Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Νεκρές γλώσσες και περασμένες δόξες


Νεκρές γλώσσες και περασμένες δόξες, τα αρχαία ελληνικά και η γέννηση του έθνους
Αναδημοσίευση από


99n/42/huty/13946/31Μεγάλος χαμός και κακό με τιτάνες της ελληνικής “διανόησης” να κονταροχτυπιούνται για το αν τα αρχαία ελληνικά είναι ή δεν είναι νεκρή γλώσσα και αν είναι ποτέ δυνατόν να βγουν τα αρχαία από το σχολείο(άκουσον άκουσον!). Στην Ελλάδα λοιπόν είναι αδύνατο να διατυπωθεί το οτιδήποτε για τα ζητήματα περί γλώσσας πέραν του αρχαιοκεντρισμού. Και αυτό συμβαίνει καθώς στη χώρα αυτή στήθηκε ένα ολόκληρο κράτος και παρακράτος για να καθαρίσει τη γλώσσα, να απαγορεύσει άλλες και να “τελειοποιήσει” την ελληνική, και πολλές φορές τα παραπάνω δεν έγιναν αναίμακτα. Στη Ελλάδα, η γλώσσα δεν είναι απλά ταυτότητα-ταυτότητα είναι παντού- αλλά ενοποιητικός παράγοντας, οι ιδέες περί γλώσσας, στην Ελλάδα είναι μέρος της σηματοδότησης του έθνους.

Η γλώσσα δεν είναι ενιαία. Δίνει αυτή την εντύπωση αλλά αυτή είναι μια απατηλή εικόνα. Η γλώσσα είναι ετερόκλητη και κρατικά ομογενοποιημένη. Σε κάθε εποχή η έννοια του σωστού και του λάθους, είναι σχετική, ορίζεται από τον ταξικό ανταγωνισμό, και την ιστορική πορεία που αυτός προκαλεί. Σε κάθε εποχή, δεν είναι επικρατούσες μόνο οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης, αλλά και η γλώσσα της. Και η ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί εξαίρεση. Άλλη είναι η γλώσσα του λιμενεργάτη και άλλη η γλώσσα του πανεπιστημίου, και ενώ όλοι ξέρουμε ότι η κάθε γλώσσα εξυπηρετεί διαφορετικές επικοινωνιακές καταστάσεις, και δεν μπορεί η μία να μιληθεί στις επικοινωνιακές περιστάσεις της άλλης, παρόλα αυτά η μία θεωρείται ανώτερη από την άλλη; γιατί; γιατί είναι η γλώσσα μιας άλλης-κυρίαρχης τάξης- και του μηχανισμού της, του κράτους, είναι η γλώσσα διαχωρισμένων σφαιρών της ανθρώπινης δραστηριότητας που θεωρούνται κατώτερες και ανώτερες μεταξύ τους. Η γλώσσα νοηματοδοτείται ανάλογα με αυτόν τον διαχωρισμό και ιεράρχηση και ταυτόχρονα τα αναπαράγει σε μεγαλύτερη κλίμακα . Έτσι η γλώσσα του πανεπιστημίου θεωρείται δέουσα, σωστή, επικρατούσα, πλήρης κοκ. και ταυτόχρονα κάνει τον λιμενεργάτη να νοιώθει κατώτερος, διαχωρισμένος, λιγότερος, χαμηλότερης αξίας κτλ. Η γλώσσα αναπαριστά και αναπαράγει τους ταξικούς διαχωρισμούς και όρια
Το τι επιλέγει κάθε κοινωνία να διδάξει στα σχολεία της, δείχνει και τον συσχετισμό δυνάμεων μέσα της. Η γλώσσα που διδάσκεται στην Ελλάδα είναι η αστική γλώσσα, ο γλωσσικός τύπος που χρησιμοποιεί ο μέσος μεσοαστός με ένα μέσο προς καλό μορφωτικό επίπεδο(με ότι συνεπάγεται αυτό σε όρους αξίας, εργασίας, πειθαρχίας κτλ). Η γλωσσική αυτή μορφή, φέρει διάφορα χαρακτηριστικά στη σύνταξη, στο λεξιλόγιο κτλ τα οποία θεωρούνται ότι αρμόζουν σε αυτό το μορφωτικό επίπεδο( θα μπορούσαμε άραγε να φανταστούμε μία δημοσιογράφο να εκφωνεί τις ειδήσεις στα καλιαρντά, ή μια αγγλίδα δημοσιογράφο να μιλά cockney ; ), σε αυτό το κοινωνικό στρώμα, στις δέουσες ικανότητες που θεωρείται ότι έχουν αυτά τα μέσα κοινωνικά στρώματα. Ταυτόχρονα αυτά τα γλωσσικά χαρακτηριστικά θεωρείται ότι λειτουργούν και επιβεβαιώνουν  την ένταξη σε κάποια ομάδα, λειτουργούν ως ταυτότητα, ως διακριτικά. Συνεπώς η γλώσσα έχει πολλές νοηματοδοτήσεις που παρουσιάζουν στενή σχέση με την κοινωνική θέση. Έχουν άμεση σχέση με αυτή. Όμως η κοινωνική θέση δεν αλλάζει παρά με δραστικές αλλαγές και πράξεις. Έτσι ενώ το κράτος υπάρχει ως εγγυητής της ταξικότητας και της διαχείρισης της εργατικής δύναμης, η γλώσσα που προβάλει ως πλήρης και σωστή είναι η γλώσσα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Έτσι η γλώσσα λειτουργεί σαν κυριαρχία, σαν δείκτης ανωτερότητας και κατωτερότητας σαν διαχωρισμός, που γειώνεται σε όρους ιεραρχίας και αξίας τελικά . Τα άτομα αυτοκαταστέλλονται και αυτόυποτιμούνται, βλέποντας την γλωσσική διαφορά τους απέναντι στο κυρίαρχο γλωσσικό πρότυπο, βλέποντας τη διαφορά ανάμεσα στις αντικειμενικές συνθήκες που ζουν και μιλάνε και σε αυτό που προβάλλεται ως σωστό και πλήρες. Αυτός είναι ο πιο αόρατος και ταυτόχρονα ένας από τους πιο δραστικούς μηχανισμούς πειθάρχησης της ταξικής κοινωνίας,και όπως είναι κατανοητό όλα αυτά παίζουν τεράστιο ρόλο στην εκπαίδευση ως κατανεμητικό μηχανισμό . Η κοινωνία εμφανίζεται και αναπαράγεται(και στις γλωσσικές της πλευρές) ως φυσικά ανώτερη και κατώτερη, έξυπνη και χαζή κτλ, η γλώσσα εμφανίζεται ως μια διαχωρισμένη δραστηριότητα ανεξάρτητη από την κοινωνική θέση και καθαρά ατομική υπόθεση, υπόθεση ατομικών ικανοτήτων με το θετικό να κρίνεται πάντα ως προς την επικρατούσα γλωσσική μορφή. Η γλώσσα λοιπόν είναι φετιχοποιημένη. Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά αυτά που λειτουργούν σαν διαχωρισμοί;
Τα χαρακτηριστικά αυτά αφού έχουν να κάνουν με τους ταξικούς διαχωρισμούς δεν θα μπορούσαν να είναι άσχετα από τους κοινωνικούς σχηματισμούς του κεφαλαίου στη παρούσα φάση. Με λίγα λόγια έχουν άμεση σχέση με το έθνος. Η “σωστή” γλώσσα έχει να κάνει με το την γλωσσική συνέχεια, με τον αρχαιοκεντρισμό, έχει να κάνει με το ότι ένα τόσο νεωτερικό φαινόμενο σαν το έθνος κράτος ψάχνει απεγνωσμένα να ανασκευάσει το παρελθόν, να βρει όψεις του εαυτού του σε αυτό, να προβληθεί ως φυσική συνέχεια των πραγμάτων και ταυτόχρονα να σταθεροποιήσει το παρόν του(και το γλωσσικό) και να θέσει ως μοναδικό διαχειριστή των όλων κοινωνικών φαινομένων το κράτος. Ότι έχει σχέση με τα αρχαία, θεωρείται καθαρό, ορθό, δέον ενώ ότι έχει να κάνει με το μοντέρνο- με τη ζωντανή γλώσσα δηλαδή- θεωρείται μεμπτό . Η σύνδεση αυτή η οποία χρονολογείται από τα γεννοφάσκια της ελληνικής εθνικής ιδέας, πριν το 1821 δεν είναι τυχαία. Αποτελεί κεντρικό κορμό της ελληνικής εθνικής ιδέας η σύνδεση με το παρελθόν και η απόδοση, μέσω της γλώσσας, αξιολογικών και εθνικών χαρακτηριστικών στους ομιλητές. Κάποιος που μιλάει μια εκδοχή της γλώσσας πιο αρχαιοπρεπή ή έχει καλή γνώση της αρχαίας, θεωρείται πιο μορφωμένος αλλά κυρίως πιο συνεπείς ως προς την “παράδοση του έθνους”, τον σεβασμό προς την αυθεντικότητα της γλώσσας κτλ. Έτσι η γλώσσα δεν είναι απλά φετιχοποιημένη αλλά αλλοτριωμένη, αντί η γλώσσα να θεωρείται η άπειρη, πολύπλευρη και δημιουργική, διαρκώς εξελισσόμενη διάδραση μεταξύ των ομιλητών, η γλώσσα θεωρείται ως κάτι έξω από αυτούς, ένα αφηρημένο και στατικό πρότυπο στο οποίο μετριούνται κάθε στιγμή, σε κάθε τους λέξη, οι ομιλητές.
Στην Ελλάδα υπάρχει μια τεράστια παραφιλολογία για την ιστορικότητα και την συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, για την μοναδικότητα της, για τα μοναδικά χαρακτηριστικά της κοκ. Αυτή η παραφιλολογία έχει ένα τεράστιο φάσμα, από μαϊντανούς τύπου Γεωργιάδη, μέχρι φτάνει να καμουφλάρεται ως “επιστημονικό κύρος” και “αγάπη για την πατρίδα” αναμεταξύ των καθημερινών ατόμων και ακαδημαϊκών. Άρθρα γράφονται για το πόση επίθεση δέχεται η ελληνική γλώσσα, από “ξένες εταιρίες” που πχ δεν ενσωματώνουν τα ελληνικά στο λογισμικό τους ή το πόσο διαδόθηκε η ελληνική διδασκαλία στα “ξένα” πανεπιστήμια, δηλαδή η γλώσσα αποκτά ένα  χαρακτήρα εθνικής επικράτειας που απειλείται ή επεκτείνεται, που ηττάται ή νικά κτλ, μέχρι το πόσο ξεχωριστή ήταν η αρχαία γλώσσα, το πόσες περισσότερες λέξεις είχε από άλλες γλώσσες, το πόσες αρχαίες λέξεις χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα-άρα πόσους δεσμούς έχουμε με το παρελθόν- και κυρίως το πόσο σημαντικό είναι τα παιδιά να μαθαίνουν αρχαία, για να έχουν σχέση με την αρχαία κληρονομιά(;) και να έχουν συναίσθηση του τι μιλάνε(;;). Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από την εθνική ως εθνικιστική θεώρηση της γλώσσας. Και όπως παντού έτσι και εδώ το έθνος λειτουργεί από τη μία ως ενοποιητικός παράγοντας των ταξικά διαχωρισμένων ανθρώπων(και ο εργάτης και το αφεντικό, είναι “έλληνες πάνω απ’ όλα) αλλά και ως διαχωρισμός μεταξύ τους, ο εργάτης είναι πιό χαζός, λιγότερο σημαντικός, αξίζει λιγότερα από τον ακαδημαϊκό, που είναι πιό έξυπνος, πιό έλληνας, πιό σημαντικός για το έθνος κτλ.
Όλος αυτός ο συρφετός από “προστάτες της γλώσσας” κρατάει σφιχτά στα χέρια του τις αυθεντίες του. Από τον υστερικό τηλεπλασίε, μέχρι την “κομμουνίστρια” Κανέλλη που θεωρεί ότι “οι προλετάριοι δεν μιλάνε σωστά ελληνικά” και πρέπει να φέρουμε πίσω το πολυτονικό ή την καθαρεύουσα μέχρι τον εθνικό γλωσσικό εργολάβο- ο οποίος δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει σε κάθε του λέξη πόσο λάθος μιλάμε και πόσο “ακαδημαϊκός είναι- Μπαμπινιώτη[1], ο οποίος αποτελεί την ναυαρχίδα του γλωσσικού εθνικισμού, όλοι αυτοί είναι η ενσάρκωση, η προσωποποίηση της αλλοτρίωσης και του φετιχισμού, η προσωποποίηση των πρόσθετων νοηματοδοτήσεων πέρα από το τι θέλουν έμμεσα ή άμεσα οι ομιλητές να πουν μεταξύ τους. Όλοι αυτοί σε κάθε τους λέξη κουβαλάνε την ιεραρχία, τους διαχωρισμούς, την ενοποίηση του έθνους και την αξιολόγηση, το κεφάλαιο. Λες και χωρίς τους εθνικούς γλωσσικούς εργολάβους, δεν υπήρξε γλώσσα, δεν έλεγαν με κατανοητό τρόπο οι άνθρωποι μεταξύ τους σ’αγαπώ ή σε μισώ, δεν ήξεραν να εκφράσουν “σωστά” τον θυμό ή τον έρωτα, την απέχθεια, την χαρά, την στεναχώρια, τα όνειρα… πρέπει  να μιλάμε στα αρχαία ή στην καθαρεύουσα για να γίνουν όλα αυτά πιο κατανοητά;
Λυπάμαι αλλά κάποιοι από εμάς έχουν ξεμπερδέψει με τη σαπίλα που κουβαλάτε, και συνεπώς έχουμε ξεμπερδέψει και με κάθε μορφή της. Η γλώσσα είναι οι άνθρωποι της, και η slang, η cockney και κάθε μορφή λαϊκής λαλιάς θα συνεχίσει να υπάρχει τον κώλο σας να χτυπάτε κάτω….
[1] Εδώ το ζήτημα με τον εθνικό γλωσσικό εργολάβο αποκτά σχεδόν αστείες διαστάσεις και επιβεβαιώνει όλα τα παραπάνω με τρελή ακρίβεια. Στην ανακοίνωση του Μπαμπινιώτη για τις δηλώσεις Ρεπούση ο Μπαμπινιώτης ακολουθεί την γραμμή του ακαδημαϊσμού, επαναλαμβάνει υστερικά το ότι αυτός είναι ακαδημαϊκός και ξέρει ως επιστήμονας, ενώ η Ρεπούση λέει ότι να ναι, χωρίς να προβάλλει όμως ουσιαστικά επιχειρήματα περί γλώσσας ενώ καταφεύγει σε φτηνά επικοινωνιακά τρίκ- ακόμα και για το μέγεθος της φτήνιας του- λέγοντας ότι οι απόψεις αυτές είναι παλιομοδίτικες και ξεπερασμένες(το μέγεθος της ειρωνίας εδώ ξεπερνά κάθε φαντασία) ενώ θέλοντας -εκούσια- να εκμεταλλευτεί όλες της λειτουργίες της ιεραρχικής γλώσσας όπως την περιγράψαμε παραπάνω, χρησιμοποιεί και λέξεις μέσα στο κείμενο όπως “συνομιλητές φληναφημάτων” για να δείξει την ανωτερότητα του και την εθνική του υπευθυνότητα ενώ κλείνει τις δηλώσεις του λέγοντας ότι θέλει ανοιχτά σχολεία και όχι απεργίες εκπαιδευτικών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου