Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

Σκέψεις για τη συνοχή και τη συντροφικότητα

Δημοσιεύουμε την αντίδραση του Paul LeBlanc, όπως δημοσιεύτηκε στο LINKS, για την κατάρρευση της οργάνωσής του, της International Socialist Organization (ISO), Τυπικά η διαμάχη περιστράφηκε γύρω από την συγκάλυψη που παρέσχε η απερχόμενη ηγεσία σε μια απόπειρα βιασμού πριν από τρία χρόνια, ουσιαστικά όμως γύερω στο ζήτημα της στάσης της οργάνωσης απέναντι στην εκρηκτική ανάδυση των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής (DSA) που μετρούν ήδη 100.000 μέλη. Απέναντι σε μια σεξουαλική επίθεση με δράστη ένα μέλος της ούτε η συγκάλυψη ούτε η αυτοδιάλυση περιλαμβάνονται στις επιλογές που έχει μια επαναστατική οργάνωση προκειμένου να αντιμετωπίσει μια σεξουαλική επίθεση με δράστη ένα μέλος της. Η ISO όμως αποφάσισε να αυτοδιαλυθεί ενώ τα περισσότερα από τα μέλη της προσχωρούν ατομικά  στο DSA.
Πρόκειται φυσικά για το πρόβλημα των προβλημάτων της εργατικής πολιτικής  μεταρρύθμιση ή επανάσταση που στην τωρινή συγκυρία πήρε για τη σύγχρονη αριστερά τη μορφή: Συνθηκολόγηση με το ρεφορμισμό ή ανεξάρτητη επαναστατική πολιτική; 


Σκέψεις για τη συνοχή και τη συντροφικότητα


του Paul Le Blanc


μετάφραση: Παραναγνώστης


Κάποιες πρόσφατες συζητήσεις με Ευρωπαίους συντρόφους, τους οποίους γνωρίζω πολλά χρόνια και των οποίων οι αγωνιστικές εμπειρίες ανατρέχουν ακόμα περισσότερα χρόνια στο παρελθόν, μου γέννησαν την επιθυμία να συμμαζέψω κάποιες πολιτικές σκέψεις που, τουλάχιστον εν μέρει, γυρίζουν εδώ και κάμποσο καιρό στο μυαλό μου. [1] Η δουλειά μου στην Ευρώπη ολόκληρη την περίοδο από τα μέσα Ιανουαρίου έως τα μέσα Απριλίου του 2019 με απομάκρυνε από τον πολιτικό σεισμό και τους μετασεισμούς που έπληξαν την οργάνωσή μου στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Διεθνή Σοσιαλιστική Οργάνωση (ISO). Για ορισμένες πτυχές τόσο του σεισμού όσο και των μετασεισμών, έχω σχηματίσει μόνο προκαταρκτικές ή επί μέρους κρίσεις. Μια επικείμενη διάλυση της ομάδας φαίνεται πιθανή. Παρότι όσα γράφω εδώ δεν είναι σχόλιο γύρω από τις πρόσφατες λεπτομερείς εξελίξεις, αυτές έχουν ωστόσο κάνει πιο βαθιά την επιθυμία μου να συμμαζέψω αυτές τις μεγαλύτερης εμβέλειας σκέψεις και έχουν την αντανάκλασή τους σε ό,τι πρέπει να πω εδώ. Η ουσία αυτού στο οποίο καταλήγω περιλαμβάνει πολλά πράγματα.
  1. Αισθάνομαι υποχρεωμένος να συνεχίσω την εργασία, στην οποία επιδόθηκα για κάποιο διάστημα, να προσπαθήσω να εντοπίσω δηλαδή πτυχές της φύσης της επαναστατικής προσέγγισης, οργάνωσης και πολιτικής που απαιτεί η ιστορική στιγμή στην οποία βρισκόμαστε.
  2. Φοβάμαι ότι ο πολλαπλασιασμός των ελιτίστικων χειρισμών (ακόμη και όταν βασίζονται στις καλύτερες προθέσεις και στις πιο έξυπνες αναλύσεις), που ανέκυψαν μέσα από ποικίλα επαναστατικά όσο και ρεφορμιστικά ρεύματα, δημιούργησε σύγχυση και απογοήτευση που εμποδίζουν να καταπιαστούμε με τα καθήκοντα που μπαίνουν μπροστά μας.
  3. Με στοιχειώνει η πρόκληση που τίθεται, εάν η επαναστατική προσέγγιση φέρνει πράγματι τη μαζική επαναστατική συνείδηση και την οργανωμένη δύναμη προς την οποία πολλοί από εμάς είμαστε στραμμένοι. Σε χώρες όπως η Βραζιλία και η Ελλάδα, τις οποίες πολλοί από εμάς εξέλαβαν για συναρπαστικές εμπειρίες προς μίμηση, αποδείχθηκε ότι η επαναστατική υπόσχεση θα κατέληγε σε εξευτελιστική καταστροφή.
Πιστεύω ότι, δεδομένης της φύσης της σημερινής περιόδου, είναι ζωτικής σημασίας να αναμετρηθούμε με αυτά και άλλα τέτοια ζητήματα. Αντιμετωπίζουμε ζητήματα ζωής και θανάτου, καθώς οι κρίσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού φαίνεται να βαθαίνουν και να σπρώχνουν μαζικά τους ανθρώπους σε μεγαλύτερες δυσκολίες, αναταραχές και συμφορές. Είναι ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσον η κλιματική αλλαγή, τις επόμενες δεκαετίες, θα τείνει να γίνεται κάτι όλο και πιο θανατηφόρο για πολλά εκατομμύρια ανθρώπους. Η οικονομική ανισότητα και η κρίση φαίνεται να εντείνονται: η λιτότητα, η φτώχεια, η ανεργία και η ημιανεργία, τα χαμηλότερα εισοδήματα για όλους εκτός από τους πλούσιους και τους υποτακτικούς τους, η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και των συνθηκών διαβίωσης, οι πολλαπλές ανασφάλειες.
Ως αντίδραση, βλέπουμε σε όλο τον κόσμο την άνοδο μιας αντι-ανθρωπιστικής δεξιάς, ενός ψευδολαϊκίστικου αυταρχισμού, με ακόμη χειρότερα στοιχεία να κινητοποιούνται για να προσφέρουν τις τρομακτικές «λύσεις» τους (με τις πολλαπλές μισαλλοδοξίες: το ρατσισμό, το μισογυνισμό, την ομοφοβία κ.α.) στα τρομερά προβλήματα που διαμορφώνονται. Την ίδια στιγμή, μια βαθιά και μακροπρόθεσμη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης - με την καλύτερη έννοια - εκδηλώνεται επίσης με πολλούς τρόπους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η διαδικασία αυτή αντικατοπτρίστηκε στο κίνημα Occupy, στο κίνημα του Black Lives Matter, στην κινητοποίηση εκατομμυρίων γυναικών εναντίον του Trump, στο κίνημα #MeToo, στο αυξανόμενο απεργιακό κύμα με τους εκπαιδευτικούς στην πρώτη γραμμή και στον εκπληκτικό αντίκτυπο της εκστρατείας του Bernie Sanders, την παρεπόμενη ανάδυση των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής. Τα πράγματα είναι απίστευτα περίπλοκα, ρευστά, φρικτά, ελπιδοφόρα ... όχι ακόμα αποφασισμένα. Ό,τι κάνουμε και ό,τι αποτυγχάνουμε να κάνουμε – ο καθένας από όλους εμάς – κάνει τη διαφορά. Όλες οι ζωντανές, αλληλεπιδραστικές ανθρώπινες κουκίδες, όλοι μας, αποτελούμε μέρος της εκπληκτικής εξίσωσης η λύση της οποίας δεν είναι ακόμη σαφής.
Για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τέτοιου είδους πραγματικότητες, πρέπει να κοιτάξουμε κατά πρόσωπο και να ξεπεράσουμε τις μακροχρόνιες κρίσεις που πλήττουν την Αριστερά - το τμήμα εκείνο του πολιτικού φάσματος που προσδιορίζεται από το ότι ευνοεί την εξουσία του λαού, με ελευθερία και δικαιοσύνη (κοινωνική δικαιοσύνη , οικονομική δικαιοσύνη) για όλους. Πρέπει όμως να αναμετρηθούμε με το παλιό εκείνο ζήτημα του τι να κάνουμε. Για πολλούς στην επαναστατική αριστερά, υπάρχει ανάγκη να προχωρήσουμε πέρα από το χάος στο οποίο βρισκόμαστε για να κάνουμε αυτό που χρειάζεται να κάνουμε. Έχουμε, με τα χρόνια, συνεισφέρει πολλά στους αγώνες για την ανθρώπινη απελευθέρωση, αλλά, εάν θέλουμε να κάνουμε περισσότερα, πρέπει να μάθουμε από τους περιορισμούς και τις πρόσφατες αποτυχίες μας.

Ξεπεσμένος Θεός, ή όχι;

Τόσα χρόνια, έχω δει κρίσεις, καταρρεύσεις, ενδορρήξεις, εκρήξεις και σιωπηλές αποσυνθέσεις πολλών οργανώσεων στην Αριστερά. Υπήρξα από τα μέσα μάρτυρας σε κάποιες τέτοιες καταστάσεις: Στους Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία, στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, στη Σοσιαλιστική Δράση, στην Τεταρτοδιεθνιστική Τάση (η μόνη που είχε πρόθεση να πάψει να υπάρχει σε εύθετο χρόνο πράγμα που έκανε), στο Εργατικό Κόμμα που προήλθε από τον πιο εύστοχα ονοματισμένο προκάτοχό του, τους Υποστηρικτές του Εργατικού Κόμματος, στην Αλληλεγγύη, στις Επιτροπές Αλληλογραφίας και στο Πράσινο Κόμμα.[2]
Διάφοροι επικριτές αναφέρονταν στη μια ή στην άλλη διάλυση ως αναπόφευκτη συνέπεια της υιοθέτησης ή της αδυναμίας να υιοθετηθεί ένα πραγματικά επαναστατικό πρόγραμμα, της απουσίας ή της παρουσίας ορισμένων οργανωτικών δομών ή πολιτικών, της αχρειότητας συγκεκριμένων ηγετών, της απουσίας ή της παρουσίας λενινισμού κλπ. Ανασκοπώντας σχεδόν έξι δεκαετίες εμπειρίας, μου φαίνεται ότι η πολυπλοκότητα των παραγόντων δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία μόνη ή απλή αιτία˙ πρέπει κανείς να εξετάσει τις πολλαπλές ιδιαιτερότητες καθεμιάς περίπτωσης για να κατανοήσει τι πραγματικά συνέβη σε αυτή. (Αυτό είναι κάτι που προσπάθησα να κάνω στα δύο μου δοκίμια για το SWP στον Τροτσκισμό των Breitman, Le Blanc και Wald στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις βιβλιοκριτικές μου για βιβλία των Peter Camejo, Leslie Evans και Barry Sheppard στη συλλογή μου Left Americana). Ταυτόχρονα, έχω διακρίνει ορισμένα κοινά μοτίβα σε πολλές από αυτές τις εμπειρίες.
Συχνά τα μέλη και οι υποστηρικτές τους τείνουν να εξιδανικεύουν ή ακόμη και να θεοποιούν (ασυνείδητα, φυσικά) μια συγκεκριμένη οργάνωση, η οποία θα ζει για πάντα, εκδηλώνοντας αφ’ εαυτής και φέρνοντας, σε έναν μελλοντικό ένδοξο χρόνο, ό,τι το Αγαθό. Όμως, απαρτιζόμενη αποκλειστικά από θνητά πλάσματα, καμία οργάνωση δεν μπορεί να ζήσει για πάντα και για τον ίδιο λόγο, καμία οργάνωση δεν μπορεί να εκδηλώνει αφ’ εαυτής ό,τι το Αγαθό. Οι οργανώσεις μπορούν, εάν τα μέλη τους λειτουργήσουν με ευφυΐα, να βοηθήσουν στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου˙ αλλά αν επιδιώξουν να κάνουν περισσότερα από όσα θα ήταν δυνατόν να κάνουν, είναι αναπόφευκτο να προκύψουν αποτελέσματα βαθύτατης αποδυνάμωσης.
Σε συνάφεια με αυτή την τάση εξιδανίκευσης ή θεοποίησης, τα μέλη της οργάνωσης μπορούν να κάνουν ποικίλα λάθη. Το ένα είναι να προσεγγίσουν την οργάνωση άκριτα, ως Αγαπητική Κοινότητα, μια ομάδα συγγένειας που επικυρώνει την Καλοσύνη ή την ανωτερότητα του καθενός και όχι ως κάτι που μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη πρακτικών στόχων στην πραγματική ζωή οι οποίοι θα συμβάλουν πράγματι σε ουσιαστική αλλαγή και, τελικά, σε έναν καλύτερο κόσμο. Ένα άλλο λάθος είναι να επιτρέψουν μια επιτιμητική ή απορριπτική ή περιφρονητική ή συγκαταβατική στάση απέναντι σε εκείνους που δεν μετέχουν την οργάνωση (ειδικά όταν ανήκουν σε διαφορετικές και μάλιστα ανταγωνιστικές οργανώσεις).
Με αυτό συνδέεται η ψευδαίσθηση ότι η οργάνωση πρέπει να κάνει περισσότερα από όσα μπορεί στην πραγματικότητα να κάνει, πέφτοντας εν προκειμένω θύμα σε ένα είδος μαγικής σκέψης (άμπρα κατάμπρα) ότι κάπως, κατά κάποιο τρόπο, η οργάνωση θα μπορέσει Να Κάνει Εκείνο Που Πρέπει Να Γίνει για να δημιουργήσει ένα όμορφο (ίσως σοσιαλιστικό) μέλλον, ακόμα και αν μια αντικειμενική ανάλυση αποκάλυπτε ότι τα πραγματικά μέλη της οργάνωσης δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, γνώσεις ή επιτηδειότητα για να το κάνουν αυτό. Στην καλύτερη περίπτωση, η οργάνωση μπορεί να είναι μέρος μιας διαδικασίας που προετοιμάζει τη συνείδηση, τις εμπειρίες και τις συνθήκες ώστε να βοηθάει τη συγκέντρωση μαζικών και ποικίλων δυνάμεων που θα μπορούν πράγματι να κάνουν εκείνο που πρέπει να γίνει. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δείχνει κανείς περισσότερο σεβασμό και ετοιμότητα να μάθει από εκείνους που δεν ανήκουν στην οργάνωσή του, όπως επίσης και να αποφεύγει μη ρεαλιστικές ενέργειες που θα απομονώσουν, θα αποκαρδιώσουν, θα απογοητεύσουν και θα εξαντλήσουν τα μέλη.
Η ανικανότητα της οργάνωσης να ανταποκριθεί σε εξιδανικευμένες ή θεοποιημένες αντιλήψεις ορισμένων μελών μπορεί, σε καθοριστικές στιγμές, να τροφοδοτήσει αισθήματα προδοσίας, απογοήτευσης και πικρίας. Μολονότι τέτοια συναισθήματα συχνά δικαιολογούνται από πραγματικά αρνητικές πρακτικές ή πολιτικές μέσα στην οργάνωση, μια τέτοια αρνητική δυναμική δεν απαντάται μόνο σε οργανώσεις της Αριστεράς. Θα μπορούσε κανείς σχεδόν να πει ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ανθρώπινη κατάσταση. Ωστόσο, τα τραύματα που προκαλούνται μερικές φορές αποδεικνύονται, όσον αφορά τις προσδοκίες και τις προσπάθειες να αλλάξουμε τον κόσμο προς το καλύτερο, τόσο εξουθενωτικά όσο και η προηγούμενη εξιδανίκευση και θεοποίηση. Υπάρχουν δύο συμπερασματικές ιδέες που μου έρχονται στο μυαλό καθώς προσπαθώ να συνδέσω αυτούς τους προβληματισμούς με τους αγώνες κατά της καταπίεσης και υπέρ μιας κοινωνίας των ελεύθερων και των ίσων.
Η μία από τις ιδέες αυτές –δεδομένου ότι καμία από τις οργανώσεις που υπάρχουν σήμερα δεν μπορεί να είναι η δύναμη που θα ηγηθεί στον αγώνα για μια τέτοια μελλοντική κοινωνία– αποδίδει ζωτική σημασία στο να αντιπαλέψουμε την εξιδανίκευση και τη θεοποίηση οποιασδήποτε οργάνωσης στην Αριστερά. Πρέπει να δούμε τις σημερινές μας οργανώσεις ως μέρος μιας διαδικασίας˙ κάθε οργάνωση μπορεί να έχει δυνατά σημεία, αλλά και καθεμιά τους έχει επίσης τους περιορισμούς της και πρέπει κάποτε να πάψει να υπάρχει, για να τροφοδοτήσει τη μελλοντική, πλουσιότερη και πιο μαζική οργάνωση που χρειαζόμαστε.
Η δεύτερη συμπερασματική ιδέα είναι ότι τα οργανωτικά λάθη, οι τριβές ή οι αποτυχίες δεν πρέπει να ανάγονται απλά σε θέματα ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, ηθικής, τραγωδίας ή κωμωδίας. Μπορεί να έχουν όλες αυτές τις διαστάσεις, αλλά έχουν επίσης ουσιαστική και πρακτική συνάφεια με την πολιτική, την οικονομία και την ανθρώπινη επιβίωση. Ανεξάρτητα από τη μοίρα της μιας ή της άλλης υπάρχουσας οργάνωσης, πρέπει να εργαζόμαστε όσο καλύτερα μπορούμε για να μάθουμε από τις εμπειρίες μας και να οικοδομήσουμε πάνω σε αυτές με τρόπο που μπορεί πραγματικά, αληθινά, πρακτικά να προωθήσει τον αγώνα για απελευθέρωση.
Αυτός ο αγώνας για απελευθέρωση περιγράφηκε κάποτε από τον νεαρό Karl Marx ως ανατροπή όλων των συνθηκών που κάνουν τους ανθρώπους καταπιεσμένα, κατεστραμμένα, ακρωτηριασμένα όντα, εμποδισμένα να συνειδητοποιήσουν όλα αυτά που είναι θαυμαστά μέσα τους ως ελεύθερα (αυτοπροσδιοριζόμενα) και δημιουργικά όντα, που ζουν μέσα σε μια γνήσια κοινότητα. Αυτή η προσδοκία έχει μερικές φορές περιοριστεί, όταν οι πολλαπλές ταυτότητες εκείνων που συνθέτουν το πλούσιο χαλί της ανθρωπότητας συμπτύσσονται κατά προτίμηση σε μια πολύ αφηρημένη, εξιδανικευμένη ή θεοποιημένη κατανόηση μιας από αυτές τις ταυτότητες (απολύτως κρίσιμη, πάντως), της τάξης με ιδιαίτερη αναφορά σε εκείνη την τάξη που μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία έφτασε να αποτελεί τη μεγάλη πλειοψηφία, δηλαδή στην εργατική τάξη. Αυτό το εμπόδιο πρέπει επίσης να παραμεριστεί ώστε να καταφέρουμε να βγάλουμε νόημα για το τι πρέπει να γίνει (ή λιγότερο επιτακτικά, τι πρέπει να κάνουμε).

Η θαυμάσια, γήινη, πολύπλευρη, πραγματική εργατική τάξη - όλοι μας

Είναι δυνατόν (και για ορισμένα σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά, αναρχοσυνδικαλιστικά ρεύματα, είναι ο κανόνας) να εξιδανικεύσουμε και να θεοποιήσουμε την εργατική τάξη. Αυτό μπορεί να ορθώσει έναν τεράστιο φραγμό για τους επαναστάτες που θέλουν να ξεπεράσουν πολλαπλές μορφές εκμετάλλευσης˙ να τους κάνει να σκέφτονται τους ανθρώπους ως ένδοξες αφαιρέσεις αντί για πραγματικούς ανθρώπους.
Οι πραγματικοί άνθρωποι έχουν ποικίλες ηλικίες και πολιτισμικές προτιμήσεις, διαφορετικά φύλα και σεξουαλικούς προσανατολισμούς, διαφορετικά σύνολα κλίσεων και προκαταλήψεων, διαφορετικά επίπεδα γνώσης και διορατικότητας, διάφορες νευρώσεις και άλλα ψυχικά και συναισθηματικά προβλήματα, αποκλίνουσες συμπεριφορές σε πολλαπλά ζητήματα και πολλά άλλα. Όλα αυτά είναι αληθινά για την εργατική τάξη, δεδομένου ότι αποτελείται από πραγματικούς ανθρώπους.
Ο κλασσικός ορισμός της εργατικής τάξης είναι: εκείνοι που ζουν (κερδίζουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν βασικά αναλώσιμα και ίσως κάποια είδη πολυτέλειας) πουλώντας την ικανότητά τους για εργασία ( την εργατική τους δύναμη ) σε έναν εργοδότη. Από την εργατική δύναμη, ο εργοδότης ξεζουμίζει την πραγματική εργασία για να δημιουργήσει τον πλούτο, ένα μέρος του οποίου δίνεται στους εργάτες (όσο το δυνατόν λιγότερο συνήθως), ενώ το υπόλοιπο αυτού του δημιουργημένου από την εργασία πλούτου πηγαίνει στον εργοδότη. Στις πρώτες δεκαετίες της Βιομηχανικής Επανάστασης στην πατριαρχική και καπιταλιστική Ευρώπη, οι άνδρες συχνά θεωρούνταν ως οι «πραγματικοί» εργάτες (παρόλο που πολλές γυναίκες επίσης εργάζονταν) και οι εργοστασιακοί εργάτες θεωρούνταν συχνά η «πραγματική» εργατική τάξη. Αλλά άνδρες και γυναίκες και πάρα πολλά παιδιά επίσης, ήταν μέρος της εργατικής τάξης όπως την έχουμε ορίσει και μάλιστα είτε παρήγαγαν αγαθά είτε υπηρεσίες, ανεξάρτητα από συγκεκριμένα και πολλαπλασιαζόμενα επαγγέλματα, ομάδες δεξιοτήτων, επίπεδα εισοδήματος, επίπεδα επαγγελματικής υπερηφάνειας κλπ.
Ως τάξη, η τεράστια συλλογικότητα των ανθρώπων που μόλις περιγράφηκε υπέστη καταπίεση και εκμετάλλευση προκειμένου να πλουτίσει μια μικροσκοπική και ισχυρή μειοψηφία που κατέχει και ελέγχει την οικονομία μας. Υπάρχουν όμως ισχυρές και τρομερές μορφές καταπίεσης που υφίστανται οι άνθρωποι με πολλούς και ποικίλους τρόπους μέσω των μη ταξικών τους ταυτοτήτων, όπως είναι η φυλή, η εθνικότητα, το φύλο, η σεξουαλικότητα, η θρησκεία, η ηλικία, οι ιδιαίτερες φυσικές ιδιαιτερότητες και πολλά άλλα. Ο αγώνας ενάντια σε μια τέτοια καταπίεση πρέπει όχι μόνο να βρίσκεται στο κέντρο της δράσης όσων δίνουν τον αγώνα για την ανθρώπινη απελευθέρωση, αλλά πρέπει να γίνει επιπλέον κατανοητή η αλληλεξάρτηση τέτοιων μορφών καταπίεσης αλλά και των αγώνων εναντίον τους.
Ειδικότερα, ο ταξικός αγώνας πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει αποφασιστική, δημιουργική και ασυμβίβαστη πάλη ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης. «Η εργατική ταξική συνείδηση δεν μπορεί να είναι γνήσια πολιτική συνείδηση παρά μόνο εάν οι εργάτες εκπαιδεύονται να ανταποκρίνονται σε όλες τις περιπτώσεις τυραννίας, καταπίεσης, βίας και κακοποίησης, ανεξάρτητα από το ποια τάξη θίγεται», τόνισε κάποτε ο Λένιν. Εξειδικεύοντάς το υποστήριξε ότι περιλαμβάνει την καταπίεση γύρω από ζητήματα που αφορούν την ελευθερία λόγου και έκφρασης, την πολιτιστική ελευθερία, τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων, τα δικαιώματα των φυλετικών και εθνοτικών ομάδων, τα δικαιώματα των γυναικών, των στρατιωτών, των φοιτητών, των αγροτών. Υποστήριξε ότι η καταπίεση αυτή πρέπει να ιδωθεί από τον εργάτη (εδώ ο Λένιν μιλούσε μάλλον για τους άνδρες εργάτες) ως προερχόμενη από «τις ίδιες σκοτεινές δυνάμεις που, σε κάθε βήμα της ζωής του, καταπιέζουν και συνθλίβουν και αυτόν τον ίδιο». Ένας επαναστάτης πρέπει να είναι ένα «βήμα του λαού, ο οποίος είναι έτοιμος να αντιδράσει σε κάθε εκδήλωση τυραννίας και καταπίεσης, ανεξάρτητα από το πού αυτή εμφανίζεται, ανεξάρτητα από το στρώμα ή την τάξη των ανθρώπων που θίγει».
Όσο καλός όμως κι αν ήταν ο Λένιν, είχε ωστόσο τους περιορισμούς του και το γεγονός ότι ήταν και ο ίδιος θνητός που δεν είπε ποτέ την τελευταία λέξη σε τίποτα, δεν ήταν ο έσχατος από τους περιορισμούς αυτούς. Μια εκπληκτική συλλογικότητα ανθρώπων έχει καταπιαστεί με αυτά και άλλα συναφή ζητήματα στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι σήμερα και οι ιδέες τους μπορούν να είναι απαραίτητες για όσους επιδιώκουν να προωθήσουν τον αγώνα για την ανθρώπινη απελευθέρωση. (Μεταξύ εκείνων που επηρέασαν εμένα, σε μυθοπλαστικά και μη έργα ή και στα δύο, συγκαταλέγονται οι: Simone de Beauvoir, Doris Lessing, Rita Mae Brown, James Baldwin, CLR James, Malcolm X, Martin Luther King, Jr, Ella Baker, Sheila Rowbotham, Alexandra Kollontai και πολλοί άλλοι.)
Αξίζει επίσης να μελετήσουμε, από αυτή την άποψη, τα σχόλια κάποιου που γνώρισα ο ίδιος προσωπικά και ο οποίος έγινε ένας από τους μέντορές μου, ένας έμπειρος διανοούμενος της εργατικής τάξης, ο George Breitman, ο οποίος έθεσε με τον ακόλουθο τρόπο το ζήτημα πριν από μισό αιώνα:
Η ριζοσπαστικοποίηση του εργάτη μπορεί να ξεκινήσει από τη δουλειά όπως επίσης και πάνω στη δουλειά. Μπορεί να ξεκινήσει από το γεγονός ότι είναι γυναίκα όπως επίσης και από το ότι είναι άνδρας. Από το ότι είναι μαύρος ή μεξικανός ή μέλος κάποιας άλλης καταπιεσμένης μειονότητας όπως επίσης από το ότι είναι λευκός. Από το ότι είναι πατέρας ή μητέρα με γιο που μπορεί να επιστρατευθεί. Από το ότι είναι νέος όπως επίσης και μεσήλικας ή στη δύση του εργασιακού του βίου. Εάν κατανοήσουμε το γεγονός ότι η εργατική τάξη είναι διαστρωματωμένη και διαιρεμένη με πολλούς τρόπους –οι καπιταλιστές την προτιμούν έτσι– τότε θα καταφέρουμε καλύτερα να κατανοήσουμε πώς θα αναπτυχθεί η ριζοσπαστικοποίηση ανάμεσα στους εργάτες και πώς θα παρέμβουμε αποτελεσματικότερα. Όσοι δεν έχουν ήδη αποκομίσει σημαντικά διδάγματα από τη ριζοσπαστικοποίηση των καταπιεσμένων μειονοτήτων, της νεολαίας και των γυναικών, καλύτερα να βιαστούν να μάθουν, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι που εμπλέκονται σε αυτές τις ριζοσπαστικοποιήσεις είναι εργάτες ή προέρχονται από εργατικές οικογένειες.
Η ενσωμάτωση τέτοιου είδους αντιλήψεων στη σκέψη και στον πυρήνα της πολιτικής της συλλογικότητας ή της οργάνωσης είναι απαραίτητη, πιστεύω, για όποιον πραγματικά θέλει να δει μια επανάσταση. Ωστόσο, κι αυτό ακόμα δεν θα φέρει, από μόνο του, επανάσταση. Πράγμα που μας οδηγεί σε περαιτέρω σύνολα προβληματισμών.

Προσδοκίες και πραγματικότητες

«Λες πως θέλεις επανάσταση», τραγουδούσαν οι Beatles το 1968. «Λοιπόν, ξέρεις, όλοι μας θα θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο». Το τι είδους αλλαγή επιδιώκεται υπήρξε ένα εστιακό σημείο των επαναστατών για γενιές. Μας είπαν ότι ο Σπάρτακος το προσδιόριζε ως «έναν κόσμο χωρίς σκλάβους». Λέγεται ότι ο Ιησούς πρόβαλε τη Βασιλεία του Θεού ως κάτι που πρέπει να υπάρξει « ὡς ἐν Οὐρανῷ καὶ ἐπί τῆς Γῆς», που σημαίνει ότι όλοι θα ήταν ίσοι μπροστά στον Δημιουργό τους, ζώντας με αδελφοσύνη, με όλα τα πράγματα από κοινού, εμπνεόμενοι από τον Χρυσό Κανόνα πως κάθε πρόσωπο πρέπει να φέρεται σε όλους τους άλλους, όπως κι εκείνοι θα ήθελε να του φερθούν. Οι αρχιτέκτονες, οι υποστηρικτές και οι συμμετέχοντες σε διάφορα ουτοπικά εγχειρήματα τους πιο πρόσφατους αιώνες πρότειναν μερικές φορές πολύ λεπτομερή σχέδια που αντανακλούσαν - κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο - τα ξεχωριστά κοινοτικά τους ιδεώδη και προσδοκίες.
Ο Μαρξ πρόσθεσε τρεις συγκλονιστικά ρεαλιστικές αντιλήψεις στη συνταγή: 1) η πραγματική πιθανότητα αυτής της ελπίδας για συνεταιριστική κοινότητα πρέπει να βασίζεται σε μια σοβαρή και πειθαρχημένη κατανόηση των πραγματικοτήτων του παρόντος και σε μια κατανόηση της ιστορίας (κοινωνικές επιστήμες), 2) η δυναμική του καπιταλισμού, παρά την εγγενή καταστροφικότητά της, δημιούργησε τεχνολογικές δυνατότητες οι οποίες παρέχουν τις υλικές συνθήκες για μια κοινωνία των ελεύθερων και των ίσων, στην οποία όλοι θα μπορούσαν να πραγματώσουν το όλο ανθρώπινο δυναμικό τους για ελευθερία, δημιουργική προσπάθεια και πραγματική κοινότητα και 3) η δυναμική του καπιταλισμού δημιούργησε επίσης μια πολύπλοκη αλλά πραγματικά εκπληκτική, ολοένα και πιο παγκόσμια, δύναμη εργατικών πλειοψηφιών (εκείνων των οποίων η εργασία δημιουργεί συλλογικά τον πλούτο - αγαθά και υπηρεσίες - μέσω των οποίων ζει η κοινωνία), πλειοψηφίες που διαθέτουν το δυναμικό, αν οι τεράστιοι αριθμοί τους συγκεντρωθούν μέσω της συνειδητοποίησης και της οργάνωσης, να δημιουργήσουν έναν νέο και καλύτερο κόσμο.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ τόνισε με έξοχο τρόπο τις ουσιαστικές πτυχές αυτής της ρεαλιστικής σκοπιάς, ιδίως εν όψει μιας διαμάχης που ανέκυψε μεταξύ των μαρξιστικής επιρροής σοσιαλιστών. Κάποιοι από τους συντρόφους της ισχυρίστηκαν, ότι το μέλλον που ήλπιζαν θα μπορούσε να έρθει μόνο από μια επαναστατική κινητοποίηση της εργατικής τάξης για την ανατροπή της υπάρχουσας καπιταλιστικής τάξης και τη δημιουργία μιας εργατικής δημοκρατίας για την σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της κοινωνίας. Άλλοι, επέμειναν ότι αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί πιο βαθμιαία, με τη συσσώρευση μεταρρυθμίσεων (που εν μέρει εξασφαλίζονταν μέσω συμβιβασμών με τους φιλο-καπιταλιστές φιλελεύθερους) οι οποίες με την πάροδο του χρόνου θα μεταμόρφωναν έναν προβληματικό καπιταλισμό σε έναν αρμονικό σοσιαλισμό. Τέτοιες διαφορές εξακολουθούν βρίσκουν ακόμα και σήμερα έκφραση και μάλιστα μέσα σε εκείνη την οργάνωση που σήμερα είναι η μεγαλύτερη σοσιαλιστική οργάνωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, στους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής. Η Λούξεμπουργκ επέμενε ότι είναι ανόητο να σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσε κανείς απλά να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικά μονοπάτια προς τον σοσιαλισμό: άλλος ένα συντομότερο, πιο ριζοσπαστικό (αλλά πιο περίπλοκο, αν όχι πιο δύσβατο) μονοπάτι κι άλλος ένα πιο αργό, πιο μετριοπαθές (πιο ήσυχο αλλά λιγότερο επικίνδυνο) μονοπάτι σαν να επέλεγε ήπια ή πικάντικα λουκάνικα στην αγορά. Οι πραγματικότητες του καπιταλισμού καθιστούν αδύνατο να συμβιβαστεί αυτό το σύστημα με την κατάργησή του - μια προσπάθεια για κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν εμπλοκή με τον καπιταλισμό και τελικά προσαρμογή σε αυτόν με μια τελική διάβρωση και αποσάθρωση των μεταρρυθμιστικών επιτευγμάτων. Το «ήπιο» μονοπάτι δεν μπορούσε στην πραγματικότητα να οδηγήσει στον σοσιαλισμό, αλλά μόνο σε έναν μερικώς (και παροδικά) «μεταρρυθμισμένο» καπιταλισμό.
Οι υποκείμενοι λόγοι που καθιστούν το ρεφορμιστικό μονοπάτι προς τον σοσιαλισμό απόλυτα μη ρεαλιστικό απορρέουν από τον απίστευτο δυναμισμό και την άκρως καταστροφική δυναμική του καπιταλισμού. Η Λούξεμπουργκ το διερεύνησε αυτό στην κλασική της Συσσώρευση Κεφαλαίου (μια αναντικατάστατη συμβολή, ανεξάρτητα από τις ατέλειές της). Αυτό το κείμενο μου φαίνεται επίσης ότι αψηφά αποφασιστικά, την αντίληψη ότι ο κάθε συνειδητός άνθρωπος μπορεί απλώς να αποσυρθεί από τον πολιτικό ακτιβισμό, να στραφεί σε ενδιαφέροντα χόμπι και στο μικρό του κήπο και να αφήσει τα παγκόσμια προβλήματα του κόσμου να εξελιχθούν όπως μπορούν. Για τους αφοσιωμένους πολιτικούς ακτιβιστές, τέτοιες πραγματικότητες εντείνουν την πρόκληση: τι να κάνουμε;

Συλλογικότητες και στελέχη

Πολλά αποφθέγματα από προηγούμενα κινήματα και αγώνες συνεχίζουν να αντηχούν μέχρι σήμερα: ένα πλήγμα σε έναν είναι πλήγμα σε όλους, η ισχύς βρίσκεται στην ενότητα, αν δεν καταφέρουμε να κρεμαστούμε ο ένας στον άλλο, θα κρεμαστούμε ο καθένας ξεχωριστά και ούτω καθεξής. Η κατανόηση –μέσα από την πολιτική τους ζωή– προσώπων όπως η Λούξεμπουργκ, ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Γκράμσι, η Τσέτκιν και των πολλών ομοϊδεατών τους επεκτείνουν περαιτέρω τέτοιες στοιχειώδεις έννοιες. Δεν θα υπάρξει κάποιος αναπόφευκτος θρίαμβος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας, της δημιουργικότητας, της κοινότητας και ενός καλύτερου μέλλοντος. Αυτά τα πράγματα πρέπει να πολεμήσεις για να τα κερδίσεις και πρέπει να πολεμήσεις εναντίον καταπιεστικών και εκμεταλλευτικών ελίτ οι οποίες είναι ισχυρές, καλά οργανωμένες και με τεράστιους πόρους. Μπορεί να τις ξεπεράσει μόνο η δύναμη της πλειοψηφίας, αλλά και μόνο αν αυτή η πλειοψηφία έχει την απαραίτητη συνείδηση και έναν υψηλό βαθμό οργάνωσης.
Προφανώς, ο κάθε άνθρωπος που απαρτίζει την «πλειοψηφία» δεν έχει τις ίδιες σκέψεις και αξίες. Ορισμένοι προσελκύονται σε πολλαπλές μορφές φανατισμού ή/και φόβου ή/και παθητικότητας ή/και υποταγής κλπ. Μόνο ένα τμήμα – ένα στρώμα– της εργατικής πλειοψηφίας κλίνει αυτή τη στιγμή προς μια επαναστατική ταξική συνειδητότητα, προς μια στράτευση ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης και δείχνει μια τάση να αγωνιστεί για έναν καλύτερο κόσμο. Μέσα σε αυτό το στρώμα, υπάρχουν ορισμένοι που έχουν αναπτύξει κάποιες ικανότητες να αντιμάχονται πραγματικά, να αναλύουν ποιο είναι τι και να διεξάγουν αποτελεσματικούς αγώνες. Οι αναρχοσυνδικαλιστές αναφέρονταν σε αυτούς ως η «μαχητική μειοψηφία» και μια τέτοια μειοψηφία κατά καιρούς κατάφερε να παράσχει ηγεσία σε μακροχρόνιους αγώνες που έφεραν νίκες. Πολλοί από όσους ενδιαφέρονται να διαβάσουν ένα κείμενο όπως αυτό εδώ, συμβαίνει να είναι μέρος του ευρέος στρώματος πρωτοπορίας της εργατικής τάξης.
Στη βάση όσων έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα, γίνεται σαφές ότι αυτό το στρώμα πρωτοπορίας ή μαχητικής μειοψηφίας δεν πρέπει να υποκαταστήσει την πλειοψηφία (και πολύ λιγότερο να ισχυριστεί αλαζονικά ότι είναι η ίδια η πλειοψηφία). Αντίθετα, πρέπει να επιδιώξει να κερδίσει όλο και περισσότερα άτομα, όλο και περισσότερους από την πλειοψηφία, σε μορφές συνείδησης και δραστηριότητας, μέσω των οποίων είτε θα γίνουν και αυτοί μέρος του στρώματος πρωτοπορίας είτε όλο και πιο συνειδητοί και ενεργοί υποστηρικτές όσων επιδιώκει αυτό το στρώμα, ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης, για έναν κόσμο στον οποίο η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός θα γίνει η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.
Όπως δεν είναι ολόκληρη η εργατική τάξη ή ολόκληρη η πλειοψηφία του πληθυσμού τηλεπαθητικά συνδεδεμένη για να έχει τις ίδιες σκέψεις και να είναι αυτόματα προσανατολισμένη στην εκτέλεση των ίδιων ενεργειών, έτσι ακριβώς και όσοι απαρτίζουν το στρώμα της πρωτοπορίας δεν έχουν όλοι τις ίδιες σκέψεις, ούτε κατανοούν με τον ίδιο τρόπο τα πράγματαˑ πολύ δε περισσότερο, διαφέρουν και οι δρόμοι που έχουν για τον καθένα νόημα να ακολουθήσει αλλά και το ποιο πρέπει να είναι το επόμενο βήμα τους. Για να είναι τα άτομα που απαρτίζουν αυτό το στρώμα αποτελεσματικά, πρέπει να συνενωθούν για να αναδειχθούν οι ενέργειές τους, οι ιδέες τους, οι πόροι τους, οι εμπνεύσεις τους, οι δεσμεύσεις τους. Χωρίς την ανάπτυξη μιας τέτοιας συνεργασίας σκέψης και δράσης, χωρίς μια πολιτική συλλογικότητα (στην πραγματικότητα, ένα δίκτυο συλλογικοτήτων), δεν μπορούν να υπάρξουν αποτελεσματικά σχέδια δράσης που να μπορούν να διεκπεραιωθούν ώστε να αλλάξουν τον κόσμο.
Τέτοιες συλλογικότητες δεν μπορούν να διατηρηθούν, δεν μπορούν να αναπτυχθούν, δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν το ευρύ φάσμα των πολιτικών δραστηριοτήτων εκπαίδευσης συνειδητοποίησης και πρακτικής πολιτικής δράσης, χωρίς ανθρώπους που έχουν αναπτύξει τις δεξιότητες ώστε να το κάνουν αυτό. Η λέξη στέλεχος έχει χρησιμοποιηθεί ως ετικέτα για τέτοιους ανθρώπους. Ένα τέτοιο άτομο έχει αναπτύξει το αλληλένδετο μείγμα γνώσης, κατανόησης, εμπειρίας και δεξιοτήτων για να κάνει εκείνα που πρέπει να γίνουν.
  • Πώς μπορεί κανείς να οργανώσει μια συνεκτική, δημοκρατική και αποτελεσματική συνάντηση και να έχει καλά πρακτικά αποτελέσματα; Πώς επιτυγχάνονται αυτά τα καλά πρακτικά αποτελέσματα και πώς μπορούν να βοηθηθούν διάφοροι σύντροφοι ώστε να εξασφαλίσουν ότι αυτά θα επιτευχθούν; Πώς μπορεί να υποστηριχθεί η συγκεκριμένη συλλογικότητα προκειμένου να διασφαλιστεί η ανάπτυξη και η αποτελεσματικότητα των διαφόρων συντρόφων της και της συλλογικότητας συνολικά;
  • Πώς μπορεί κανείς να εκτιμήσει μια πραγματική κατάσταση στην κοινότητα ή στον χώρο εργασίας, να φανταστεί τι είδους πράγματα πρέπει να γίνουν και πώς μπορούν να γίνουν για να επιτευχθεί ένας συγκεκριμένος στόχος; Πώς μπορεί κανείς να διοργανώσει ένα εκπαιδευτικό φόρουμ, μια πικετοφορία, μια απεργία, μια συγκέντρωση, μια μαζική διαδήλωση, μια προεκλογική εκστρατεία, έναν αγώνα για μια συγκεκριμένη μεταρρύθμιση κλπ.;
  • Τι μπορούμε να μάθουμε από άλλους αγώνες, σε άλλες εποχές, σε άλλα μέρη, τα οποία θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να είμαστε ισχυροί και αποτελεσματικοί στους δικούς μας αγώνες; Πώς μπορούν αυτά να εφαρμοστούν στις συγκεκριμένες μας καταστάσεις;
Δεν μπορούν όλοι να απαντήσουν σε τέτοιες ερωτήσεις˙ ένα στέλεχος είναι κάποιος που μπορεί να απαντήσει σε μερικές από αυτές και μπορεί να βοηθήσει στη δημιουργία μιας συνεργασίας, όπου μπορούν να αναπτυχθούν περαιτέρω απαντήσεις και να δοκιμαστούν στην πρακτική δράση. Στέλεχος είναι κάποιος που μπορεί να βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι η συλλογικότητα μπορεί να είναι αυτό που πρέπει να είναι, που μπορεί να βοηθήσει άλλους να δουν την ανάγκη να γίνουν μέλη της συλλογικότητας και που μπορεί να βοηθήσει μέλη της συλλογικότητας (ακόμη και ανθρώπους που δεν είναι μέλη) να γίνουν και αυτοί στελέχη υπό την έννοια που υποδεικνύεται εδώ.
Με τον πολλαπλασιασμό των στελεχών, με όλο και περισσότερους από εμάς να αναπτύσσονται ως στελέχη, μπορούμε να δούμε την ανάπτυξη ενός μαζικού κινήματος ικανού να φέρει αποτελέσματα στον αγώνα ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης, χαράσσοντας και ανοίγοντας δρόμους στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο των ελεύθερων και των ίσων.
Καθώς επιδιώκουμε να επιτύχουμε τέτοιους στόχους, φτάνουμε αναγκαστικά σε πρόσθετες και αλληλένδετες ομάδες προβληματισμών σχετικά με δομές και στρατηγικές.

Δημοκρατικές και επαναστατικές δομές

Υπάρχουν δύο θεμελιώδη ζητήματα που πρέπει να απασχολούν τους επαναστάτες αγωνιστές. Το ένα αφορά τις οργανωτικές μορφές και πολιτικές μέσω των οποίων διαρθρώνουμε τις συλλογικές μας προσπάθειες. Το άλλο ζήτημα είναι εκείνο που αφορά τον πραγματικό σκοπό της οργάνωσης: τη μετάβαση από το «εδώ» της σημερινής μας πραγματικότητας στο «εκεί» των σοσιαλιστικών στόχων τους οποίους ελπίζουμε: στρατηγική είναι ο όρος που χρησιμοποιείται συχνά για να αναφερθούμε σε αυτή τη συγκεκριμένη και πρακτική πορεία. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί, φαίνεται ότι η αποτελεσματική προσέγγιση για την ανάπτυξη και των δύο πρέπει να είναι δημοκρατική και επαναστατική.
Εστιάζοντας προς στιγμήν στο θέμα των οργανωτικών δομών, μου φαίνεται ότι ο παλιός και πολύπαθος και μερικές φορές γελοιωδώς διαστρεβλωμένος όρος δημοκρατικός συγκεντρωτισμός εξακολουθεί να έχει πολύ νόημα. Είμαι απόλυτα αντίθετος στην ερμηνεία του ως ακολουθητισμού του ηγέτη, η οποία μας λέει ότι κάποια κεντρική αρχή (ο σοφός ηγέτης, τα κορυφαία στελέχη, η κεντρική επιτροπή ή ο,τιδήποτε άλλο) πρέπει να είναι ο σκεπτόμενος εγκέφαλος που δίνει τις εντολές, τις οποίες μετά θα πρέπει να τις «συζητήσουμε όλες δημοκρατικά» και στη συνέχεια να τις διεκπεραιώσουμε σαν πειθαρχημένα στρατιωτάκια.>Αυτό είναι το αντίθετο του πραγματικού δημοκρατικού συγκεντρωτισμού στον οποίο πιστεύω˙ είναι ένας ψεύτικος «λενινισμός» που συνοδεύεται από επιτηδευμένο πιθηκισμό και την οργάνωση να σπάει τα μούτρα της (για να παραφράσω κάτι από το Αριστερισμός, Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού του Λένιν[ΣτΜ].).
Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν ήταν ακριβώς το χαρακτηριστικό γνώρισμα του λενινισμού στον οποίο το αποδίδουν πολλοί. Ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί στο γερμανικό εργατικό κίνημα της δεκαετίας του 1870 και φαίνεται ότι εισήχθη με θετικό τρόπο στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα γύρω στο 1905 από τη μενσεβίκικη παράταξη, μολονότι και οι μπολσεβίκοι τον ενστερνίστηκαν επίσης. Μου φαίνεται ότι περιλαμβάνει μια δημοκρατική κοινή λογική για κάθε σοβαρή οργάνωση, ενώ ταυτόχρονα η εφαρμογή της προϋποθέτει κατ' ανάγκη μια εύλογη ευελιξία.
Εάν η οργάνωση διεξάγει πλήρη και δημοκρατική συζήτηση σχετικά με τις ενέργειες που πρέπει να αναληφθούν και πάρει μια απόφαση (με πλειοψηφία), τότε η οργάνωση εκτελεί την απόφαση που πάρθηκε δημοκρατικά. Αν η απόφαση είναι να υποστηριχθεί μια απεργία, μια αντιπολεμική ενέργεια ή μια αντιρατσιστική δράση, τότε κανένας σύντροφος δεν πρέπει να δουλέψει ενάντια σε αυτή τη δράση. Από την άλλη πλευρά, αν μια πλειοψηφία συντρόφων στην οργάνωση έχει μια συγκεκριμένη θέση σχετικά με ένα φιλοσοφικό ζήτημα, μια αντίληψη της ιστορίας, μια συγκεκριμένη πολιτική ανάλυση, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο οι διαφωνούντες σύντροφοι δεν θα μπορούσαν ανοικτά να δηλώσουν δημοσίως τις όποιες δικές τους απόψεις εφόσον τις έχουν. Ούτε απαγορεύεται να εκφράζουν διαφωνίες που έχουν με την ηγεσία ή με αποφάσεις της πλειοψηφίας και για άλλα θέματα, ακόμη και δημοσίως. Αλλά αν η συλλογικότητα αποφασίσει να κάνει ένα πράγμα, δεν είναι αποδεκτό τα διαφωνούντα μέλη απλά να κάνουν το αντίθετο. Μόνο ζητήματα που αφορούν βασικές επαναστατικές αρχές, θα καθιστούσαν δικαιολογημένο και έγκυρο το σπάσιμο των γραμμών της οργάνωσης (ο ίδιος ο Λένιν το έκανε αυτό σε ορισμένα αποφασιστικά σημεία), αλλά αυτό γενικά αποτελεί ένδειξη ότι τα πράγματα μπορεί να οδεύουν προς μια πολιτική ρήξη.
Σχετική με αυτόν τον τρόπο λειτουργίας είναι η αρχή της εκλογής όσον αφορά την επιλογή των ηγετών (χωρίς εντεταλμένα ψηφοδέλτια που επιλέγονται από τις «απερχόμενες» αλλά στην πραγματικότητα αυτοδιαιωνιζόμενες ηγεσίες). Οι πλήρεις και κριτικού πνεύματος συζητήσεις πρέπει να διεξάγονται πριν από τις εθνικές συνδιασκέψεις δημοκρατικά εκλεγμένων αντιπροσώπων, όπου λαμβάνονται οι βασικές αποφάσεις και επιλέγονται οι ηγέτες. Τα όργανα ηγεσίας, που εκλέγονται σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, είναι υπόλογα και ανακλητά από τα μέλη.
Οι ιδέες, οι εμπειρίες και οι ενέργειες όλων των μελών απαιτούνται από την οργανωτική συλλογικότητα. Τα μεμονωμένα μέλη πρέπει να εμπνέονται από την αίσθηση ότι αυτή η οργάνωση είναι δική τους συλλογικά και από την αντίληψη ότι ο κάθε ένας σύντροφος κάνει τη διαφορά. Αυτή η αντίληψη ενισχύεται από τη συλλογική λήψη αποφάσεων και τη συλλογική δοκιμασία της απόφασης στην πράξη, στη δράση.
Ο δημοκρατικός τρόπος λειτουργίας πρέπει, σε κατασταλτικά πλαίσια, να τροποποιηθεί φυσικά για να βοηθήσει στην προστασία των μελών και να αποκρούσει τις δυνάμεις καταστολής. Τέτοια είναι, όπως αποδείχθηκε η περίπτωση των οργανώσεων που, κάτω από άγριες δικτατορίες, αναγκάζονται να βγουν στην παρανομία ή των οργανώσεων που ξεκινούν ένοπλο αγώνα. Ωστόσο, τέτοιες περιοριστικές οργανωτικές πολιτικές (προβληματικές ακόμη και όταν είναι αναγκαίες) έχουν επίσης αναπτυχθεί και σε λιγότερο κατασταλτικά πλαίσια. Πρέπει να αποφεύγεται όσο το δυνατόν περισσότερο η χρήση προφυλάξεων «συνωμοτικότητας» που δεν διέπονται από τη διαφάνεια και την υποχρέωση λογοδοσίας.
Η εμπειρία έχει δείξει ότι η απουσία ανοικτότητας, διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας μπορεί να οδηγήσει σε αυτοτραυματισμούς, εσωτερικές καταχρήσεις και θυματοποίηση ορισμένων συντρόφων από ισχυρούς αλλά αποπροσανατολισμένους συντρόφους. Το οργανωτικό απόρρητο προσφέρει στον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους καλύτερες ευκαιρίες για βρώμικα κόλπα και προβοκάτσιες. Ιδιαίτερα επιζήμιος υπήρξε ο διαχωρισμός κάποιων επιλέκτων, μιλημένων στελεχών από τους συντρόφους τους (πράγμα που μπορεί να στρεβλώσει την πολιτική τους κρίση) όπως επίσης και ο περιορισμός της συμμετοχής των ενεργών μελών της οργάνωσης και δυνητικής κοινωνικής βάσης στην επαναστατική διαδικασία. Αυτό μας φέρνει σε ζητήματα στρατηγικής.

Στρατηγικές προκλήσεις

Ο δημοκρατικός τρόπος λειτουργίας φαίνεται πάρα πολύ συνεπής προς τον επαναστατικό στρατηγικό προσανατολισμό του κλασικού μαρξισμού. Αυτός ο προσανατολισμός προωθήθηκε έντονα από τον Μαρξ και τον Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Σύμφωνα με τους Μαρξ και Ένγκελς, οι πραγματικοί αγώνες των εργαζομένων μαζών που υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση είναι το βασικό στοιχείο στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο. Οι επαναστάτες σοσιαλιστές είναι σημαντικοί μόνο στο βαθμό που συγχωνεύουν τις ιδέες και τις ενέργειές τους με τέτοιους αγώνες. Οι αγώνες στους χώρους εργασίας από τα συνδικάτα, καθώς και οι αγώνες για ανθρώπινα δικαιώματα και ζωτικές μεταρρυθμίσεις μέσω των κοινωνικών κινημάτων πρέπει τελικά να συνδυαστούν από την εργατική τάξη με τους αγώνες για πολιτική εξουσία: «να κερδίζεται η μάχη για τη δημοκρατία» μέσω ενός αναπτυσσόμενου και θριαμβεύοντος εργατικού κόμματος. Ο επαναστατικός - δημοκρατικός θρίαμβος θα αποτελούσε τη βάση για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό.
Αυτή η στρατηγική προοπτική εμπλουτίστηκε από τους μεταγενέστερους επαναστάτες που την ενστερνίστηκαν: οι στοχασμοί της Λούξεμπουργκ για τη μεταρρύθμιση και την επανάσταση και τη μαζική απεργία˙ οι αντιλήψεις του Λένιν για τους επαναστάτες ως βήματα του λαού που αγωνίζονται ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης μαζί με την ανάγκη μιας εργατικής - αγροτικής συμμαχίας και ιδιαίτερα με την κεντρική θέση που αποδίδει στον αγώνα για ριζοσπαστική δημοκρατία μέσα στον αγώνα για τον σοσιαλισμό˙ η διατύπωση της Διαρκούς Επανάστασης από τον Τρότσκι –που φωτίζει τον κοινό ανάμεσα σε όσους συζητούμε εδώ, επαναστατικό διεθνισμό – και οι ιδέες του για τα εμπόδια και τους κινδύνους της γραφειοκρατίας˙ οι βαθιές συμβολές του Gramsci για την πολιτισμική δυναμική, για την αλληλεπίδραση μαζών/πρωτοπορίας και η εκ μέρους του εισήγηση της έννοιας της ηγεμονίας. Αυτές, όπως και οι συνεισφορές άλλων Μαρξιστών του εικοστού αιώνα είναι ανεκτίμητες για όσους επιδιώκουν να αναπτύξουν στρατηγικές προοπτικές, πώς δηλαδή να ξεδιπλώσουν πρακτικούς δρόμους αγώνα που θα μας πάρουν από το «εδώ» του σημερινού καπιταλισμού στο «εκεί» ενός σοσιαλιστικού μέλλοντος.
Ο επιτακτικός χαρακτήρας τέτοιων θεωρητικών συνεισφορών θέτει τους δικούς του κινδύνους.
Θα μπορούσε κανείς να περάσει όλη του τη ζωή μελετώντας και συζητώντας τέτοια πράγματα, διαθέτοντας ελάχιστο χρόνο για πραγματικές προσπάθειες να αλλάξει τον κόσμο. Μια εναλλακτική λύση για έναν τέτοιο παθητικό ατομικισμό είναι να σχηματίσει αγωνιστικές συλλογικότητες όπου δεσπόζουν αυτοί που ο θείος μου ο Adrian (ένας ταξικά συνειδητός εργάτης) αποκαλούσε «τα παιδιά με τις σοφές κουβέντες», ηγέτες που έκαναν κουμάντο σχετικά με το τι πρέπει να κάνει η οργάνωση. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να περιλαμβάνει μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτήδευση, αποδείχτηκε όμως προβληματική στη δοκιμασία του χρόνου.
Ένας προφανής κίνδυνος είναι οι ηγεσίες να υπερθέσουν μηχανιστικά πάνω στις σημερινές πραγματικότητες θεωρητικές προοπτικές και εμπειρίες που είχαν αναπτυχθεί παλιότερα (ένα είδος τυραννίας του παρελθόντος) και μάλιστα με τρόπους που στερούνται νοήματος, μέσα σε μια δραματικά αλλαγμένη κατάσταση.
Ένας άλλος κίνδυνος, που διατρέχουν ακόμα και ικανοί ηγέτες, είναι να συμπεράνουν ότι, ως θεματοφύλακες των θαυμαστών Αληθειών του επαναστατικού μαρξισμού, πρέπει να ποιμάνουν τα μέλη της οργάνωσης, αποτρέποντας αποκλίσεις από αυτή την Αλήθεια. Στο κάτω-κάτω, η ελπίδα για το μέλλον εξαρτάται από τη συγκεκριμένη επαναστατική συλλογικότητα (που μερικές φορές εκλαμβάνεται ως το Κόμμα ή ως ο Πυρήνας του Μελλοντικού Κόμματος) η οποία καθοδηγείται από αυτή την Αλήθεια. Αυτό είναι στρατηγικά άγονο, δεν μας βοηθάει πραγματικά να φτάσουμε από «εδώ» στο «εκεί». Αντίθετα, η προτεραιότητα δίνεται στην διατήρηση της συγκεκριμένης οργάνωση που είναι ο θεματοφύλακας της Αληθείας.
Ακόμη και ανάμεσα στους πιο επιτήδειους συντρόφους και στις πιο δυναμικές οργανώσεις μπορεί να υπάρχουν προβλήματα. Ο Pierre Rousset μου υπενθύμισε πρόσφατα κάτι που επεσήμανε όταν ήταν ο διευθυντής του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας και Εκπαίδευσης στο Άμστερνταμ, τον καιρό που συμμετείχα τη δεκαετία του 1980. Υπάρχει ένα μοιραίο μοτίβο στα πράγματα των επαναστατικών οργανώσεων, όχι ως σιδερένιος νόμος αλλά ως επαναλαμβανόμενη τάση. Αυτή η τάση μπορεί να περιλαμβάνει ακόμη και δημιουργικές και εμπνευσμένες προσπάθειες (πλην όμως ελλιπείς) να χρησιμοποιηθεί η επαναστατική θεωρία για να αναπτυχθούν πραγματικά επαναστατικές στρατηγικές. Θέλω να προσπαθήσω να περιγράψω αυτό το «μοιραίο μοτίβο» εδώ, διότι έχει επιπτώσεις στην αλληλεπίδραση της επαναστατικής στρατηγικής και της δημοκρατικής οργάνωσης.
Ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς της μελέτης της επαναστατικής θεωρίας δεν είναι να κατανοήσουμε μόνο το παρελθόν και να καταλάβουμε το παρόν, αλλά και να αναπτύξουμε μια αντίληψη για το πώς τα πράγματα είναι πιθανό να εξελιχθούν στο μέλλον ή, για να χρησιμοποιήσουμε έναν κοινό όρο, να κάνουμε προβλέψεις. Οι πιο επιτήδειοι θεωρητικοί, επιστρατεύοντας τα καλύτερα της μαρξιστικής κοινωνικής επιστήμης, συχνά εδράζουν τους στρατηγικούς προσανατολισμούς τους σε κάποια ανάλυση ροπών και τάσεων του παρόντος που υποδείχνουν πιθανά αποτελέσματα στο ορατό μέλλον. Έχουν προταθεί διάφορες αξιόπιστες προβλέψεις τα τελευταία χρόνια. Οι καπιταλιστικές και σταλινικές ελίτ φάνηκε πιθανό να εξαφανιστούν από ολόκληρη την Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος φαινόταν πιθανός, στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, μεταξύ του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού και των σταλινικών εκφυλισμένων εργατικών κρατών. Οι εμπειρίες από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και τις αρχές της δεκαετίας του '60 υποδείκνυαν ένα κύμα ανταρτοπολέμων που θα κορυφώνονταν σε θριαμβεύοντες απελευθερωτικούς αγώνες σε ολόκληρη τη Λατινοαμερικάνικη ήπειρο. Η δυναμική των κοινωνικών αγώνων και των οικονομικών προβλημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη δεκαετία του 1960 έως τη δεκαετία του 1970 υπεδείκνυε μια βαθιά ριζοσπαστικοποίηση, η οποία θα κορυφωνόταν σε μια κίνηση της ταξικά συνειδητής εργατικής τάξης προς το επίκεντρο της πολιτικής σκηνής στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Οι στρατηγικοί προσανατολισμοί που αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν με βάση αυτές τις προβλέψεις ήταν καταστροφικές αποτυχίες. Οι κοινωνικές επιστήμες δεν διαθέτουν την ακρίβεια φυσικών επιστημών όπως τα μαθηματικά, η χημεία, η αστρονομία, η φυσική. (Ακόμη και σε αυτές τις «ακριβείς επιστήμες», υπάρχουν πολλές μεταβλητές). Οι κοινωνικές επιστήμες μπορούν να εντοπίσουν μοτίβα του παρελθόντος, σημερινές δομές και δυναμικές και πιθανές εξελίξεις, αλλά δε θα μπορούσαν να συλλάβουν όλες τις περιπλοκές της πραγματικότητας. Οι μακρόπνοες προβλέψεις είναι πάρα πολύ αδύναμες για να στηριχθούν επάνω τους συνεκτικές στρατηγικές, ακόμα και όταν αυτές διατυπώνονται από τα πιο επιτήδεια «παιδιά με τις σοφές κουβέντες».
Οι στρατηγικοί προσανατολισμοί είναι ουσιαστικοί εάν ελπίζει κανείς πραγματικά να φτάσει από το καπιταλιστικό «εδώ» στο σοσιαλιστικό «εκεί». Αλλά οι στρατηγικές πρέπει να βασίζονται σε κάτι περισσότερο από τις αφηρημένες θεωρίες και τις αναλύσεις στη βάση των προβλέψεων τις οποίες προσφέρουν τα παιδιά με τις σοφές κουβέντες. Οι ιστορικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις επηρεάζουν έντονα, αλλά με σύνθετους τρόπους, τον ουσιαστικό και απείρως πολύπλοκο ανθρώπινο παράγοντα. Και αυτός ο ανθρώπινος παράγοντας είναι το κλειδί της στρατηγικής - οι απίστευτες μεταβλητές και δυνατότητες για όσα οι άνθρωποι, οι μάζες των ανθρώπων, πραγματικά σκέφτονται, κάνουν, επιθυμούν και τείνουν να δοκιμάσουν.
Απαιτείται μια δημοκρατική συλλογική διαδικασία από τους επαναστάτες. Φυσικά, πρέπει να κατανοήσουμε τις ροπές και τις τάσεις της ιστορίας, του καπιταλισμού και της εποχής μας, αφού έχουν επιπτώσεις στις λαϊκές αντιλήψεις και διαθέσεις και στις συνακόλουθες πολιτικές αντιδράσεις και στους αγώνες ή στις τάσεις για αγώνα. Η επαγρύπνηση του στρώματος της πρωτοπορίας, χάρη στις συνδέσεις του με μάζες ανθρώπων, είναι εκείνη που συμβάλλει στη δημιουργία αγώνων και προτείνει στρατηγικές που έχουν νόημα. Μια δημοκρατική διαδικασία εντός των επαναστατικών συλλογικοτήτων μας δίνει τη βάση για να βρεθούμε από το «εδώ» στο «εκεί». Οι οργανώσεις μας πρέπει να δομηθούν και να αναπτυχθούν έτσι ώστε να καταστεί δυνατό να ανθίσει μια τέτοια επαναστατική-δημοκρατική διαδικασία.

Κι όμως …

Τα προβλήματα για το πώς φτάνουμε από εδώ, εκεί δεν εξατμίζονται χάρη σε κάποιο θεωρητικό απάνθισμα που θα μπορούσε να εκμαιευθεί από όσα έχω γράψει μέχρι τώρα. Πριν από λίγα χρόνια, έγραψα ότι ο «λενινισμός είναι ημιτελής» και αυτό ισχύει σίγουρα για την επαναστατική οργάνωση και στρατηγική εν γένει και με περισσότερους από έναν τρόπους. Παραμένουν σε συνάφεια με την εποχή μας, αλλά παραμένουν τόσο ρευστοί όσο οι περίπλοκες πραγματικότητες του σήμερα και του αύριο, παρουσιάζοντας μας πολλά για να αντιπαλέψουμε, πολλά για να υπερνικήσουμε, και πολλά για να επιλύσουμε. Θέλω να ολοκληρώσω με πρόσθετες σύντομες σκέψεις σχετικά με τη στρατηγική. Ως ενθουσιώδης νεαρός αγωνιστής στη δεκαετία του 1970 και του '80, υποστήριζα τη δημιουργία ενός εργατικού κόμματος με βάση τα συνδικάτα, το οποίο θα έδινε στην εργατική τάξη μια δική της πολιτική φωνή, προωθώντας γενναία την ταξική πάλη και ταξική συνείδηση. Θα μπορούσα να υποδείξω τον βόρειο γείτονά μας, τον Καναδά, μια χώρα παρόμοια με τη δική μας, ότι είχε ακριβώς όσα υποστήριζα, με τη μορφή του Νέου Δημοκρατικού Κόμματος (NDP). Στην επαρχία του Οντάριο μάλιστα, το 1990, το NDP διεξήγαγε μια μαχητική εκστρατεία με έντονα μεταρρυθμιστικά αιτήματα, την οποία υποστήριζαν ισχυρά αριστερά συνδικάτα που διεξήγαγαν και τις δικές τους μαχητικές εκστρατείες. Το NDP βρέθηκε στην εξουσία ακριβώς με την αρχή της οικονομικής ύφεσης και πήρα ένα πικρό μάθημα.
Φαίνεται ότι οι ηγέτες του NDP δεν περίμεναν να βρεθούν στην εξουσία και δεν είχαν ιδέα τι πρέπει να κάνουν. Βρέθηκαν μπλεγμένοι σε ένα καπιταλιστικό κράτος που στηριζόταν σε μια καπιταλιστική κοινωνία και, από τις νέες κυβερνητικές θέσεις τους, ανταποκρίθηκαν στην κατάσταση, να διαχειρίζονται δηλαδή το καπιταλιστικό κράτος και να δουλεύουν για να διασώσουν την καπιταλιστική οικονομία εφαρμόζοντας μέτρα λιτότητας και αντισυνδικαλιστικές πολιτικές, πράγματα που βρίσκονταν στον αντίποδα όσων υποστήριζαν στην εκστρατεία τους (για να μην αναφέρουμε μια προδοσία των σοσιαλιστικών αρχών με τις οποίες κάποιοι από αυτούς διάνθιζαν τις ομιλίες τους). Αυτό το ελπιδοφόρο μοντέλο προς το οποίο είχα δείξει, φάνηκε απόλυτα αναξιόπιστο.
Πιο πρόσφατα, θριαμβευτικά νέα «πλατιά αριστερά κόμματα» (πολύ πιο ουσιαστικά και ριζοσπαστικά από το NDP) αποκρυσταλλώθηκαν, στη Βραζιλία και στην Ελλάδα για παράδειγμα, και κέρδισαν αποφασιστικές εκλογές. Και το καθένα με τον δικό του τρόπο, για δικούς τους συγκεκριμένους λόγους και στις δικές του ειδικές περιστάσεις, πήρε στη συνέχεια παρόμοια τροχιά με εκείνη του NDP. Ο φίλος μου ο John Riddell, ανταποκρινόμενος σε ένα προγενέστερο προσχέδιο αυτών των προβληματισμών, σημείωσε εύστοχα ότι «ακόμη και όταν η δύναμη των μαζών έχει κινητοποιηθεί πλήρως», ο παγκόσμιος καπιταλισμός «αποδείχθηκε ικανός να αποκρούσει τη διαδικασία, να την απομονώσει, να την υπονομεύσει και να τη στραγγαλίσει». Έδειξε την Ελλάδα και τη Βενεζουέλα ως παραδείγματα, αλλά βέβαια υπήρξαν και πιθανότατα θα υπάρξουν και άλλα. Αυτό υπογραμμίζει την αναγκαιότητα του επαναστατικού διεθνισμού, όχι ως αφηρημένο σύνθημα ή ως απλή έκκληση για δουλειά αλληλεγγύης, αλλά ως ουσιαστικό στοιχείο για την ανάπτυξη ενός στρατηγικού προσανατολισμού ικανό να διασυνδέει επαναστατικούς αγώνες και θριάμβους σε μια ποικιλία χωρών.
Είναι ώρα να κλείσουμε αυτούς τους στοχασμούς. Δεν είναι εδώ το μέρος για να αποδεχτούμε την πρόκληση των πρόσφατων εμπειριών που μόλις αναφέρθηκαν, πράγμα που θα απαιτήσει πιο λεπτομερή δέσμευση από όσο είναι δυνατό σε αυτή την κατακλείδα. Είναι όμως ουσιαστικό να υπάρξει μια τέτοια κρίσιμη δέσμευση, να αναλύσουμε τι πήγε στραβά, τι θα μπορούσε να γίνει και τι πρέπει να γίνει στο μέλλον. Αυτό είναι ουσιαστικό για όποιον θέλει πραγματικά να βρει διαδρομές από το «εδώ» του καπιταλισμού σε μια κοινωνία των ελεύθερων και των ίσων.
Εκείνο που μου φαίνεται σαφές είναι ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει καλύτερα από σοβαρούς αγωνιστές με συλλογικό και δημοκρατικό τρόπο, με επαναστατικές οργανώσεις που συνεισφέρουν στο είδος εκείνο της συνοχής και της συντροφικότητας που μπορεί να μας επιτρέψει να αγωνιστούμε αποτελεσματικά για έναν καλύτερο κόσμο. 
 Σημειώσεις
1. Οι φίλοι που επηρέασαν άμεσα την αποκρυστάλλωση του παρόντος σχεδίου των προβληματισμών όπως παρουσιάστηκαν εδώ είναι οι: Michael Löwy, Eleni Varikis, Pierre Rousset, Helen Scott, John Riddell, Joost Kircz, Peter Boyle, Tamas Krausz. Δεν πρέπει να υποτεθεί ότι οποιοσδήποτε από αυτούς συμφωνεί αναγκαστικά με όλα αυτά που λέγονται εδώ.

 
2. Ορισμένες από αυτές, βέβαια, συνέχισαν να υπάρχουν ως κελύφη ή θραύσματα του παλιού τους εαυτού. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα συνέχιζαν με νέες επινοημένες μορφές, γενικά με νέους και εντελώς διαφορετικούς ηγέτες, αλλά (από αυτό που βλέπω) γενικά χωρίς την προηγούμενη ζωντάνια, αποτελεσματικότητα και αντίκτυπο.


************************************



ΣτΜ.. «Χωρίς αυτούς τους όρους κάθε απόπειρα να δημιουργηθεί πειθαρχία μετατρέπεται αναπόφευκτα σε σαπουνόφουσκα, σε λογοκοπία, σε πιθηκισμούς», στην μετάφραση της «Σύγχρονης Εποχής» και «Without these conditions, all attempts to establish discipline inevitably fall flat and end up in phrasemongering and clowning» στο αγγλικό κείμενο του marxists.org .

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου