια σύντομη περίοδο μεταξύ 1933-34. Μέλος του Κεντρώου κόμματος ήταν ο επικεφαλής της δεξιάς πτέρυγας του και στήριξε τον στρατηγό Hindenburg για την προεδρία. Αυτός του ανταπέδωσε το 1932, ορίζοντας την κυβέρνηση αποστατών που έριξε τον Bruning από την εξουσία. Πιστεύοντας ότι μπορεί να τιθασεύσει τους Ναζί του Hitler δέχτηκε να συγκυβερνήσει μαζί του το 1933 μέχρι που οι Ναζί τον έδιωξαν από την αντικαγκελαρία και τον έστειλαν πρεσβευτή στην Αυστρία και κατά την διάρκεια του πολέμου στην Τουρκία. Μετά τον πόλεμο, συνεργάστηκε με τους Συμμάχους και το Βατικανό κι έτσι αθωώθηκε στην Νυρεμβέργη. Ήταν από τους βασικούς ιδρυτές της Χριστιανο-Κοινωνικής ένωσης της Βαυαρίας και βασικός εισηγητής στη Γερμανία της ιδέας της Ενωμένης Ευρώπης.

xiii von Schleicher, Kurt (1882-1934) ο τελευταίος καγκελάριος της Γερμανίας πριν τον Χίτλερ. Πρώσος αξιωματικός και στενός συνεργάτης του Hindenburg, που τον προωθούσε παρασκηνιακά ήδη από την εποχή που ήταν υφυπουργός Αμύνης στις κυβερνήσεις Bruning και Papen. Είχε μια πολιτική συμβιβασμού ανάμεσα σε αυτούς τους δύο και για αυτό προωθήθηκε να εξισορροπήσει τις αντιθέσεις ανάμεσα στα κόμματα της δεξιάς. Όταν ο Hitler ήρθε στην εξουσία, ήταν από τα πρώτα θύματα του κατά την διάρκεια των διωγμών της «Νύχτας των μεγάλων μαχαιριών» στις 30 Ιουνίου 1934.

xiv Manuilsky, Dmytro Zakharovych (1893-1952) ήταν για ένα μεγάλο διάστημα εκ των ηγετών της σταλινικής Κομιντέρν. Πρώην μέλος των δι-αχτιδικών σοσιαλδημοκρατών (Μεζραγιότζι) που βρίσκονταν μαζί τον Τρότσκι, τον Λουνατσάρσκι και άλλους, ανάμεσα σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Ενώθηκαν με τους μπολσεβίκους τον Ιούλιο του 1917. Αναρριχήθηκε στην Διεθνή πολεμώντας ενάντια στον Ρακόφσκι σε συμμαχία με τον Στάλιν από το 1923 και από το 1931 μέχρι και την διάλυση της Κομιντέρν το 1943, ήταν γραμματέας της.

xv Kuusinen, Otto Wilhelm (Wille) (1881-1964) καθηγητής φιλοσοφίας και ηγέτης του Φινλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος κατά την διάρκεια της Φινλανδικής επανάστασης του 1918. Κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση μετά την ήττα της. Η ατολμία του κατά την διάρκεια της επανάστασης, κόστισε μια τραγική ήττα με 100.000 νεκρούς προλεταρίους και στιγματίστηκε στην Κομιντέρν ως παράδειγμα προς αποφυγή στα πρώτα συνέδρια της. Ωστόσο ο Κουουζίνεν ως ισόβιος γραμματέας του ΚΚ Φινλανδίας, άρχισε να παίζει ηγετικό ρόλο στην Διεθνή, προωθούμενος από τον Στάλιν.

xviPivert, Marceau (1895 – 1958) Γάλλος σοσιαλιστής δάσκαλος συνδικαλιστής και δημοσιογράφος, ο έτερος μαζί με τον Zyromsky, ηγέτης της Bataille Sosialiste .
Just, Claude (1888-1956), ράφτης ηγέτης της Comité d’Action Socialiste-Révolutionnaire (Επιτροπή Σοσιαλιστικής-Επαναστατικής Δράσης) που είχε κάποια επιρροή στη Συνομοσπονδία του Σηκουάνα. Έγινε τροτσκιστής μετά το 1945.
Zyromsky, Jean (1890 – 1975) δικηγόρος, ιδρυτής της αριστερής τάσης «Σοσιαλιστική Μάχη», Bataille Sosialiste (1927 – 1940) στο Σοσιαλιστικό κόμμα Γαλλίας και θιασώτης της «οργανικής ενότητας» Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού κόμματος. Προσχώρησε στο ΚΚ Γαλλίας μετά το 1945.
Οι τρεις τους αποτέλεσαν την τριανδρία της αριστεράς πτέρυγας στην Section Française de l'Internationale Ouvrière, SFIO, το γαλλικό τμήμα της 2ης Διεθνούς.

xvii Doumergue, Gaston , πρώην πρόεδρος της δημοκρατίας, είχε διαδεχθεί τον Daladier, που παραιτήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου. ως πρωθυπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας που ανέλαβε να σταθεροποιήσει την κατάσταση στην Γαλλία αμέσως μετά την αποτυχημένη απόπειρα των Γάλλων φασιστών στις 6 Φλεβάρη του 1934 να κάνουν πραξικόπημα και την γενική απεργία του γαλλικού προλεταριάτου που ακολούθησε, δίνοντας το έναυσμα σε μια περίοδο σκληρής ταξικής πάλης στην χώρα μέχρι την νίκη του Λαϊκού Μετώπου το 1936. Ο Doumergue αν και ξεκίνησε την καριέρα του ως Ριζοσπάστης, στράφηκε δεξιά κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου υπηρετώντας σε αρκετές κυβερνήσεις.

xviii Τη νύχτα 6 προς 7 Φεβρουαρίου έγιναν σοβαρές συγκρούσεις μπροστά στο παλάτι των Βουρβόνων ανάμεσα σε διαδηλωτές της άκρας δεξιάς που συγκέντρωσαν οι Ligues contre le gouvernement Daladier (ενώσεις κατά της κυβέρνησης Daladier) εναντίον της κυβέρνησης Daladier, η οποία είχε μόλις αποφασίσει την αντικατάσταση του προστάτη τους, νομάρχη του Παρισιού, Jean Chiappe, και των δυνάμεων της τάξης που προστάτευαν τη Βουλή, ενώπιον της οποίας παρουσιαζόταν η νέα κυβέρνηση. Η 12η Φεβρουαρίου μέρα απεργίας που είχε αποφασίσει η CGT, είδε στο Παρίσι τη συνένωση των δύο παρατάξεων της SFIO με τη CGT και του ΚΚ με τη CGTU, μια συνένωση που εξέφραζε τη βαθιά προσδοκία της εργατικής τάξης για ενότητα.
xix Ας θυμηθούμε πως ο Gaston Doumergue είχε αποσυρθεί από την πολιτική ζωή όταν του έγινε η πρόσκληση να σχηματίσει κυβέρνηση..

xx Η κυβέρνηση Doumergue περιελάμβανε δύο στρατιωτικούς ηγέτες: Ο στρατηγός Louis Maurin (1869-1956) ήταν υπουργός πολέμου. Ένας από τις κύριες εφεδρικές «σπάθες» της γαλλικής μπουρζουαζίας, ο στρατάρχης Philippe Pétain, ήταν όπως και οι André Tardieu και Édouard Herriot, υπουργός επικρατείας.

xxi Κατά την λεγόμενη «νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», την 30η Ιουνίου 1934, ο Hitler ξεφορτώθηκε με μαζικές δολοφονίες στο όνομα μιας δήθεν συνωμοσίας την πληβειακή πτέρυγα του κόμματός του, που ενσάρκωναν οι ταγοί των ομάδων κρούσης του, των SA (τάγματα εφόδου) και του αρχηγού τους του Ernst RÖHM (1887-1934). Χρησιμοποίησε επίσης την περίσταση για να ξεφορτωθεί με τον ίδιο σμπάρο και άλλους «ενοχλητικούς» όπως ο στρατηγός von Schleicher.

xxiiGiolitti, Giovanni (1842-1928) δεξιός πρωθυπουργός της Ιταλίας το οποίο διαδέχτηκε ο Μουσολίνι. Αν και φιλελεύθερος πολιτικός στράφηκε δεξιά μετά την οκτωβριανή επανάσταση και μετά το κίνημα εργατικών καταλήψεων στην Βόρεια Ιταλία το 1919. Υποστήριξε την πορεία των Ιταλών μελανοχιτώνων του Μουσολίνι. Οι φασίστες στήριξαν την τελευταία κυβέρνηση του.

xxiii Ο Trotsky είχε πρόσφατα μια μεγάλη συζήτηση για το ζήτημα του εάν το καθεστώς Pilsudski στην Πολωνία ήταν «βοναπαρτιστικό» ή «φασιστικό», με τον Πολωνό σύντροφό του Herschl Stockfisch με τον οποίο τον είχε φέρει σε επαφή ο Gérard Rosenthal. Το πολωνικό τμήμα ήταν διαιρεμένο επί του θέματος. Ο ίδιος ο Stockfisch δεν πίστευε πως το καθεστώς Pilsudski θα μπορούσε να θεωρηθεί φασιστικό.

xxivΠραξικόπημα, γαλλικά στο κείμενο.

xxvΠρόκειται για την καταστολή της εργατικής εξέγερσης από τις 12 ως τις 16 του Φεβρουαρίου 1934. Εκτός από τις δυνάμεις της Heimwehr, χρησιμοποιήθηκε και το πυροβολικό του τακτικού στρατού εναντίον εργατικών συνοικιών. Στις δικές του οβίδες η αναφορά.

xxvi Γερμανικά στο κείμενο, η Heimwehr (Φρουρά της Πατρίδας) ήταν εθνικιστική παραστρατιωτική οργάνωση της Αυστρίας στα χρόνια του 20 και του 30. Παρόμοια στην ιδεολογία και τις μεθόδους με τα Γερμανικά Freikorps . Αν και αντίθετοι με τον κοινοβουλευτισμό, διατηρούσαν και μία πολιτική πτέρυγα το Heimatblock, που συνεργαζόταν με την κυβέρνηση του Engelbert Dollfuss.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου