Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Ασκήσεις Πολιτικής Φαντασίας


Η τεράστια πρακτική σημασία ενός σωστού θεωρητικού προσανατολισμού εκδηλώνεται πιο χτυπητά σε μια περίοδο οξείας κοινωνικής σύγκρουσης, ραγδαίων πολιτικών αλλαγών, απότομων αλλαγών της κατάστασης. Σε τέτοιες περιόδους, οι πολιτικές αντιλήψεις και γενικεύσεις γρήγορα παλιώνουν και απαιτούν είτε μια πλήρη αντικατάσταση (η οποία είναι πιο εύκολη) είτε την συγκεκριμενοποίησή τους, την όξυνση της ακρίβειάς τους ή την μερική τους διόρθωση (η οποία είναι πιο δύσκολη) Λ. Τρότσκυ «Βοναπαρτισμός και Φασισμός»


Μαϊντάν
Τα γεγονότα στην Ουκρανία έβαλαν σίγουρα σε δοκιμασία πολλές βεβαιότητες μέσα στην αριστερά. Σε μια αριστερά που δεν μπορεί να την βγάλει με όσες θεωρίες σκονίζονται στα ράφια της. Χωρίς να λείψουν θαρραλέες φωνές και τολμηρές προσπάθειες αυθεντικής ερμηνείας (μερικές από τις οποίες μπορεί να βρει κανείς σε τούτο το blog στις οποίες και παραπέμπουμε γενικώςi) δυστυχώς διαβάσαμε και μια μεγάλη γκάμα ετοιματζίδικων «ερμηνειών» που κυμαίνονταν από την αριστερίστικη «φασιστική εξέγερση και πετυχημένο φασιστικό πραξικόπημα» μέχρι την αδιάφορη για τα εργατικά συμφέροντα «ενδοαστική σύγκρουση» του ΚΚΕ. Κι αν είναι εντυπωσιακό ως σημείο σύμπτωσης των δύο εμβληματικών αυτών μικροαστικών αντιλήψεων το γεγονός ότι και οι δύο αυτονομούν το πολιτικό επίπεδο από την ταξική του βάση μένοντας στην επιφάνεια της κυρίαρχης τάξης και του γεωπολιτικού παιγνίου και αμελώντας ως παρασυρμένη την αθώα παιδίσκη/εργατική τάξη, μοιράζονται επίσης, μαζί με ένα ενδιάμεσο φάσμα των απόψεων, το θλιβερό προκρούστειο χούι να προσαρμόζουν την πραγματικότητα στις θεωρίες τους.

Στο ίδιο θλιβερό τοπίο εντάσσεται και η τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τοποθέτηση για την οποία χρειάστηκε να εξαντλήσει την ευγένειά της η εκεί αριστερά, για να την αντιμετωπίσει με μια βεβιασμένη συγκατάβαση, αφήνοντάς την ασχολίαστη. Το δίδαγμα εν προκειμένω είναι πως πολιτική ανάλυση και ισορροπίες συνιστωσών πολιτικών μετώπων, δεν πάνε μαζί, άρα θα ήταν καλύτερα τέτοια πολιτικά μέτωπα να αφήνουν το λόγο στις ντόπιες αριστερές οργανώσεις.
Ο Μαοϊκός πάλι χώρος, η έτερη εκδοχή του σταλινισμού, μας πληροφόρησε πως οι ιμπεριαλιστές έχουν το συνήθειο να μοιράζουν και να ξαναμοιράζουν τον κόσμο, πράγμα που ούτε εντελώς αλήθεια είναι, ούτε μας φωτίζει και πολύ. Η συγγενικές διαπιστώσεις των κάθε κοπής σταλινικών που μιλούν για μία σύγκρουση ενδοαστική ή ενδοϊμπεριαλιστική, κατά τα γούστα του καθενός, είναι τόσο αληθής και τόσο χρήσιμη, όσο η δήλωση πως η άνωση κάνει τα πλοία να πλέουν. Η άνωση έχει ρόλο στην πλεύση των πλοίων αλλά κατά τον ίδιο βαθμό η άνωση κάνει και τα ψάρια να κινούνται κάτω από το νερό ενώ για τον ίδιον αυτό ακόμα λόγο, την άνωση, σαπίζουν τα ναυάγια στον πάτο της θαλάσσης. Κοντολογίς, αν ο ναυπηγός σκαρώσει πλοίο χωρίς να γνωρίζει τίποτε πέρα από την άνωση, τότε ζήτω που πνιγήκαμε.
Πιστεύουμε ακράδαντα πως η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης είναι έργο της επαναστατικής οργάνωσης του προλεταριάτου και όχι ανεξάρτητων δημοσιολογούντων. Κι αν αυτή η οργάνωση απουσιάζει τόσο το χειρότερο για την υπόθεση του προλεταριάτου. Επομένως, οι σκέψεις που ακολουθούν, δεν φιλοδοξούν να είναι κάτι παραπάνω από ένα ανάγνωσμα πολιτικής φαντασίας που ξετρυπώνοντας μερικές αναλογίες ίσως γονιμοποιήσει την απαραίτητη συλλογική σκέψη. Για το λόγο αυτό δεν χρειαζόμαστε και δεν κρατάμε καμία επιφύλαξη απέναντι σε ενδεχόμενη διάψευση των πολιτικών μας προβλέψεων.
Ένα είναι πάντως σίγουρο και ανεξάρτητο από το πόσο κοντά στην πραγματικότητα είναι τούτη ή εκείνη η έμπνευση: Τα όσα γίνονται στην Ουκρανία αποτελούν μια καμπή του επαναστατικού κύματος που σαρώνει τον κόσμο και με έναν τρόπο το συνοψίζει. Και όσο πιο γρήγορα οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ξεσκαρτάρουν τις ιδεολογικές τους αποθήκες, για να δώσουν αυθεντικά μαρξιστικές αναλύσεις αυτής της νέας πραγματικότητας, τόσο το καλύτερο.

Από τη Γαλλική Επανάσταση .....

Αν αρχίσουμε από το συγκεκριμένο φαινόμενο, όπως συνιστούσε κάποιος γερμανός κύριος με γένια, και το αναρωτήσουμε κριτικά ίσως βρούμε κάτι. Το φαινόμενο είναι αυτό που βλέπουν και οι καλοί μας μικροαστοί: δύο μερίδες της αστικής τάξης συγκρούονται. Λαμπρά, αλλά πώς μπορούν και συγκρούονται; Κανονικά το κράτος, ο συλλογικός καπιταλιστής θα διευθετούσε τέτοια ζητήματα μη διστάζοντας ενδεχομένως να ... συγυρίσει και κάποιον συγκεκριμένο καπιταλιστή εάν η ανάγκη το καλούσε. Το πρώτο περίεργο λοιπόν είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο. Αλλά γιατί δεν μπορεί και, αν είναι έτσι, τι το θέλουν; Διότι αυτή η λειτουργία του συλλογικού καπιταλιστή στη γενικότητά της, υποτίθεται ότι είναι η κύρια δουλειά του κράτους, ο λόγος που υπάρχει! Επ' αυτού όλοι φαίνεται να δίνουν την ίδια εξήγηση: η άμεση εμπλοκή των ολιγαρχών στο κράτος ουσιαστικά το ακυρώνει ως κράτος με τον τρόπο που το γνωρίζουμε στον ώριμο καπιταλισμό από την εποχή ακόμα του Μαρξ. Έτσι όπως παρουσιάζεται αυτό το κράτος μοιάζει όχι με το αστικό κράτος που ξέρουμε αλλά με το κράτος των πρώτων χρόνων της Γαλλικής Επανάστασης, όπου τα συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα υφίσταντο μόνο μία, κι αυτή διάφανη, διαμεσολάβηση στο πολιτικό επίπεδο σχηματίζοντας πολιτικά κόμματα σχεδόν μοναδικής ταξικής αναφοράς. Οι προ διετίας κλωτσοπατινάδες μέσα στο ουκρανικό κοινοβούλιο μας παραπέμπουν αν όχι στο κοινοβούλιο του Κρόμγουελ (από όπου δεν ήξερες αν θα βγεις ζωντανός) τουλάχιστον στα κοινοβούλια της εποχής του ελεύθερου ανταγωνισμού όπου πολλές πολιτικές διαφορές λύνονταν με το πιστόλι.. Έτσι λοιπόν, το Κόμμα των Περιοχών του Γιαννούκοβιτς «ανήκει» στους ολιγάρχες που έχουν συμφέροντα κατά Ρωσία μεριά, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης στους ολιγάρχες με συμφέροντα ευρωπαϊκού ή αμερικανικού προσανατολισμού αντιστοίχως. Και όπως κατά τη Γαλλική επανάσταση τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου δεν έβρισκαν παρά τη στρεβλή τους πολιτική έκφραση στην πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης, έτσι και τώρα το γενικό δημοκρατικό αίτημα, το αφηρημένο δημοκρατικό αίτημα, μπόρεσε να συνενώσει στη Μαϊντάν τον αφηρημένο λαό, εργάτες, μικρομεσαία αφεντικά για να λάβει πολιτική σάρκα και οστά πίσω από το σύνθημα «κάτω ο Γιαννουκόβιτς» με το οποίο απέσπασαν την ηγεμονία οι φιλοδυτικοί ολιγάρχες. Με μία παρατήρηση. Η αντικειμενική ύπαρξη των ιδιαίτερων εργατικών συμφερόντων δεν συμπίπτει με την πολιτική τους έκφραση, με ένα συγκεκριμένο δηλαδή πολιτικό σχέδιο. Έτσι και αντιστρόφως, η έλλειψη εργατικού πολιτικού σχεδίου δεν σημαίνει καθόλου πως δεν υπάρχουν εργατικά ταξικά συμφέροντα, ούτε πως οι ατομικές προσδοκίες των εργατών βρίσκονται εκτός του πλαισίου του ταξικού τους συμφέροντος˙ το αντίθετο: αυτό που οι εργάτες ίσως αντιλαμβάνονται ως ατομική τους προσδοκία καθορίζεται από το ταξικό τους συμφέρον. Οι εργάτες λοιπόν που βρέθηκαν στη Μαϊντάν, δεν πήγαν για να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης φυλής ολιγαρχών, αλλά είχαν κατά νου τις δικές τους ταξικές προσδοκίες ακόμα κι αν δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει την ταξική τους διάσταση. Είναι άλλο πράγμα όμως οι ταξικές προσδοκίες και άλλο η στρεβλή πολιτική τους έκφραση μέσω αστικών κομμάτων: Αυτές οι ταξικές προσδοκίες διαμεσολαβούνται στην περίπτωσή μας από το αστικό πολιτικό σχέδιο και το υπηρετούν αντικειμενικά. Η εργατική τάξη λοιπόν δεν ήταν «παρασυρμένη» άβουλη αδρανής μάζα και οι διεργασίες εντός αυτής της μάζας - η αυτοοργάνωση και οι παρεμβάσεις από την αριστερά ακόμα κι αν αυτές συντρίφτηκαν από τον Δεξιό Τομέα - μαρτυρούν για του λόγου το αληθές. Τα ίδια ισχύουν και για τα μικρά αφεντικά: οι ολιγάρχες και η, ιδιαίτερα έντονη στην Ουκρανία, διεθνής οικονομική κρίση, δεν τους αφήνουν κανένα περιθώριο ύπαρξης.
Όλοι αυτοί διαδηλώνουν στη Μαϊντάν εναντίον του ολιγάρχη–που–βλέπουν–μπροστά–τους και μόνο σε αυτό το σημείο συναντώνται πολιτικά με τους ολιγάρχες οι οποίοι επίσης εναντιώνονται στον Γαννουκόβιτς και επομένως τους εντάσσουν αντικειμενικά στα δικά τους πολιτικά σχέδια. Σε αυτή την σύμπτωση βρίσκεται η αντικειμενική βάση της ηγεμονίας των ολιγαρχών και είναι τόσο επισφαλής όσο τα γιούχα που εισέπραξαν για τη συμφωνία τους με το Γιαννουκόβιτς. Αυτή η ίδια η συμπτωματική και επισφαλής σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης ηγεμονία, εξαντλεί και το πεδίο δράσης των ιμπεριαλιστικών προπαγανδιστικών κέντρων, των ΜΚΟ, των ξένων μισθοφόρων και τα υπόλοιπα φετίχ των συνωμοσιολογικών θεωριών στη γοητεία των οποίων υπέκυψαν ακόμα και φωνές από τα αριστερά.ii
Και οι φασίστες; Γιατί αν κάτι μοιάζει με φασιστικό κόμμα τότε είναι φασιστικό κόμμα. Το πρώτο που θα παρατηρούσε κανείς είναι πως στη συγκεκριμένη εκδοχή του ουκρανικού εθνικισμού επικρατεί η απίστευτη για τα δυτικά, αλλά ευλογοφανής για τα απολιτικά ουκρανικά αυτιά μυθοπλασία ότι «τα ουκρανικά SS ήταν στην πραγματικότητα πατριώτες επειδή αγωνίστηκαν ενάντια στην ξένη κυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης ». Εκεί λοιπόν, φασίστας σημαίνει περισσότερο ουκρανός πατριώτης ή εχθρός της Ρωσίας (ανάλογα με τη θέση που έχει κανείς) παρά αυτό που σημαίνει για τον υπόλοιπο κόσμο.iii Αυτό εξηγεί κατά ένα μέρος την ευκολία με τη οποία η κινηματική ηγεμονία της Μαϊντάν ήρθε στα χέρια του Δεξιού Τομέα. Από την άλλη όμως, όσο αυτονομημένος και να είναι πολιτικά ο φασιστικός εσμός δεν θα κάνει το βήμα προς την εξουσία χωρίς τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις του: να έχει αντικείμενο, δηλαδή εξεγερμένη εργατική τάξη με τις οργανώσεις της για να συντρίψει και, στη συνέχεια, να έχει πολιτική (και οικονομική) ώθηση από την κυρίαρχη μερίδα της αστικής τάξης που συνολικά αισθάνεται να απειλείται από το προλεταριάτο. Ο πρώτος όμως όρος, η εργατική τάξη, δεν είναι καν συγκροτημένη πολιτικά, άρα μια άμεση φασιστική αντεπανάσταση δεν θα είχε αντικείμενο. Θα το συναντήσουμε και παρακάτω το σημείο αυτό. Από την άλλη πάλι, ούτε και κυρίαρχη μερίδα της αστικής τάξης υπάρχει καθώς οι ολιγάρχες εμφανίζονται διαιρεμένοι. Και αυτό το σημείο θα το συναντήσουμε πάλι παρακάτω αλλά, για την ώρα, εφόσον ξέρουμε πως χώρος για φασιστική αντεπανάσταση δεν υπάρχει, δεν μένει παρά η γνωστή ικανότητα του κεφαλαίου να ενσωματώνει, για τις ανάγκες της αναπαραγωγής του, τα πάντα, διαμεσολαβώντας τα καταλλήλως. Αλλά ως τι διαμεσολαβείται, εν προκειμένω ο ουκρανικός ναζισμός;
Ίσως βρούμε μια απάντηση στην αντίπερα όχθη. Στον απόηχο της Μαϊντάν και εφόσον οι φιλορώσοι ολιγάρχες συμβιβάστηκαν με την πτώση Γιαννουκόβιτς και την απώλεια της κυβερνητικής εξουσίας στο Κίεβο,γίναμε μάρτυρες του αντι-μαϊντάν κινήματος των ανατολικών και νοτίων επαρχιών της Ουκρανίας, όπου παραδόξως το ρόλο της βίαιης αντικυβερνητικής ομάδας κράτησαν οι αναρχικοί. Αυτό μας κάνει να θυμηθούμε ότι και στη Μαϊντάν κάποιοι αναρχικοί βρέθηκαν στο διπλανό μετερίζι με τους φασίστες. Φαίνεται ότι το ρόλο του Δεξιού Τομέα ως δύναμη κρούσης στο δρόμο – να εξηγούμεθα –των αντι-μαϊντάν αυτή τη φορά διαδηλωτών στο Χάρκοβο, τον κρατούν αναρχικοί που εξουδετέρωσαν, όχι και τόσο ευγενικά, τους λιγοστούς φασίστες. Κατά ποιον όμως παράδοξο τρόπο θα ήταν αντιμεταθετοί οι δύο αυτοί ασύμβατοι πολιτικοί χώροι; Μα έπρεπε βέβαια, κάποιος να απαντήσει σε επίπεδο δρόμου στην αστυνομική βία για να γίνει δυνατή η ίδια η διαμαρτυρία που με τη σειρά της ήταν conditio sine qua non προκειμένου να υπάρξει καν το όποιο αστικό πολιτικό σχέδιο. Αν κρατήσουμε την αναλογία με τη Γαλλική Επανάσταση τότε Δεξιός Τομέας και αναρχία θα μπορούσαν να αντιμετατεθούν μεταξύ τους ως το αντίστοιχο της «τρομοκρατίας». Φυσικά μιας «τρομοκρατίας» διαμεσολαβημένης από το τρέχον πολιτικό σχέδιο της καθεμιάς από τις δύο αστικές τάξεις τα αντίπαλα πολιτικά σχέδια των οποίων θα έκαναν και αντικειμενικά αναγκαία την εναλλαγή: ούτε Δεξιός Τομέας Κιέβου εναντίον Δεξιού Τομέα Χαρκόβου μπορούσε να υπάρξει, ούτε αναρχικοί της Μαϊντάν εναντίον αναρχικών του Χαρκόβου. Γιατί είναι πλέον φανερό πως δεν πρόκειται για μία ενιαία αστική τάξη. Αν το κράτος δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του συλλογικού κεφαλαιοκράτη, τότε δεν έχουμε εθνική ολοκλήρωση. Τότε, κάθε φατριασμός των καπιταλιστών γίνεται ρήγμα κάτω από τις συνέπειες της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης που επιβάλλει στις φατρίες εξ ορισμού ασύμβατες και αντιθετικές πολιτικές εκτάκτου ανάγκης. Αυτές οι εξωτερικά επιβεβλημένες αντιθετικές πολιτικές επιβίωσης, καθώς δεν υπάρχει κανείς για να τις διαμεσολαβήσει, παράγουν το σχίσμα των αστικών τάξεων. Δεν έχουμε δηλαδή μία διαιρεμένη αστική τάξη, αλλά δύο αστικούς σχηματισμούς, ο καθένας με τους ολιγάρχες του την μεσαία και μικρή του μπουρζουαζία και τις αντίστοιχες εργατικές τάξεις στοιχισμένες πίσω από ένα «εθνικό» σχέδιο, γιατί μόνο κάτι, έστω και κατ' όνομα εθνικό, θα μπορούσε να συμπεριλάβει όλα αυτά τα αποκλίνοντα ταξικά συμφέροντα.iv Αν οι «δυτικοί ουκρανοί» προκρίνουν την ΕΕ και τις ΗΠΑ γιατί αυτό είναι καλό για τις επιχειρήσεις των ολιγαρχών που θα δώσουν παραπάνω θέσεις μισθωτής εργασίας στους εργάτες και outsourcing στα μικρομεσαία αφεντικά, για τους ίδιους λόγους θα προέκριναν τη Ρωσία οι «ανατολικοί ουκρανοί».
Αλλά δεν βρισκόμαστε στα 1792, κι αν ο Μαρξ διόρθωσε σωστά τον Χέγκελ τότε μόνο μια φάρσα μπορεί να περιμένει κανείς. Πράγματι, ποτέ η αστική τάξη δεν διεκπεραιώνει η ίδια τα πολιτικά της σχέδια. Αυτή τη δουλειά την κάνουν τα πολιτικά της κόμματα δαπάναις των υποτελών τάξεων και φυσικά τίποτα δεν έρχεται από τον κόσμο των ιδεών. Τα οικοδομικά υλικά του πολιτικού σχεδίου λαμβάνονται από τον πραγματικό κόσμο μετασχηματίζονται με τη διαμεσολάβηση και χρησιμοποιούνται. Έτσι, τίποτα περίεργο δεν υπάρχει στην επιλογή των φασιστών του Σβόμποντα και των στασερικών ναζιστών του Δεξιού Τομέα για την φιλοδυτική αστική τάξη ή των αναρχικών από τη φιλορωσική ως δύναμη διαχείρισης της βίας. Και φυσικά ούτε οι μεν ούτε οι δε είναι μια ιστορική επανάληψη του Danton ή του Μarat αλλά μια φάρσα . Καμιά εθνογένεση δεν θα μπορούσε να χτιστεί ούτε πάνω στον μύθο του «πατριώτη» Stepan Bandera και των Waffen SS του ούτε στην φυλετική καθαρότητα των σλαβικών γλωσσικών αρχαϊσμώνv και πάντως όχι κάτω από τη μύτη και στα μούτρα τριών ιμπεριαλισμών. Αντί για εθνογένεση, μια φάρσα παίχτηκε γύρω από μια οιονεί διαδικασία αδύνατης εθνογένεσης. Αδύνατης για δύο λόγους. Πρώτα γιατί όλα αυτά συμβαίνουν στο σταυροδρόμι τριών (ή ίσως δυόμισιvi) ιμπεριαλισμών κανείς από τους οποίους δεν θα άντεχε να χάσει την Ουκρανία υπέρ κάποιου από τους άλλους δύο και δεύτερον γιατί – και αυτό θα μας πάει σε άλλη αναλογία – αυτό το βοναπαρτιστικό κράτος (κοινό και για τις δύο, ή δύο ξεχωριστά ένα για την κάθε μία, ή επιτέλους ένα αλλά δικέφαλο) που έχουν ανάγκη και οι δύο αστικές τάξεις δεν στήνεται με διαδικασίες πραγματικής εθνογένεσης ούτε, πολύ λιγότερο, με μια φάρσα εθνογένεσης. Το βοναπαρτιστικό κράτος που χρειάζονται, θα το στήσειvii για λογαριασμό τους η τρόικα των ιμπεριαλιστών. Αυτός θα ήταν και ο μηχανισμός της πειθήνιας υποχώρησης των δύο αστικών τάξεων μπρος στους ιμπεριαλιστές πάτρωνες τους που αποφάσισαν να διευθύνουν οι ίδιοι το παιγνίδι.

..... στη Βαϊμάρη

Πριν δούμε το κράτος που χρειάζεται η Ουκρανία δυο λόγια για τα διχοτομικά σενάρια. Είναι νομίζουμε φανερό πως προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία σημαίνει αυτομάτως και απώλεια της Ουκρανίας για τη Ρωσία. Από την άλλη ούτε και μία μεγάλη προσάρτηση της ανατολικής Ουκρανίας λύνει το πρόβλημα της Ρωσίας ενώ αφήνει στα χέρια των ΗΠΑ και ΕΕ ένα άχρηστο κουφάρι. Ολοκληρωτική νίκη των δυτικών ιμπεριαλιστών δεν νοείται χωρίς πόλεμο με τη Ρωσία η οποία δεν μπορεί να αφήσει αμαχητί την Ουκρανία και να διακινδυνεύσει περιπέτειες στο εσωτερικό της μετά από μια τέτοια υποχώρηση. Άρα από τη μεριά των ιμπεριαλιστών δεν υπάρχει συμφέρον διαμελισμού. Ούτε όμως από τη μεριά των υποτελών τάξεων της Ουκρανίας σηκώνει κανείς τη σημαία της ανεξαρτησίας στα σοβαρά, ενώ οι ενωτικές με τη Ρωσία φωνές σκοντάφτουν στην απροθυμία της ίδια της Ρωσίας. Οι μόνοι που θα ήθελαν δύο κράτη, είναι οι φυλές των ολιγαρχών, πού όμως για την ώρα έχουν λουφάξει κάτω από τα φτερά των ιμπεριαλιστικών αετών. Έτσι η Ουκρανία είναι προς το παρόν «καταδικασμένη» να παραμείνει ενιαία.
Όσο για το κράτος, λίγο πριν από το δήθεν αποσχιστικό δημοψήφισμα της Κριμαίας και όποια πολιτειακή μορφή κι αν λάβει τελικά αυτό το νέο ουκρανικό κράτος, προκειμένου να εξισορροπηθούν οι ιμπεριαλιστικές διαμάχες, πρέπει πάντως να είναι ένα ισχυρό κράτος. Το ενιαίο κράτος , απλό, ομοσπονδιακό, συνομοσπονδιακό ή ό,τι άλλο, θα βρεθεί με τις κοινωνικές του τάξεις σε θέσεις μάχης. Οι δύο αστικές τάξεις θα υποχρεωθούν μεν άνωθεν να συγκατοικήσουν, αλλά είναι αμφίβολο αν η καπιταλιστική κρίση αφήνει περιθώρια για να τα βρουν οικονομικά ώστε να συνδιαλλαγούν και πολιτικά. Εάν στο γεγονός ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ουκρανίας βρίσκεται στο 50% του σοβιετικού του 1990 (όταν άλλες δημοκρατίες έχουν φτάσει στο 400%) προστεθεί και η φαραωνική συγκέντρωση πλούτου σε μερικές δεκάδες ανθρώπων δεν απομένουν παρά μηδαμινά περιθώρια ελιγμών στο σύστημα. Σε τέτοιες κατακλυσμιαίες συνθήκες η μικρή και μεσαία αστική τάξη συνθλίβεται και φυσικά αναμένει προς τα πού θα κλίνει ο συσχετισμός δυνάμεων, ανάμεσα στο προλεταριάτο και την μπουρζουαζία, για να ακολουθήσει. Τέλος η εργατική τάξη βρίσκεται εξαθλιωμένη, με ακόμη ζοφερότερες προοπτικές, χωρίς πολιτική συγκρότηση, αλλά με νωπές εμπειρίες πολιτικών αγώνων και αυτοοργάνωσης, μέσα σε ένα διεθνές πολιτικό πλαίσιο που μυρίζει εξέγερση από παντού: Αυτή η εργατική τάξη δεν θα αργήσει να βρει τον ταξικό της δρόμο.
Αν λοιπόν είναι να επιβιώσει το σύστημα χρειάζεται να κλείσει τη ρωγμή που δημιουργεί αυτός ο ιδιότυπος (εμφύλιος αλλά μεταξύ δύο ξεχωριστών αστικών τάξεων!) ενδοαστικός πόλεμος, αφαιρώντας την πολιτική πρωτοβουλία από τούς ολιγάρχες και χωρίζοντας το κράτος από αυτούς: σε ένα κράτος της ιμπεριαλιστικής εποχής οι ολιγάρχες δεν έχουν θέση στην άμεση άσκηση της κρατικής εξουσίας. Χρειάζεται επίσης να αδρανοποιήσει τους μικροαστούς βγάζοντας από τη μύγα ξύγκι για να τους ξεγελάει με κατιτί και, κυρίως, χρειάζεται να καταστείλει την εργατική τάξη, τον παράγοντα που μπορεί με μιας να σωριάσει όλο το ετοιμόρροπο οικοδόμημα σε συντρίμμια.
Αν λοιπόν είναι να επιβιώσει το σύστημα, χρειάζεται ένα κράτος που θα αρθεί υπεράνω των τάξεων για να γίνει «με τη σπάθη, ο κριτής του έθνους»viii. Χρειάζεται ένα βοναπαρτιστικό κράτος.
Και εδώ είναι η πρώτη διαφορά με τη Βαϊμάρη. Τότε, το μοτίβο αστικής διαχείρισης της κρίσης ήταν: Βοναπαρτιστικό κράτος και καταστολή ενάντια στο προλεταριάτο η οποία με τη σειρά της κάνει το κράτος εξαιρετικά ασταθές. Αν το προλεταριάτο αποτύχει, ή καθυστερήσει αρκετά, να αποσπάσει την ηγεμονία γύρω από ένα πανεθνικό επαναστατικό πολιτικό σχέδιο και έτσι εξαντληθεί η υπομονή των μικροαστών, τότε η μεγαλοαστική τάξη τους προσεταιρίζεται με υποσχέσεις δύναμης και ακολουθεί φασιστική αντεπανάσταση: οι μικροαστοί στρέφονται ενάντια στο προλεταριάτο υπό την καθοδήγηση των φασιστών. Οι εργατικές οργανώσεις συντρίβονται, η εργατική τάξη αποσαθρώνεται. Ακολουθεί η εκκαθάριση των πληβειακών στοιχείων της φασιστικής αντεπανάστασης, οι μικροαστοί μόνοι και προδομένοι υποτάσσονται στη ζοφερή τους μοίρα και το φασιστικό βοναπαρτιστικό κράτος που προκύπτει είναι, ελλείψει αντιπάλου, για αρκετά χρόνια σταθερό.
Στην Ουκρανία όμως, αν αμελήσουμε τους αναρχικούςix που απλώς διαχειρίστηκαν αρχικά τη βία στα ανατολικά και που γρήγορα παραμερίστηκαν υπέρ της ρωσικής αρκούδας en personne, ο Δεξιός Τομέας δεν είναι η Λέσχη των Κορδελιέρων για να εξαντλήσουν το ρόλο τους στη διαχείριση της βίας στη Μαϊντάν˙ δεν είναι αναλώσιμοι. Το φασιστικό ιδεολογικό προγεφύρωμα δεν σβήνει με την στρατιωτική ήττα του φασισμού το 1945˙αυτό είναι δουλειά της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Αν τώρα η πρώην αντιπολίτευση από τους κυβερνητικούς της πλέον θώκους, προωθεί το Δεξιό Τομέα στις δυνάμεις καταστολής και το Σβόμποντα στα υπουργικά χαρτοφυλάκια, δεν το κάνει απλώς για να προκαταλάβει θέσεις στο υπό διαμόρφωση βοναπαρτιστικό κράτος. Φυτεύοντας φασίστες στην κρατική μηχανή, προσπαθούν να στήσουν το σταθερό βοναπαρτιστικό κράτος χωρίς φασιστική αντεπανάσταση, μια φάρσα σταθερού βοναπαρτιστικού κράτους. Το βοναπαρτιστικό κράτος είναι σταθερό αν δεν υπάρχουν εργατικές οργανώσεις. Είτε διότι τις συνέτριψε η φασιστική αντεπανάσταση (Βαϊμάρη) είτε διότι απλά δεν κληρονομήθηκαν τέτοιες από το αλήστου μνήμης σταλινικό καθεστώς, το εξαγόμενο είναι το ίδιο: Δεν υφίσταται για την ώρα εργατική απειλή.
Στην Ελλάδα το ίδιο σενάριο παρουσίασε τη βαριάντα της καταστολής της Χ.Α. όταν φάνηκε πως ο αντιφασισμός μπορούσε να οξύνει την ταξική πάλη και να ανεβάσει την συνείδηση των εργατών. Όμως το ελληνικό εργατικό κίνημα είναι πιο συνειδητό από το ουκρανικό και το κυριότερο, ο ελληνικός εθνικισμός περηφανεύεται για νίκες απέναντι στον ναζισμό ενώ ο ουκρανικός είναι βασισμένος πάνω σε ρεβανσιστικές ιδέες του ηττημένου ναζισμού. Φαίνεται πως στην Ελλάδα οδεύουμε προς το κλασσικό μοτίβο αστικής διαχείρισης της κρίσης. Οι αστικές τάξεις στην Ουκρανία όμως, μπορούν να υπολογίζουν στην υποστήριξη του κράτους τους και από την εξωτερική ιμπεριαλιστική επικυριαρχία χωρίς να φοβούνται τον υποβιβασμό τους (πόσο πιο κάτω;) στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, κάτι που η ελληνική αστική τάξη υφίσταται με οδυνηρό τρόπο.
Από την άλλη, αυτοί οι λογαριασμοί μπορούν να αποδειχθούν πολύ επισφαλείς. Η ουκρανική εργατική τάξη έστω και διαμεσολαβούμενη πολιτικά από την μπουρζουαζία, βγήκε από έναν πολιτικό λήθαργο. Η ουκρανική μπουρζουαζία και οι πάτρωνές της ξέρουν πως η πίστωση χρόνου που μπορεί να τους προσφέρει το τεχνητά εκφασισμένο βοναπαρτιστικό τους κράτος δεν είναι ατελείωτη. Και ενόσω η καπιταλιστική κρίση θα συνεχίζει να σωρεύει εύφλεκτο υλικό με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι εργάτες θα βρίσκουν τον ταξικό τους δρόμο. Το σύνθημα Smrt Nacionalizmu της Βοσνιακής Άνοιξης, έχει φτάσει ήδη στα αυτιά της εργατικής τάξης της Ουκρανίας. Όμως αυτή τη φορά η ιστορία θα παιχτεί ανάποδα: Ο φασισμός διαμορφωμένος θα επιδεικνύει ήδη τα απαίσια σύμβολά του στους δρόμους, ενόσω το εργατικό κίνημα θα ανδρώνεται. Διότι εάν σήμερα οι ναζί περιορίζονται στο ρόλο των προληπτικών «Frei Korps» στο πλαίσιο του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού, η μεταμόρφωσή τους σε έναν ώριμο φασιστικό σχηματισμό είναι θέμα ωρών και όχι ετών όπως στην περίπτωση της Βαϊμάρης.
Αυτή όμως η διελκυστίνδα φασισμού και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, έτσι όπως διαμορφώνεται με τα νέα της σε κάθε χώρα χαρακτηριστικά, απαιτεί συγκεκριμένες αναλύσεις και προλεταριακά πολιτικά σχέδια που να απαντούν σε αυτό που η ίδια θέτει αντικειμενικά στην ημερήσια διάταξη: το ξεπέρασμά της, δηλαδή το ζήτημα της προλεταριακής επανάστασης..

Σημειώσεις:

iiΕίναι πραγματικά λυπηρό να κυκλοφορούν τέτοιες απόψεις σε αριστερά φόρα, Επιτέλους αν αληθεύουν ας πάμε όλοι σπίτι μας: Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον. Αν το γεγονός ότι η ίδια ιμπεριαλιστική προπαγανδιστική ρουφιανοργανωση δρα και στη Βενεζουέλα και στην Ουκρανία, εξηγεί τις εξελίξεις κι εδώ κι εκεί, τότε γιατί να συζητάμε. Επιτέλους ας λυπηθούν και τους ιμπεριαλιστές: δεν μπορούν να στήνουν επί τούτω κρατικές υπηρεσίες για κάθε περίσταση. Θα ήταν αυτό ένα αποτελεσματικό δημόσιο;
iiiΦυσικά αυτή η κατάσταση θα έπρεπε να εμβάλει σε σκέψεις τους σταλινικούς θαυμαστές της ΕΣΣΔ . Αυτούς που ενώ παλιότερα έβλεπαν πως «αναμφισβήτητη πραγματικότητα ο Σοβιετικός άνθρωπος γίνεται πλάστης του νέου κόσμου, όπως τον σχεδίασε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Κι ακόμα γίνεται ο αρχιτέκτονας της ψυχής του νέου ανθρώπου, όπως σκάλισε τα χαρακτηριστικά του η Οχτωβριανή Επανάσταση.» τώρα τον θεωρούν παρασυρμένο φασίστα! Αλλά πού μυαλό;
ivΚαι εδώ πρέπει να μνημονεύσουμε τις μνημειώδεις αριστερές αρλούμπες που καλούν σε υποστήριξη των φιλορώσων είτε στη βάση ενός αφηρημένου αντιφασισμού είτε γιατί (κάπου διάβασα και αυτό!) θα δώσουν δουλειά στην ουκρανική εργατική τάξη που είναι συγκεντρωμένη στα ανατολικά, είτε τέλος διότι θα αποτελούσαν μελλοντικά ένα δυνητικό σύμμαχο στη χειραφέτηση της ελληνικής εργατικής τάξης η οποία κατά παράδοση με τους άλλους ιμπεριαλιστές έχει νταραβέρι. Οι της τελευταίας αυτής άποψης μάλιστα, δεν διστάζουν να επιστρατεύσουν και τη στάση του Μαρξ στον Γαλλο–πρωσικό πόλεμο του 1870 για να δώσουν και θεωρητική αίγλη στην αρλούμπα τους.
v Πριν από περίπου έναν μήνα η αντιπολίτευση κάλεσε στην πλατεία Μαϊντάν Λαϊκή συνέλευση η οποία μάζεψε 40000 άτομα. Το κάλεσμα όμως δεν έγινε με την λέξη narodnoe sobranie όπως θα ήταν το φυσιολογικό αλλά ως narodnoe vece. Η λέξη vece είναι αρχαία/μεσαιωνική σλάβικη λέξη, και αντιπροσωπεύει το αμεσοδημοκρατικό όργανο των σλάβων του Κιέβου και του Νοβογκόροντ κατά τον μεσαίωνα. Έτσι επιχειρείται εδώ μια σύνδεση με το παρελθόν, στην βάση μιας εθνικής ιδέας, ότι δηλαδή “πάντα η ιστορία του έθνους μας ήταν αμεσοδημοκρατική και είχε ελεγκτικούς μηχανισμούς”. Έτσι η εξεγερτική διαδικασία εμφανίζεται ως άμεση ιστορική συνέχεια του Ουκρανικού έθνους, ως κανόνας. Χάνει έτσι το βασικότερο χαρακτηριστικό της: τη ρήξη των διαχωρισμών, το βλέμμα στο παρόν και στο μέλλον της. Κοιτά στο παρελθόν της, και αυτό το βλέμμα είναι εθνικοποιητικό. (επιχειρείται ένα ανάλογο τρικ με το “η ελλάδα η χώρα της δημοκρατίας”). Η λέξη vece δεν είναι κατανοητή από πολλούς ρώσους και ουκρανούς σήμερα, ως αρχαϊσμός, εμφανίζεται ιδιαίτερα ως λόγια λέξη, και ασκεί έτσι ιδιαίτερη εξουσία στον λόγο μέσω της ακαταληπτότητας της. «Συζήτηση με ένα ουκρανό αναρχικό»
viΗ Ρωσία βρίσκεται προφανώς ψηλά στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα κυρίως όμως χάρις στην στρατιωτική της ισχύ παρά στην οικονομική της κατάσταση. Πουλάει όπλα υψηλής τεχνολογίας αλλά πλουτίζει από την εξαγωγή πρώτων υλών!
vii Και το στήσιμο αυτό, σημαδεύει και τα πολιτικά όρια της ιμπεριαλιστικής επέμβασης (και το βεληνεκές των συνωμοσιολογικών ερμηνειών που φετιχοποιούν την ισχύ των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων) ενόσω δεν υπάρχει πολεμική εμπλοκή.
ixΣτην Ουκρανία αποδείχτηκε για άλλη μια φορά ότι η μεταφυσική «εξουσία» την οποία γενικώς και από ιδεαλιστικές θέσεις αντιμάχεται ο αναρχισμός, στην πράξη ευρίσκεται ως η -εξουσία-που-βλέπω-μπροστά μου. Αλλά το να ρίχνεσαι με γενναιότητα στη μάχη εναντίον της εξουσίας που έχεις προ οφθαλμών, σημαίνει ότι πιθανότατα γίνεσαι άθυρμα στα χέρια μιας άλλης εξουσίας η οποία σε εντάσσει στα σχέδιά της ως χρήσιμο – και άμεσα αναλώσιμο – ηλίθιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου