Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Μη Μιλάτε για Πόλεμο

Αναδημοσίευση από το  The Next Recession
Του  M. Roberts



Όταν ο Πρόεδρος Ομπάμα ανακοίνωνε την τελική σταδιακή απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, διάβαζα το Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, μια μαρξιστική ιστορία του Κρις Μπάμπερι Είναι μια πολύ συνοπτική εξιστόρηση του πολέμου, που δείχνει πως ήταν μια συνέχιση του κυνικού και έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ο οποίος απέληξε στον πόλεμο του 1914-18. Αυτός ο άχρηστος και βίαιος Μεγάλος Πόλεμος δεν κατάφερε να αποφασίσει το ποιος θα ήταν ο αρχηγός της αγέλης ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτό χρειάστηκε έναν ακόμα φοβερό πόλεμο πριν γίνει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός η ηγεμονική δύναμη. Αλλά ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν διαφορετικός από το πρώτο κατά το ότι ήταν επίσης κι ένας αγώνας των εργαζομένων για να κατανικήσουν την άνοδο του φασισμού και των δικτατοριών που κατέστρεφαν κάθε ανεξάρτητη ταξική δράση με γενοκτονία, ρατσισμό και μόνιμο μιλιταρισμό. Το βιβλίο του Μπάμπερι, μας υπενθυμίζει πόσες μυριάδες μυριάδων κάθε φυλής εθνικότητας και πεποίθησης έχασαν τη ζωή τους κάτω από την μπότα της δικτατορίας, και κατά τη διάρκεια ενός πολέμου για τις αγορές και την παγκόσμια εξουσία.

Αλλά οι πόλεμοι δεν είναι μόνο ένα φοβερό προϊόν του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, είναι συχνά απαραίτητοι για τον καπιταλισμό προκειμένου να ανακάμψει από τα Τάρταρα των επαναλαμβανόμενων κάμψεων και υφέσεων. Το ξεπερασμένο και ζημιογόνο κεφάλαιο καταστρέφεται˙ οι κυβερνήσεις και οι φορολογούμενοι έρχονται να αναβιώσουν τα κέρδη της βιομηχανίας μέσω της κατασκευής πολεμικών μηχανών και η εργασία αποδέχεται χειρότερες συνθήκες, περισσότερες ώρες δουλειάς και δελτίο στα εμπορεύματα πρώτης ανάγκης, για χάρη της «πολεμικής προσπάθειας». Χρειάστηκε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, για να καταστεί δυνατή η αποκατάσταση της κερδοφορίας στις ΗΠΑ μετά τη Μεγάλη Ύφεση. Αυτό που το New Deal απέτυχε να το πράξει.

Έτσι, οι πόλεμοι μπορεί να είναι επωφελείς για τον καπιταλισμό, όταν είναι πεσμένος στα γόνατα. Αλλά οι πόλεμοι είναι επίσης δαπανηροί και  σπαταλούν πόρους (εργασία και κεφάλαιο) που θα μπορούσαν να έχουν κατευθυνθεί σε παραγωγικές επενδύσεις οι οποίες δημιουργούν μεγαλύτερη αξία και υπεραξία. Οι στρατηγοί του κεφαλαίου στο Λευκό Οίκο, στην Ντάουνινγκ Στρητ ή στα Ηλύσια και το Κρεμλίνο μπορεί εκτιμούν ότι το να πάμε σε πόλεμο είναι μερικές φορές απαραίτητο για να προφυλάξουν τις αγορές και τα μελλοντικά κέρδη και την εξουσία τους. Αλλά οι πόλεμοι έχουν ένα οικονομικό κόστος, ιδιαίτερα οι «μικροί πόλεμοι», που οι μεγαλύτερες καπιταλιστικές οικονομίες έχουν διεξαγάγει σε διάφορα χρονικά διαστήματα από το 1945, κάτω από την Pax Americana και τη Νέα Παγκόσμια Τάξη με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης μετά το 1989.
Το οικονομικό κόστος αυτών των μικρών πολέμων του 21ου αιώνα μέχρι σήμερα (Αφγανιστάν και Ιράκ) συνεχίζει να αυξάνεται. Το κόστος για την οικονομία των ΗΠΑ υπολογίζεται πλέον στα 6 τρισ $ που εκτιμώ ότι είναι μία μείωση περίπου 0,3% της εθνικής παραγωγής κάθε χρόνο από το 2001 και 1,5% απώλεια επί της  ετήσιας «παραγωγικής» επένδυσης των επιχειρήσεων
Έχουμε επίσης μια νέα έκθεση σχετικά με το κόστος που επωμίζεται η  οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου για τη  στήριξη που παρέχει η Βρετανία στη  «συμμαχία των προθύμων» στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Τιτλοφορείται  Wars_in_Peace_Foreword_and_Intro και είναι μια ημι-επίσημη μελέτη που εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, την ερευνητική βιτρίνα της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας. Σύμφωνα με την έκθεση η στήριξη αυτή, μέχρι στιγμής, έχει στοιχίσει  40 δις λίρες £, ποσό που ισοδυναμεί με το ύψος των περικοπών στον προϋπολογισμό της κοινωνικής πρόνοιας που η σημερινή κυβέρνηση έχει επιβάλει στους φτωχότερους Βρετανούς. Είναι επίσης αρκετό για να προσληφθούν πάνω από 5.000 νοσηλευτές και να πληρωθούν οι μισθοί τους για τους καθ  όλη τη σταδιοδρομία τους. Θα μπορούσε με το ποσό αυτό, να χρηματοδοτηθεί η απαλλαγή από τα δίδακτρα για όλους τους φοιτητές στη βρετανική τριτοβάθμια εκπαίδευση για 10 χρόνια. Είναι ένα ποσό που ισοδυναμεί με περισσότερο από  2.000 λίρες £ σε κάθε κάθε νοικοκυριό φορολογούμενων.
Αυτά είναι τα παραδείγματα που χρησιμοποιούνται σε μια άλλη μελέτη από τον Frank Ledwidge, Επενδύσεις σε Αίμα, που κυκλοφόρησε αυτή την εβδομάδα από τις εκδόσεις Yale University Press. Ο Ledwidge ήταν πολιτικός σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης στο Ιράκ, τη Λιβύη και το Αφγανιστάν. Σύμφωνα με τον Ledwidge, από το 2006, σε μια συντηρητική εκτίμηση, η διατήρηση της στρατιωτικής παρουσίας της Βρετανίας στην επαρχία Χελμάντ του Αφγανιστάν έχει κοστίσει 15 εκ λίρες £ την ημέρα. Το ισοδύναμο των  25.000 λιρών £ θα έχουν δαπανηθεί για κάθε έναν από τους 1,5 εκ κατοίκους του Χελμάντ, ποσό που υπερβαίνει όσα οι περισσότεροι από αυτούς θα κερδίσουν στη διάρκεια όλης της ζωής τους
.
Ο Ledwidge εκτιμά ότι τα βρετανικά στρατεύματα στην επαρχία Χελμάντ έχουν σκοτώσει τουλάχιστον 500 αμάχους. Περίπου οι μισοί από αυτούς έχουν αναγνωρισθεί επισήμως και η Βρετανία έχει καταβάλει αποζημίωση στις οικογένειες των θυμάτων. Τα υπόλοιπα θύματα βασίζονται σε εκτιμήσεις από τις εκθέσεις του ΟΗΕ και των ΜΚΟ, και «παράπλευρες απώλειες» από τις αεροπορικές επιδρομές και ένοπλες συγκρούσεις. Ο Ledwidge συνυπολογίζει το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος της μακροχρόνιας φροντίδας για περισσότερους από 2.600 Βρετανούς στρατιώτες που τραυματίστηκαν στις συγκρούσεις και για πάνω από 5.000 που ο ίδιος αποκαλεί «ψυχολογικά τραυματίες». Περίπου 444 Βρετανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί στη σύγκρουση στο Αφγανιστάν, σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία του Βρετανικού ΥΕΘΑ.
Και όλα αυτά για το τίποτα. Ο Ledwidge λέει ότι η Χελμάντ δεν είναι σήμερα περισσότερο  «σταθερή» από όταν χιλιάδες Βρετανοί στρατιώτες αναπτύσσονταν εκεί το 2006. Η παραγωγή οπίου που είχε μειωθεί κάτω από τους Ταλιμπάν, συνεχώς αυξάνεται, τροφοδοτώντας τη διαφθορά και τα θησαυροφυλάκια των πολεμάρχων. Αν και τα Βρετανικά και τα άλλα ξένα στρατεύματα εστάλησαν στο Αφγανιστάν για να σταματήσει η Αλ Κάιντα να συνιστά απειλή για την εθνική ασφάλεια της Βρετανίας, «από όλες τις χιλιάδες αμάχων και μαχητών, ούτε ένα ενεργούμενο  της Αλ-Κάιντα ή «της διεθνούς τρομοκρατίας», που θα μπορούσε ενδεχομένως να απειλήσει το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει καταγραφεί ότι σκοτώθηκε από δυνάμεις του ΝΑΤΟ στην επαρχία Χελμάντ» γράφει ο Ledwidge
Οι πραγματικοί επωφελούμενοι του πολέμου, υποδεικνύει ο ίδιος, είναι οι σύμβουλοι ανάπτυξης, οι Αφγανοί έμποροι ναρκωτικών και οι διεθνείς εταιρείες όπλων. Ένα μεγάλο μέρος της βρετανικής βοήθειας προς το Αφγανιστάν δαπανάται για αμοιβές συμβούλων και όχι για εκείνους τους Αφγανούς που τη χρειάζονται περισσότερο. Ο πραγματικός λόγος που η Βρετανία έχει ξοδέψει τόσο πολύ αίμα και χρήμα για το Αφγανιστάν είναι απλός: «Η αντίληψη για την αναγκαιότητα της διατήρησης των στενότερων δυνατών δεσμών με τις ΗΠΑ.»






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου