Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Η Τραγωδία της Daraya


του Robin Yassin-Kassab

Αναδημοσίευση από το site TheNewArab
Μετάφραση : Παραναγνώστης


Η Daraya είναι, ή μάλλον ήταν κάποτε, μια σημαντική πόλη στην εξοχή της Δαμασκού. Ένα προάστιο της πρωτεύουσας που κατοικούσαν εργάτες και μεσαία τάξη. Ήταν επίσης ένα αγροτικό κέντρο, φημισμένη κυρίως για τα νόστιμα σταφύλια της. Τα τελευταία χρόνια η πόλη έχει γίνει ένα σύμβολο της συριακής επανάστασης και της επαναστατικής αντοχής στις πιο άθλιες συνθήκες. Και τώρα - μετά από την παράδοσή της στις 25 Αυγούστου 2016 στο καθεστώς Άσαντ - γίνεται πια το σύμβολο μιας ακόμα μεγαλύτερης καταστροφής.

Ο θαρραλέος κοινωνικός και πολιτικός ακτιβισμός της Daraya πηγαίνει πολύ πίσω πριν από την έκρηξη της επανάστασης του 2011. Οι κάτοικοί της διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στην Ισραηλινή καταπίεση στην Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια της δεύτερης Ιντιφάντα, και πάλι ενάντια στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ. Εκείνοι που πιστεύουν ότι το καθεστώς Άσαντ εκπροσωπεί τον λαϊκό αντισιωνισμό και αντιιμπεριαλισμό δεν καταλαβαίνουν πόσο γενναίες ήταν αυτές οι ενέργειες. Οι ανεξάρτητες διαδηλώσεις ήταν εντελώς παράνομες στη Συρία, επί ποινή βασανιστηρίων και φυλακίσεων, ακόμη και αν οι διαδηλώσεις στρέφονταν εναντίον των υποτιθέμενων εχθρών του κράτους. Και ο ακτιβισμός της Daraya επικεντρώθηκε επίσης στα εσωτερικά ζητήματα, με τη μορφή της καταπολέμησης της τοπικής διαφθοράς και των εξωραϊστικών εκστρατειών στις γειτονιές.
Σύμβολο της αντίστασης
Αυτή η κληρονομιά της κινητοποίησης των πολιτών οφείλει πολλά στον ντόπιο θρησκευτικό λόγιο Abd al-Akram al-Saqqa, ο οποίος εισήγαγε τους μαθητές του στο έργο του «φιλελεύθερου ισλαμιστή» και απόστολου της μη-βίας Jawdat Said, και ο οποίος δύο φορές συνελήφθη εξαιτίας αυτής του της δράσης. Ο Jawdat Said τόνισε, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα των γυναικών, τη σημασία της πολυφωνίας, καθώς και την ανάγκη υπεράσπισης των μειονοτικών ομάδων.
Το 2011, η Daraya έγινε ένα από τα πιο σημαντικά εργαστήρια για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων της μη βίαιης αντίστασης. Ο Ghiath Matar - γνωστός ως «μικρός Γκάντι» - έκανε πράξη τις αρχές του al-Saqqa και του Said, ενθαρρύνοντας τους διαδηλωτές να προσφέρουν λουλούδια και μπουκάλια νερού στους στρατιώτες που μεταφέρονταν με λεωφορεία για να τους πυροβολήσουν. Το καθεστώς αντέδρασε, ως συνήθως, με εντυπωσιακή βία. Ο Matar, ένας 26χρονος ράφτης, συνελήφθη τον Σεπτέμβριο του 2011. Τέσσερις μέρες αργότερα το ακρωτηριασμένο πτώμα του επεστράφη στους γονείς του και την έγκυο γυναίκα του.
Από την αρχή, παρά τις «διαίρει και βασίλευε» προβοκάτσιες του καθεστώτος, το κίνημα διαμαρτυρίας της Daraya απέρριψε τη σεκταριστική πόλωση. Όπως στην Deraa και στην Homs, οι Χριστιανοί της πόλης συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες, και οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν σε επαναστατική αλληλεγγύη με τους μάρτυρες. Ακόμη και όταν ο Σαλαφισμός και ο τζιχαντισμός ανήλθαν και επικράτησαν αλλού στην πληγωμένη χώρα, η Daraya διατήρησε την ανεκτικότητά της.
Δεν υπήρχε τίποτα το ανεκτικό στην καταστολή του καθεστώτος. Από τις 25 Αυγούστου 2012 και κατά το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης εβδομάδας, οι δυνάμεις του καθεστώτος διέπραξαν μία από τις χειρότερες σφαγές του πολέμου στη Daraya. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά σύρθηκαν στο δρόμο για εκτέλεση ή πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν μέσα στα σπίτια τους. Τουλάχιστον 300 άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Μερικοί εκτιμούν χίλιους νεκρούς.
Στο σημείο αυτό έγινε φανερό ότι τα βάσανα της Daraya χρειάζονταν ενισχύσεις από παράγοντες πέρα από τη Συρία. Ο Βρετανός δημοσιογράφος Robert Fisk μπήκε στο αιματοβαμμένο προάστιο ενσωματωμένος στο στρατό του καθεστώτος, πήρε «συνεντεύξεις» από επιζώντες παρουσία των δολοφόνων τους, στη συνέχεια περιέγραψε τους αντάρτες ως δράστες της σφαγής. Η περιγραφή του για μια ανταλλαγή κρατουμένων που πήγε στραβά απορρίφθηκε αμέσως από την Τοπική Επιτροπή Συντονισμού της Daraya - κανείς εκεί γύρω δεν είχε ακούσει για αυτήν.
Στο εξαιρετικό βιβλίο της Το Πρωί που Ήρθαν Για Μας, η Αμερικανή δημοσιογράφος Janine di Giovanni αφηγείται τη δική της επίσκεψη - με πολίτες, όχι με στρατιώτες - στον απόηχο της σφαγής. Πήρε συνεντεύξεις από πολλούς ντόπιους, και δεν βρήκε κανένα απολύτως στοιχείο της εκδοχής του Fisk για τα γεγονότα. Ωστόσο η περιγραφή του Fisk εξακολουθεί να υφίσταται για εκείνους που προτιμούν θεωρίες συνωμοσίας του τύπου «φταίει το θύμα» από την αλήθεια.
«Γονατίστε ή λιμοκτονήστε»
Η σφαγή δεν πτόησε τους επαναστάτες. Μέχρι το Νοέμβριο του 2012, η πόλη ήταν εξ ολοκλήρου στα χέρια των κατοίκων και των υπερασπιστών της, του Ελεύθερου Στρατού. Το καθεστώς απάντησε με την επιβολή ολοκληρωτικής πολιορκίας, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την παράδοση.
Η πολιτική «γονατίστε ή λιμοκτονήστε» έκοψε την ηλεκτρική ενέργεια, το νερό και τις επικοινωνίες της Daraya. Σφραγίστηκε επίσης η περίμετρος μη επιτρέποντας την είσοδο σε τρόφιμα και φάρμακα. Τα Ηνωμένα Έθνη δεν μπόρεσαν να παράσχουν ανθρωπιστική βοήθεια, υποκύπτοντας στον εκφοβισμό Άσαντ παρά τα διάφορα ψηφίσματα του ΟΗΕ ότι δεν ήταν αναγκαία η άδεια του καθεστώτος προκειμένου να παρασχεθεί βοήθεια. Το πρώτο και μοναδικό καραβάνι βοήθειας προς την πόλη έφτασε τον Ιούνιο του 2016 και δεν φάνηκε να είναι τίποτα παραπάνω από ένα αστείο εις βάρος των υποσιτισμένων κατοίκων. Τα φορτηγά, σε μεγάλο βαθμό άδεια, περιείχαν κουνουπιέρες και βρεφικό γάλα, αλλά όχι τρόφιμα.
Σε αυτές τις συνθήκες – κάτω από συνεχή βομβαρδισμό – η Daraya πέτυχε αξιοσημείωτα πράγματα. Οι κάτοικοι οργάνωσαν τοπικό συμβούλιο, το οποίο με τη σειρά που παρείχε υπηρεσίες, όπως νοσοκομεία εκστρατείας, σχολεία, κουζίνα σούπας, ακόμη και μία υπόγεια της βιβλιοθήκη. Το Συμβούλιο λειτουργούσε σε δημοκρατική βάση. Τα 120 μέλη του επέλεγαν εκτελεστικούς με ψήφο κάθε έξι μήνες, ενώ ο επικεφαλής του Συμβουλίου επιλέχθηκε με δημόσια εκλογή. Ασυνήθιστο, αλλά πολύ σημαντικό, ήταν το γεγονός ότι οι πολιτοφυλακές του Ελεύθερου Στρατού που υπεράσπιζαν την πόλη υπάκουγαν στις πολιτικές εντολές. Και οι γυναίκες της Daraya έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη δημιουργία μιας από τια πιο εντυπωσιακά εγχειρήματα μέσων ενημέρωσης της Ελεύθερης Συρίας, μια έντυπη και ηλεκτρονική εφημερίδα - τώρα και στην αγγλική γλώσσα - που ονομάζεται Enab Baladi.
Ένα μάθημα ζωής
Η Razan Zeitouneh, κορυφαία επαναστάτρια ηγέτις και ιδρύτρια των Τοπικών Επιτροπών Συντονισμού, περιέγραψε ως εξής την πόλη: «Η Daraya ήταν ένα αστέρι πριν από την επανάσταση και ένα αστέρι κατά τη διάρκειά της. Ό,τι έχτισαν οι νέοι άνδρες και γυναίκες της πόλης χρειάστηκε τεράστιες προσπάθειες και απέδωσε ένα μικρό υποδειγματικό μοντέλο για το μέλλον της Συρίας, που ονειρευόμαστε. Ο ακτιβισμός στην πόλη ποτέ δεν έπαψε να μας καταπλήσσει˙ ούτε για ένα λεπτό. Στη Daraya οι ειρηνικοί διαδηλωτές πρόσφεραν πρώτα τριαντάφυλλα και νερό στους στρατιώτες του συριακού στρατού που επέμειναν στη δολοφονία τους ... στη Daraya, τα σημάδια που καλούσαν για συνύπαρξη συνεχίστηκαν αμείωτα ακόμη και όταν το σύνολο της χώρας έπεφτε σε απόγνωση μετά από κάθε νέα σφαγή».
Αυτή το «υποδειγματικό μοντέλο» άντεξε τέσσερα χρόνια πυρών πυροβολικού και αρμάτων μάχης, αεροπορικών βομβαρδισμών, πάνω από 9.000 βόμβες βαρέλια, και δηλητηριωδών αερίων.
Τις τελευταίες εβδομάδες, οι βομβαρδισμοί στόχευσαν και έκαψαν τις καλλιέργειες μέσα στην πόλη, την τελευταία πηγή τροφής. Στις 19 Αυγούστου, το μοναδικό νοσοκομείο που απόμενε καταστράφηκε από ναπάλμ. Τέτοιες εμπρηστικές βόμβες είναι διεθνώς απαγορευμένες για χρήση σε γειτονιές αμάχων. Αλλού στη Συρία, ο Ρώσος χορηγός του Άσαντ καταιονίζει τους πολίτες με εμπρηστικά όπλα - όπως λευκού φωσφόρου και θερμίτη - και με πυρομαχικά διασποράς, τα οποία είναι επίσης παράνομα. Στη συνέχεια, στις 25 Αυγούστου - τέσσερα χρόνια από την ημέρα της σφαγής του 2012 – η Daraya τελικά παραδόθηκε.
Όσω επιβίωνε, η Daraya έδειξε - αν κάποιος νοιαζόταν να το παρατηρήσει - ότι οι προοπτικές για τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη στη Συρία ήταν ζωντανές και υγιείς. Κανείς δεν είπε στους ανθρώπους της πόλης να οργανωθούν δημοκρατικά. Το έκαναν μόνοι τους επειδή είχε αμέσως νόημα για αυτούς, και το έκαναν εξαιρετικά καλά στις πιο άθλιες συνθήκες. Ο ακτιβισμός τους δίνει μια γεύση ενός δυνητικού μέλλοντος - δημοκρατικού, πλουραλιστικού, ειρηνικού - σε όφελος ολόκληρου του κόσμου. Και όμως, η ευφημιστικά ονομαζόμενη διεθνής κοινότητα συνεργάστηκε στην ήττα αυτού του οράματος.
Οι πιο εμφανείς ένοχοι είναι το Ρωσικό και το Ιρανικό κράτος των οποίων οι ιμπεριαλιστικές επιθέσεις στη Συρία έχουν δυναμώσει τους τζιχαντιστές καθώς και τους Ασαντιστές φασίστες. Αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης, συνέβαλαν. Πολλοί ρίχνουν την ευθύνη για την πτώση της Daraya στην πολύμηνη αδράνεια του Νοτίου Μετώπου, ενός συνασπισμού πολιτοφυλακών του Ελεύθερου Στρατού, αδράνεια που απελευθέρωσε καθεστωτικούς στρατιώτες για να επικεντρωθούν στην πολιορκημένη πόλη.
Η ευθύνη για τη στασιμότητα του Νοτίου Μετώπου μπορεί με τη σειρά της να ριχτεί στο Κέντρο Στρατιωτικών Επιχειρήσεων στην Ιορδανία, το οποίο φαίνεται να έχει μπλοκάρει την ροή όπλων και χρημάτων ενδίδοντας στις πιέσεις των ΗΠΑ. Ενώ το Νότιο Μέτωπο - ένας δημοκρατικός εθνικιστικός σχηματισμός - κατέστη ανίσχυρο από την πολιτική των ΗΠΑ, στα βόρεια της Συρίας ο βαθύς Τζιχάντισμός του Jaish Αλ Φατάχ κατάφερε να σπάσει την πολιορκία του Χαλεπίου. Η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο ηθικά εξωφρενική, είναι επίσης - από την άποψη των δήθεν αντιτζιχαντιστικών προτεραιοτήτων της Αμερικής - απίστευτα ηλίθια.
Η παράδοση είναι μια καταστροφή πρώτα απ' όλα για τους ανθρώπους της Daraya. Η συμφωνία παράδοσης προβλέπει ότι μαχητές της πόλης θα μεταφερθούν στην επαρχία Idlib και οι πολίτες σε άλλα μέρη της αγροτικής Δαμασκού. Αυτό σημαίνει το οριστικό τέλος της κοινότητάς τους και, ως εκ τούτου, άλλη μια εθνοκάθαρση.
Αλλά είναι και αποτυχία ολόκληρου του κόσμου. Ισχυρά κράτη, κρατικοί «ανθρωπιστικοί» φορείς, και μια δόλια, κρατικολατρική δημοσιογραφία έχουν όλοι παίξει το ρόλο τους στην τραγωδία. Ο εκμηδενισμός της δημοκρατίας στη Συρία, σημαίνει τη συνεχιζόμενη άνοδο του φασισμού και του τζιχαντισμού, και τη συνεχή ροή προσφύγων. Για αυτό, όλοι θα πληρώσουν κάποιο τίμημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου