Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

ΕΞΟΥΣΙΑ, ΕΘΝΟΣ, ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ


Γιάννης Μηλιός

Για να καταλάβουµε τι είναι εθνικισµός, πρέπει πρώτα ναµιλήσουµε για το έθνος. Τι είναι έθνος;
Πάρα πολύ απλά µπορούµε να ισχυριστούµε ότι το έθνος συνιστά µια ιδεολογία, µια αντίληψη που έχουν οι άνθρωποι ότι ανήκουν σε µιακοινότητα, µια αντίληψη ένταξης στην ίδια κοινότητα συµφερόντων και ιστορίας: παρελθόντος και προοπτικής. Για παράδειγµα: πάµε σε µια χώρα, στη Γερµανία. Όποιον και αν ρωτήσουµε, αντιλαµβάνεται τον εαυτό του ως Γερµανό. Πάµε στη Σκωτία, αντιλαµβάνεται τον εαυτό του ως Σκοτσέζο και έχει να µας πει πράγµατα για την «ιστορία της Σκωτίας» και για τα εθνικά συµφέροντα των Σκοτσέζων. Εποµένως ένας πρώτος γενικός, αφηρηµένος ορισµός του έθνους είναι αυτός µιας ιδεολογικής, πολιτιστικής αντίληψης του ανήκειν σε µια κοινότητα και µάλιστα στην κοινότητα που αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσµού µιας χώρας. Εµείς, βέβαια, ξέρουµε ότι όλες οι χώρες είναι κοινωνίες ταξικές. Με αυτή τη σκέψη µπορούµε να κάνουµε λίγο πιο σύνθετο αυτόν τον αρχικό ορισµό µας. Μπορούµε να πούµε ότι το έθνος απεικονίζει, συµπυκνώνει την ενότητα των ανταγωνιστικών τάξεων που υπάρχουν σε µια κοινωνία. Είναι ένας τρόπος αναπαράστασης, αλλά και λειτουργίας της κοινωνικής ενότητας στο εσωτερικό µιας χώρας, της ενότητας ανάµεσα στις ανταγωνιστικές τάξεις: Πρώτα απ’ όλα ανάµεσα στους καπιταλιστές και στους εργάτες, στις δύο βασικές τάξεις των καπιταλιστικών κοινωνιών. Αυτό το γεγονός έχει ενδιαφέρον διότι σε αυτή τη βάση µπορούµε να εµβαθύνουµε λίγο περισσότερο. Το πρώτο, λοιπόν, που προκύπτει από όσα είπαµε είναι ότι το έθνος δεν είναι µόνο µια ιδεολογική κατασκευή, δεν είναι, δηλαδή, µόνο µια πεποίθηση που συνέχει τους ανθρώπους κάθε χώρας, τους Γερµανούς, τους Γάλλους κ.λπ. ότι ανήκουν στην ίδια ενότητα, αλλά ότι αυτή η ιδεολογική κατασκευή αναπαράγεται, συνεπάγεται, προαπαιτεί ένα ολόκληρο θεσµικό πλαίσιο, τη λειτουργία του κράτους. ∆ιότι αν είναι κάποιος Γερµανός αυτό σηµαίνει συγκεκριµένες θεσµικές και πολιτικές-κρατικές σχέσεις και λειτουργίες: ότι πληρώνει φόρους στο γερµανικό κράτος, ότι ψηφίζει, ότι έχει την υπηκοότητα, είναι πολίτης του κράτους. ∆εν µπορεί ο καθένας να πηγαίνει και να ψηφίζει στη Γερµανία. Αν κάποιος αλλοδαπός πάει στην Γερµανία την περίοδο των εκλογών, δε θα ψηφίζει. Εποµένως, το έθνος δεν είναι µόνο µια «φαντασιακή κοινότητα», δεν είναι µόνο µια αντίληψη στα µυαλά των ανθρώπων ότι ανήκουν σεµια ενιαία ενότητα, αλλά συνδέεται µε ένα ολόκληρο θεσµικό πλαίσιο και µε τη λειτουργία του, δηλαδή συνδέεται, αποτελεί στοιχείο της λειτουργίας του κράτους. Tο κράτος, όπως ξέρουµε, είναι η σχέση που αρθρώνεται σε µια σειρά µηχανισµούς και πρώτα απ’ όλα στον κεντρικό κρατικό
µηχανισµό, αυτόν που ονοµάζουµε κατασταλτικό κρατικό µηχανισµό. Ο κατασταλτικός µηχανισµός συναρθρώνεται µε τους ιδεολογικούς µηχανισµούς του κράτους (εκπαιδευτικός µηχανισµός, µηχανισµός «ενηµέρωσης» κ.ο.κ.) Είναι, δηλαδή, µια υλική σχέση που εµπεδώνει την πολιτική κυριαρχία της άρχουσας τάξης πάνω στις κυριαρχούµενες τάξεις. Είναι το κέντρο άσκησης της ταξικής εξουσίας του κεφαλαίου επί της εργασίας, που, όµως, εµφανίζεται σαν ένας ουδέτερος µηχανισµός που «διευθύνει» µια «κοινωνία ίσων και ελεύθερων ατόµων», εκφράζοντας µάλιστα, υποτίθεται, τα «κοινά μσυµφέροντα» αυτών των ατόµων –που ανήκουν σε ένασυγκεκριµένο έθνος. Με όσα προηγήθηκαν, ο αρχικός ορισµός µας, ότι το έθνος αποτυπώνει την αντιφατική ενότητα των ανταγωνιστικών τάξεων µιας καπιταλιστικής κοινωνίας µπορεί να συµπληρωθεί: Το έθνος διαπλέκεται µε το κράτος, και εκφράζει µε ένα συγκεκριµένο τρόπο την κυριαρχία της άρχουσας τάξης. Η κυριαρχία αυτή δεν ασκείται µόνο µε βάση τη δύναµη, δεν είναι µόνον καταστολή, δεν ασκείται µόνο µε βάση τους κλάδους του κατασταλτικού µηχανισµού που είναι πιο άµεσα ορατοί ως ο «σκληρός πυρήνας» του κράτους: η αστυνοµία, ο στρατός κ.τ.λ. Πέρα από την καταστολή πρόκειται συγχρόνως και µια ιδεολογική και µια πολιτιστική κυριαρχία. Το έθνος συµπυκνώνει όψεις της ιδεολογικής διάστασης της εξουσίας, συµπυκνώνει τα υλικά αποτελέσµατα που συνεπάγεται η ένταξη–όλων όσων εντάσσονται– στη δικαιοδοσία ενός κράτους (των εργατών, των καπιταλιστών, των αυτοαπασχολούµενων …): Το έθνος είναι αδιαχώριστο από τους θεσµούς που επιβάλλουν και επιβεβαιώνουν την ύπαρξή του, όπως είναι η γενική ψήφος για τους «εθνικούς», δηλαδή τους ενήλικους που ανήκουν στο έθνος και είναι ενταγµένοι ως πολίτες σε ένα κράτος που εµφανίζεται να υλοποιεί το εθνικό συµφέρον και την εθνική- λαϊκή κυριαρχία. Μέσα από αυτό τον µηχανισµό το έθνος µετασχηµατίζει, δηλαδή καθιστά καθολικής εγκυρότητας, τα ταξικά συµφέροντα του κεφαλαίου, εµφανίζοντάς τα, θέτοντάς τα σε λειτουργία, ως εθνικά συµφέροντα. Η εθνική ενότητα, που δεν είναι µόνο µια φαντασιακή κατασκευή, αλλά έχει να κάνει µε τη λειτουργία του κράτους, των θεσµών, των «δηµοκρατικών δικαιωµάτων», κατατείνει στο να εµφανίζεται ο κόσµος ως κόσµος εθνών, και να λειτουργεί ως κόσµος εθνών. Εποµένως η ταξική εξουσία και εκµετάλλευση µένει στο απυρόβλητο, το ταξικό συµφέρον των εργαζοµένων µένει κρυµµένο. Αυτό που φαίνεται να υπάρχει είναι η «σύγκρουση» ή η «άµιλλα» ανάµεσα στο εθνικό συµφέρον και στα ξένα εθνικά συµφέροντα. Αυτή η λειτουργία του έθνους είναι πολύ σηµαντική και µε βάση αυτήν µπορούµε να δώσουµε ένα πιο ολοκληρωµένο ορισµό, προχωρώντας πέρα από τον πολύ χαλαρό ορισµό ότι το έθνος είναι η ενότητα που συνέχει µια κοινότητα, ένα κράτος,τους πολίτες ενός κράτους, να φτάσουµε, λοιπόν, να πούµε ότι το έθνος είναι όχι απλώς η σχέση µέσω της οποίας αποτυπώνεται η ταξική εξουσία ως κοινό συµφέρον, αλλά ότι είναι ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος ηγεµονίας της άρχουσας τάξης σε ολόκληρη την κοινωνία. Σε άλλες µορφές κοινωνίας, δηλαδή, υπήρχαν άλλοι τρόποι ιδεολογικής και θεσµικής αναπαράστασης ενός κοινού συµφέροντος, που στην πραγµατικότητα δεν ήταν κοινό συµφέρον, αλλά ήταν το συµφέρον της άρχουσας τάξης στην ηγεµονική του διάσταση, εµφανιζόµενο και επιβαλλόµενο ως κοινό συµφέρον, και αποσπώντας συναινέσεις για αυτό, ως καθολικό συµφέρον της κοινωνίας. Τι ήταν σε προηγούµενες ιστορικές εποχές; Ήταν συνήθως η θρησκεία ή ήταν η πολιτική οργάνωση, η πολιτεία καθ’ αυτή όπως στον ελληνορωµαϊκό κόσµο, που δεν υφίστατο µια αντίληψη έθνους, πάρα σε πολύ διαφορετική µορφή, η κοινωνία των ελευθέρων, το «έθνος» των ελευθέρων κ.τ.λ. Αυτό µπορούµε να το ανακαλύψουµε και να το επιβεβαιώσουµε µέσα από την ιστορική έρευνα. Η διαδικασία της εθνογένεσης, δηλαδή, συµπίπτει µε τη διαδικασία συγκρότησης και ανάπτυξης του κεφαλαίου, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αρχίζει, βεβαίως, από πολύ παλιά, πολύ πριν τη γαλλική επανάσταση. Στο βαθµό όµως που γίνονται τέτοιες τοµές, όπως είναι η γαλλική επανάσταση ή η ελληνική, η εθνική οµογενοποίηση των πληθυσµών παίρνει µια ταχύτατη και µετασχηµατιστική ορµή, γίνεται µια πολύ ισχυρή δύναµη µετασχηµατισµού. Ο καπιταλισµός είναι ένα πολύ παλιό σύστηµα που ξεκινά µε τη µορφή οικονοµικών θυλάκων µέσα στη «παλιά κοινωνία», στη φεουδαρχική κοινωνία της αγγαρείας και των φέουδων στο δυτικό µεσαίωνα, ή στην ασιατική κοινωνία (εκεί όπου υπήρχαν οι αυτοκρατορίες µε τις κοινότητες, τους προεστούς, τα συστήµατα των δοσιµάτων που ήταν κάτι σαν φόροι και την κεντρική κρατική εξουσία του αυτοκράτορα, του τσάρου ή του σουλτάνου). Ξεκινά µε τον φορέα του χρήµατος και της άτυπης µισθωτής εργασίας. Ο «έµπορος της Βενετίας» και ο «Εβραίος της Μάλτας», για να χρησιµοποιήσω τους τίτλους δύο έργων του Σαίξπηρ και του Μάρλοου αντίστοιχα, είναι φορείς αυτών των καινούργιων σχέσεων. Η µισθωτή εργασία, ακόµα, δεν έχει πάρει παγιωµένη µορφή, έχει µια πρωτόλεια µορφή έµµεσης υπαγωγής των χειροτεχνών ή αγροτών στο εµπορικό κεφάλαιο, µια σχέση που παρουσιάζει οµοιότητες µε το σηµερινό το φασόν. Κάποιοι τυπικά αυτοαπασχολούµενοι τεχνίτες, ή αγρότες µετασχηµατίζονται σε µισθωτούς µε το κοµµάτι, µισθωτούς υβριδικού τύπου, καθώς έρχονται σε επαφή µε τον έµπορο, ο οποίος γίνεται και προαγοραστής, προκαθορίζει δηλαδή, τι προϊόν θα του παραδώσουνε οι τεχνίτες και προορίζει αυτό το προϊόν για αγορές στις οποίες αυτοί οι τεχνίτες δεν έχουν πρόσβαση, µακρινές αγορές, αγορές που βρίσκονται µακριά από το τοπικό παζάρι. Σε αυτήν την κοινωνική κατάσταση, στις συνειδήσεις που διαµορφώνονται σε αυτές τι συνθήκες θα δούµε να αναπτύσσεται και η ιδέα της εθνικής ενότητας. Μιας ενότητας, δηλαδή, «µοντέρνας» (νεωτερικής), που απαιτεί και άλλα πράγµατα ως προς την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας (την ύπαρξη δικαιωµάτων, «ισότητα και ελευθερία» κ.λπ.) σε αντιπαράθεση µε τη θεοκρατία και τις φεουδαρχικές ή ασιατικές σχέσεις. Αυτό το αίτηµα και αυτή η διαδικασία, είναι διαδικασία τελικά όχι απλώς «εθνοποίησης», αλλά και διεκδίκησης ενός σύγχρονου κράτους. Πάντοτε η διαδικασία εθνικής συγκρότησης συνδέεται ή εκµεταλλεύεται υπάρχοντα σύνορα. Είτε εκµεταλλεύεται υπάρχοντα σύνορα για να απαιτήσει ένα σύγχρονο κράτος συνταγµατικό, είτε αναπτύσσεται στο πλαίσιο µιας αυτοκρατορίας που δεν είναι εθνική, είναι κάτι άλλο, πολυεθνική ή αεθνική, απαιτώντας και δηµιουργώντας τους όρους σχηµατισµού ενός σύγχρονου εθνικού κράτος. Σε κάθε περίπτωση βλέπουµε το στοιχείο της αστικής πολιτικής εξουσίας ή της αστικής κρατικής δοµής, έστω σε πρωτόλεια µορφή, να παίζει καθοριστικό ρόλο. Μέσα στα σύνορα, δηλαδή, που αρχικά υπάρχει ένας πληθυσµός εθνικά ασαφής, ας πούµε σε ένα βασίλειο παλαιού τύπου που όµως ήδη και αυτό έχει στοιχεία µεταβατικού κράτους, γεννιέται και αναπτύσσεται το αίτηµα ενός σύγχρονου έθνους και ενός σύγχρονου εθνικού- συνταγµατικού κράτους: ανατροπή του «παλιού τυραννικού καθεστώτος» και/ή µετασχηµατισµός του σε σύγχρονο συνταγµατικό (εθνικό) κράτος. Μετά τη Βρετανία, έχουµε την περίπτωση των Η.Π.Α., µε τη διαµόρφωση ενός δηµοκρατικού συντάγµατος µέσα από την αστική επανάσταση του 1775-83, και ακολουθεί η γαλλική επανάσταση του 1789. Η ελληνική περίπτωση εντάσσεται στην ίδια ιστορική αλληλουχία, διότι µέσα στην οθωµανική αυτοκρατορία η αυτονοµία των χριστιανικών περιοχών, των κοινοτήτων και των πόλεων ή κωµοπόλεων που ήταν συνδεδεµένες µε το εµπορικό κεφάλαιο και παραπέρα µε τον ελληνόφωνο κεντρικό µηχανισµό των φαναριωτών στην Κωνσταντινούπολη, όλο αυτό το οικοδόµηµα λειτουργούσε σε µεγάλο βαθµό «ως κράτος εν κράτει». ∆εν βλέπουµε ποτέ, δηλαδή, τη διαδικασία της εθνοποίησης να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από αντίστοιχες αστικές πολιτικές µορφές, από αντίστοιχες κρατικές µορφές (ακόµα και εκεί που δεν είναι άµεσα ορατό το κράτος, όπως στην ελληνική περίπτωση). Μπορούµε να ισχυριστούµε ότι έθνος και κράτος, και λέµε κράτος µε την έννοια του καπιταλιστικού κράτους, του µοντέρνου κράτους έστω σε πρωτόλεια µορφή, είναι δυο όψεις του ίδιου νοµίσµατος. Καµία σχέση µε αυτή την πραγµατικότητα δεν έχει έτσι η επίσηµη άποψη περί του προαιώνιου (ελληνικού ή όποιου άλλου) έθνους, µε ιστορία χιλιάδων ετών κ.ά. Άλλωστε, τη σηµερινή εκδοχή περί της «τρισχιλιετούς» ιστορίας του ελληνισµού δεν την υποστήριζε πάντα το ελληνικό κράτος. Η πολιτική και «πνευµατική» εξουσία µετά το 1821 προωθούσε ένα άλλο «σενάριο» (το λέω παρενθετικά γιατί είναι ενδιαφέρον): Το σενάριο αυτό υποστήριζε, λοιπόν, ότι είχαµε δύο χιλιάδες χρόνια σκλαβιάς των Ελλήνων, διότι ο ελληνισµός ήταν ουσιαστικά ελεύθερος στην αρχαία αθηναϊκή δηµοκρατία, η οποία υποτάχθηκε αρχικά στους Μακεδόνες βαρβάρους και στη συνέχεια στους Ρωµαίους βαρβάρους, κατόπιν στους βυζαντινούς βαρβάρους και στους Οθωµανούς βαρβάρους. Οτιδήποτε, δηλαδή, δεν είχε τη µορφή δηµοκρατίας, από την οποία αντλούσαν το πρότυπό τους, ήταν µια τυραννική κυριαρχία και εποµένως το κράτος που προκύπτει από το ’21 ήταν η νεκρανάσταση της αρχαίας αθηναϊκής δηµοκρατίας και όλο το άλλο ιστορικό διάστηµα είναι περίοδοι σκλαβιάς. Έχουµε, δηλαδή, ένα κενό που η συνέχειά του αποκαθίσταται µόλις µε την επανάσταση του ’21. Στα µέσα του 19ου αιώνα αλλάζει βέβαια αυτό το πρότυπο εθνικής ιστορίας µε τις εργασίες του Ζαµπέλιου στις οποίες προσχωρεί και ο Παπαρρηγόπουλος. Το παράδειγµα αυτό είναι χρήσιµο γιατί µας δείχνει (και µπορούµε να βρούµε κάτι ανάλογο στη Γαλλία και οπουδήποτε αλλού), την πολύ µεγάλη σηµασία που έχει η κρατική, θεσµική διάσταση στην εθνοποίηση, µε την κατασκευή της «εθνικής ιστορίας». Αυτό ισχύει ακόµα και όταν πρόκειται για µορφές κρατικής οργάνωσης µέσα σε ένα άλλο κράτος, όπως είναι η περίπτωση των χριστιανικών πληθυσµών που ελληνοποιήθηκαν στην οθωµανική αυτοκρατορία, απέκτησαν, δηλαδή, αυτοφυώς µια ελληνική εθνική συνείδηση ή όπως είναι η περίπτωση των οµόσπονδων κρατών όχι µόνο στη Σοβιετική Ένωση και στη Γιουγκοσλαβία, αλλά και στο Ηνωµένο Βασίλειο. Το Ηνωµένο Βασίλειο δε δηµιούργησε ένα έθνος Βρετανών, παρέµειναν ή διαµορφώθηκαν έθνη στο πλαίσιο των οµόσπονδων «επικρατειών» ή των εθνικών χώρων που προϋπήρχαν, οι Σκοτσέζοι, οι Ιρλανδοί, οι Άγγλοι. ∆ιότι όπως στην Αγγλία έτσι και στη Σκωτία, µε ένα τρόπο και στην Ιρλανδία, προϋπήρχαν (οιωνοί) ιδιαίτερες πολιτειακές µορφές. Εποµένως σε όλες τις περιπτώσεις, θα βρούµε την κρατική µορφή µαζί µε το έθνος. Αντίθετα δε θα βρούµε έθνος σε παλαιότερες κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις, όπως στο µεσαίωνα, το έτος 900 µ.Χ ή 1000 µ.Χ, ή όπως στον αρχαίο κόσµο –αλλά και στο νεώτερ κόσµο σε περιοχές του πλανήτη που η διαδικασία ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων και συνεπώς της εθνοποίησης καθυστέρησε. Το έθνος, από τη στιγµή που ξεκινά η διαδικασία εθνοποίησης, αναγκαστικά περιέχει ένα προοδευτικό και ενδεχοµένως επαναστατικό στοιχείο, όπως ακούµε συνέχεια από την επίσηµη ιστορία αλλά επαναλαµβάνεται επίσης σε πολλές συζητήσεις στο πλαίσιο της Αριστεράς. Με ποια έννοια; Με την έννοια ότι εκφράζει µια τάση ελευθερίας, αυτό το περίφηµο «ελευθερία ή θάνατος», στη βάση του οποίου αγωνίζονται για ανεξαρτησία όλα τα έθνη. Εποµένως υφίσταται ένα στοιχείο ελευθερίας, µια εγγενής τάση ελευθερίας που σηµαίνει ότι αυτή η ενότητα, η συγκεκριµένη αντιφατική ενότητα ανταγωνιστικών τάξεων υπό την ηγεµονία του κεφαλαίου που επιδιώκει να συγκροτηθεί σε κράτος, συγκρούεται µε κάποιες άλλες εξουσίες, την πολυεθνική αυτοκρατορία, ή το αντίπαλο έθνος-κράτος που καταπιέζει και έχει υποδουλώσει το έθνος που εξεγείρεται κ.τ.λ. Εποµένως, επειδή το οποιοδήποτε έθνος κατά τη στιγµή της πολιτικής ολοκλήρωσής του εκφράζει µια τάση ελευθερίας, είναι κάτι το προοδευτικό. Πρέπει να δεχτούµε ότι κατά τη διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας εκδηλώνεται µια τέτοια τάση ελευθερίας, µε την έννοια του αγώνα για τον αυτοπροδιορισµό ενός πληθυσµού ως εθνικού λαού. Όµως δεν πρέπει να ξεχνάµε ούτε την προηγούµενη ανάλυση, δηλαδή ότι αυτή η ενότητα εκφράζει την ηγεµονία του κεφαλαίου σε µια συγκεκριµένη ιστορική στιγµή, ούτε και το γεγονός το οποίο είναι πολύ σηµαντικό και συνήθως συσκοτίζεται, ότι αυτή η τάση ελευθερίας ακόµα και στις πιο προοδευτικές εκφάνσεις της, εµπεριέχει ταυτόχρονα και το αντίθετό της, µια σκληρή και αδυσώπητη τάση ολοκληρωτισµού. Την ίδια στιγµή, δηλαδή, που εκφράζεται αυτή η τάση ελευθερίας, εκφράζεται µια αδυσώπητη τάση ολοκληρωτισµού. Ποία είναι αυτή η τάση; Είναι η τάση για υπαγωγή στο έθνος που «απελευθερώνεται», που τείνει να κυριαρχήσει σε ένα έδαφος και να το µετατρέψει σε εθνική-κρατική επικράτεια, όλων των πληθυσµών που τυχαίνει να ζουν σ’ αυτή την επικράτεια. Είναι εποµένως η απαίτηση για εθνική οµογενοποίηση, για ένταξη στο νέο ανεξάρτητο έθνος κάθε πληθυσµιακής οµάδας εντός της επικράτειας. Υπάρχει λοιπόν µια τάση ολοκληρωτισµού η οποία είχε περιγραφεί από τον Πουλαντζά (και θα σας διαβάσω ένα απόσπασµα), ως η «ιστορικοποίηση ενός εδάφους και η εδαφικοποίηση µιας ιστορίας». Το κάθε έθνος κατασκευάζει πάντα, όπως είπαµε, µια «εθνική ιστορία», που είναι η «ιστορία» της αιώνιας εθνικής υπόστασής του επί του εδάφους που κατέχει ή διεκδικεί. Η εθνική ιστορία ισχυρίζεται, δηλαδή, ότι στο «εθνικό» έδαφος ζούσε «ανέκαθεν» ένας πληθυσµός που ανήκε στο συγκεκριµένο έθνος ή προετοίµαζε τη
διαµόρφωσή του, «οι πρόγονοί µας», έτσι που το έδαφος να είναι αιωνίως εθνικό, µε αποτέλεσµα να µην νοείται η διεκδίκηση «ούτε σπιθαµής» αυτού του εδάφους από άλλες εθνικές οµάδες (συχνά ούτε καν η ύπαρξη «ξένων» εθνικών οµάδων επί αυτού –στη Θράκη «δεν υπάρχουν» Τούρκοι, µόνο µουσουλµάνοι). Αυτό το έδαφος και οι οποιοιδήποτε πληθυσµοί σε αυτό το έδαφος πρέπει να οµογενοποιηθούν εθνικά ή να ζήσουν ως κυριαρχούµενη µειονότητα, δηλαδή, δε δίνεται κανένα δικαίωµα στους «αλλοεθνείς» να υπάρξουν ανεξάρτητα από το κυρίαρχο έθνος, µε την έννοια του να διεκδικήσουν οτιδήποτε από το εθνικό έδαφος. Η τάση εθνοποίησης, δηλαδή, εµπεριέχει αναγκαστικά τον ολοκληρωτισµό της οµογενοποίησης, εξάλειψης ή πολιτικής περιθωριοποίησης της οποιαδήποτε εθνικής διαφορετικότητας, και είναι θέµα συσχετισµού δύναµης το πόσο βίαια αυτή η τάση εκδηλώνεται κάθε φορά. Επιτρέψετε µου να σας διαβάσω ένα απόσπασµα από την προκήρυξη του Α. Υψηλάντη, όταν τον Φεβρουάριο του 1821 ξεκινούσε µε σχετικά λίγους µαχητές να ιδρύσει την Ελλάδα στα εδάφη της σηµερινής Ρουµανίας («Μολδοβλαχία»). Σε εκείνα τα εδάφη δεν ήθελαν οι επαναστάτες να ιδρύσουν κάποια «βαλκανική οµοσπονδία», ήθελαν να ιδρύσουν το ελληνικό κράτος, διότι αντιλαµβάνονταν ότι το «έδαφος» του ελληνικού έθνους εκτείνεται από το ∆ούναβη ως την Κρήτη. Όπου υπήρχαν, δηλαδή, χριστιανικοί πληθυσµοί µέσα στην Οθωµανική αυτοκρατορία θεωρούνταν Έλληνες: «Ο Μωρέας, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα Νησιά του Αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα έπιασε τα όπλα, δια να αποτίναξη τον βαρύν ζυγόν των Βαρβάρων». Να σας επισηµάνω και πάλι ότι αυτό το κείµενο της Προκήρυξης δεν είναι φιλολογικό ή κείµενο διατύπωσης ιδεών, είναι ένα µανιφέστο αγώνα που εκφράζει το «ελευθερία ή θάνατος» στην πιο κυριολεκτική εκδοχή του. Εκφράζει την κοινή πεποίθηση εκείνων των ορθόδοξων διανοουµένων αλλά και εκείνων των λαϊκών µαζών της εποχής που είχαν έµπρακτα ταχθεί υπέρ του επαναστατικού αγώνα κατά του «παλιού καθεστώτος» (για τη διαµόρφωση µια σύγχρονης δηµοκρατικής πολιτείας –δηλαδή ενός αστικού κράτους), και αναγκαστικά αντιλαµβάνονταν τον αγώνα αυτό ως εθνικό, αγώνα εθνικής απελευθέρωσης. Οι µάζες αυτές, όντας οι ίδιες προϊόν µιας εξελισσόµενης διαδικασίας µετασχηµατισµού των κοινωνικών σχέσεων, εντοπίζονταν κυρίως στις νότιες, τις παράκτιες και ορισµένες ορεινές περιοχές της σηµερινής Ελλάδας, και αντιλαµβάνονταν τον εαυτό τους ως Έλληνες, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που µιλούσαν ή τις ιδιαίτερες πολιτιστικές παραδόσεις τους (περίπτωση αλβανοφώνων στην Ύδρα, το Σούλι, περιοχές της Στερεάς, της Πελοποννήσου, και αλλού. Οι Κουντουριώτηδες, οι Μποτσαρέοι, κ.λπ. ήταν έτσι Έλληνες και όχι Αλβανοί –αν και ήταν αλβανόφωνοι). ∆εν θα πρέπει να εκπλήσσει, λοιπόν, το γεγονός ότι ο Υψηλάντης καλεί, µεταξύ των άλλων, Σέρβους και Βουλγάρουςνα αγωνιστούν για την ελευθερία της «φίλης ηµών Πατρίδος Ελλάδος», σε αρµονία µε το πνεύµα των «Πατέρων» των, που θυσιάστηκαν στο Μαραθώνα και τις Θερµοπύλες, «κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους (...) συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν» κ.λπ. (Άλλωστε, ανάλογες διατυπώσεις βρίσκουµε σ’ όλα τα επαναστατικά κείµενα της εποχής. Ο Ρήγας στον περίφηµο «Όρκο κατά της τυραννίας και αναρχίας»έγραφε: «Βούλγαροι κι Αρβανήτες, Αρµένοι και Ρωµιοί, Αράπιδες και άσπροι, µε µια κοινή ορµή, Για την ελευθερία να ζώσωµεν σπαθί (...) Οι Νόµοι σας προστάζουν, να βάλλεται φωτιά. Μ' εµάς και σεις Μαλτέζοι, γεννήτ' ένα κορµί, Κατά της Τυραννίας, ριχθήτε µε ορµή. Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί. Ζητά την συνδροµήν σας µε µητρικήν ορµή»). Μέσα στην «άπασα την Ελλάδα» του Υψηλάντη συµπεριλαµβάνεται, λοιπόν, η Σερβία, η Βουλγαρία κ.ο.κ. Πώς εξηγούνται αυτές οι διατυπώσεις; Από το γεγονός ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ένα αντίπαλο όµορο δέος, δηλαδή ένα βουλγαρικό έθνος που να διεκδικεί βουλγαρικό έδαφος και βουλγαρικό αστικό κράτος, ένα σερβικό κράτος, κ.ο.κ. Εποµένως η τάση ελευθερίας έκφραζε την ίδια στιγµή την τάση του ολοκληρωτισµού: Σήµαινε ότι αν η στρατιωτική ισχύς το επιτρέψει, θα δηµιουργηθεί ένα έθνος Ελλήνων από την Κρήτη µέχρι τον ∆ούναβη και, δε ξέρω πού, στη Μ. Ασία, όπου εκεί µέσα όλοι οι πληθυσµοί θα γίνουν Έλληνες, διότι «είναι απόγονοι» των τυραννοκτόνων και του Λεωνίδα των τριακόσιων. Όλοι αυτοί οι πληθυσµοί οφείλουν να βιώσουν αυτή την ιστορία, να την µάθουν από τους εκπαιδευτικούς µηχανισµούς. Θα υποχρεωθούν να γίνουν Έλληνες µέσα από την επιβολή της ελληνικής γλώσσας κ.ο.κ. Το έθνος γίνεται έτσι µια διαδικασία κρατικής οµογενοποίησης πληθυσµών. Το στοιχείο του ολοκληρωτισµού, που από την πρώτη στιγµή υπάρχει και είναι εγγενές στην υπόσταση του έθνους, εκφράζει σε τελευταία ανάλυση την καπιταλιστική ηγεµονία σε µια εδαφική επικράτεια, δηλαδή σε μένα κράτος. Ο Πουλαντζάς διατυπώνει αυτή την ιδέα ως εξής: «Τα περιφράγµατα που συνεπάγεται η συγκρότηση του σύγχρονου λαού-έθνους, δεν είναι τόσο τροµερά παρά µόνο επειδή είναι ταυτόχρονα κοµµάτια µιας υλοποιηµένης από το κράτος ιστορίας. Οι γενοκτονίες είναι απεκβολές αυτών που γίνονται ξένα σώµατα µέσα στο εθνικό έδαφος και στην εθνική ιστορία. Αποκλεισµοί έξω από το χώρο και έξω από το χρόνο. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι µια σύγχρονη επινόηση, µε την έννοια ότι τα συνοριακά δίφρακτα κατεβάζονται και για τους αντεθνικούς που είναι χρονικά µετέωροι σε εκκρεµότητα εθνικής ιστορικότητας». (Από το βιβλίο του Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισµός, στο οποίο εντοπίζω πολλές αδυναµίες σε ορισµένα θεωρητικά ζητήµατα, το οποίο όµως περιέχει αυτή την εύστοχη µαρξιστική ανάλυση αναφορικά µε το έθνος, και τονίζει την ολοκληρωτική διάσταση της εθνικής οµογενοποίησης, που είναι τελικά στοιχείο της κρατικής λειτουργίας). Ας το επαναλάβουµε: Κράτος, έθνος και κεφάλαιο αποτελούν όψεις µιας και της αυτής ταξικής εξουσίας: του καπιταλισµού. Η ιδεολογία του έθνους, δηλαδή ο εθνικισµός, όποιο όνοµα και αν του δώσουν («εθνική υπερηφάνεια», «πατριωτισµός» κ.ο.κ.), αποτυπώνει την ηγεµονία του κεφαλαίου πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία. Βεβαίως ο εθνικισµός δεν είναι παντού και πάντοτε ο ίδιος. Στην ιστορική διαδικασία προκύπτουν πολύ διαφορετικές µορφές εθνικισµού, που έχουν να κάνουν µε τη συγκυρία, µε τη συγκεκριµένη έκβαση της πάλης των τάξεων, για να µιλήσουµε µε µαρξιστικούς όρους. Αν, π.χ., αναφερθούµε στο ιστορικό παράδειγµα της Γερµανίας, θα διαπιστώσουµε ότι είναι πολύ διαφορετική η εποχή του Χίτλερ, το 1938, από εκείνην του Βίλι Μπραντ, το ’71. Στη Γερµανία των αρχών της δεκαετίας του 1970 ο εθνικισµός έπαιρνε εξαιρετικά ήπιες µορφές, καθώς είχε απαξιωθεί η παραδοσιακή «εθνικοφροσύνη», µε την έκβαση του πολέµου και την πολιτική άνοδο της µεταρρυθµιστικής, τότε, Σοσιαλδηµοκρατίας. Ο εθνικισµός ήταν όµως και πάλι παρών, ως βασικός άξονας της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, σύµφωνα µε όσα συζητήσαµε ήδη: Οι ταξικές διαφορές και συγκρούσεις καλύπτονταν πίσω από το «βίωµα» όλων των τάξεων του πληθυσµού ότι ανήκουν στο ίδιο έθνος, ότι έχουν ένα «κοινό συµφέρον ως Γερµανοί». Χωρίς να παραγνωρίζουµε λοιπόν τις διαφορές ανάµεσα στις επιθετικές και τις ήπιες µορφές εθνικισµού, εστιάζουµε στον πυρήνα της ιδεολογίας και της θεσµικής υπόστασης του έθνους, την οµογενοποίηση του πληθυσµού και τη συγκάλυψη των ταξικών δοµών και ανταγωνισµών της κοινωνίας. Σε αυτό το επίπεδο µένοντας, θα λέγαµε ότι υπάρχουν δύο ιστορικές παραδόσεις αυτής της εθνικής συγκρότησης. Η πρώτη παράδοση είναι η ευρωπαϊκή και είναι η πλέον κλασική. Τα ευρωπαϊκά έθνη, όπως διαµορφώθηκαν ιστορικά, περιέχουν ένα «φυλετικό» ιδεολογικό στοιχείο. Όπως είδαµε και από το κείµενο του Υψηλάντη, όπως ξέρουµε από την καθηµερινή µας ζωή µέσα στην κοινωνία, όπως µας λέγανε στο σχολείο, όπως διαβάζουµε παντού, καθοριστικό είναι το στοιχείο της «ιστορικής συνέχειας». Το ελληνικό έθνος κατάγεται από τους αρχαίους Έλληνες, έδωσε στον κόσµο τη δηµοκρατία κ.ο.κ. Οµοίως το έθνος των Ελβετών κατάγεται από το Γουλιέλµο Τέλλο και στη δεκαετία του 1980 γιόρτασε τα 1000 της ιστορίας του. Το γαλλικό έθνος κατάγεται από το Βερσισεντορίξ (και ο Μιτεράν είχε διοργανώσει επίσηµους εορτασµούς για τα χιλιάδες χρόνια της γαλλοσύνης). Ανάλογα µπορούµε να πούµε για το γερµανικό έθνος που είναι τόσο παλιό όσο και το ελληνικό, εφόσον οι Γερµανοί υποτίθεται ότι κατάγονται από τις ίδιες φυλές Αρίων από τις οποίες κατάγονται και οι Έλληνες. Στην έσχατη λογική της, η ρατσιστική αυτή προσέγγιση οδήγησε τους Ναζί να εξασφαλίζουν τροφή για όλους τους «Άρειους» πολιτικούς κρατούµενους, ακόµα και τους κοµµουνιστές από εχθρικές χώρες που ήταν εκτοπισµένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (π.χ. η περίπτωση του Ν. Ζαχαριάδη στο Νταχάου), ενώ αντίθετα Γερµανοί πολίτες που ήταν Εβραίοι στο θρήσκευµα, ακόµα και αν είχαν πολεµήσει για τη Γερµανία στον Α΄ Παγκόσµιο Πόλεµο, αφήνονταν να γίνουν σκέλεθρα από την πείνα, όπως έχουµε δει στις φωτογραφίες, και τελικά εξολοθρεύονταν στα κρεµατόρια.. Υπάρχει λοιπόν ένα στοιχείο φυλετικό, ένα στοιχείο δοµικά ρατσιστικό στη συγκρότηση των ευρωπαϊκών εθνών: Επειδή όλα τα ευρωπαϊκά έθνη θεωρούν τον εαυτό τους «έθνη φυλής», έθνη «αίµατος», απονέµουν παραδοσιακά την εθνική υπηκοότητα µόνο σε ανθρώπους οι οποίοι µπορούν να ισχυριστούν ότι ανήκουν «φυλετικά» στο αντίστοιχο έθνος. Όλα τα χρόνια που υπήρχε το τείχος του Βερολίνου και τα δύο στρατιωτικά µπλοκ, πολιτογραφούνταν µαζικά ως Γερµανοί πολιτικοί πρόσφυγες από την Πολωνία, αρκεί, αφού κατάφερναν να περάσουν µε κάποιο τρόπο στη ∆. Γερµανία, να δήλωναν ότι είναι γερµανικής καταγωγής. Ακόµα και αν οι άνθρωποι αυτοί δεν µιλούσαν ούτε λέξη γερµανικά, αρκούσε η δήλωση ότι είναι γερµανικής καταγωγής, από γερµανικούς πληθυσµούς που υπήρχαν στα εδάφη της Πολωνίας πριν από τον Α΄ Παγκόσµιο Πόλεµο, για να τους απονεµηθεί η ιδιότητα του Γερµανού πολίτη. Κάτι αντίστοιχο µε ό,τι συµβαίνει στην Ελλάδα µε τους «Ποντίους» και τους «Βορειοηπειρώτες». Κατά τα τελευταία χρόνια, βεβαίως, το «φυλετικό» αυτό µοντέλο εθνικής ένταξης έχει χαλαρώσει και πολλά ευρωπαϊκά κράτη έχουν υποχρεωθεί να δώσουν την εθνική υπηκοότητα σε µονίµους κατοίκους της χώρας ανεξάρτητα από το κριτήριο του «αίµατος» (µε πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα τους τούρκικης καταγωγής Γερµανούς). Μια τέτοιου τύπου µετατόπιση των κριτηρίων απόκτησης της υπηκοότητας έλαβε από νωρίς χώρα στη Βρετανία και στη Γαλλία, που ήταν χώρες µε έντονη αποικιακή προϊστορία, εποµένως είχαν επιτρέψει τη µετανάστευση, µε ευνοϊκούς όρους, πληθυσµών µη βρετανικής ή γαλλικής καταγωγής, που παρέµεναν επί γενιές στη Βρετανία και αντίστοιχα τη Γαλλία. Προς τα πού µετατοπίζεται λοιπόν το παραδοσιακό ευρωπαϊκό µοντέλο εθνικής συγκρότησης και ένταξης; Προς ένα άλλο µοντέλο που εξ’ ορισµού δεν είναι φυλετικό: πρόκειται για το µοντέλο των χωρών της Αµερικής, Βόρειας και Νότιας, µε χαρακτηριστικό παράδειγµα τις Η.Π.Α. Στο µοντέλο αυτό δεν προτάσσεται το «αίµα», αλλά το «χώµα», η σχέση του ατόµου µε την εθνική-κρατική επικράτεια. Το ευρωπαϊκό µοντέλο έθνους στην παραδοσιακή του εκδοχή (αλλά και στο ιδεολογικό του περιεχόµενο, το οποίο αντιστέκεται στις όποιες θεσµικές µεταλλαγές) σαφώς περιέχει µια ρατσιστική διάσταση, και πάρα πολύ εύκολα, επειδή το φυλετικό στοιχείο ανήκει στον πυρήνα του, παράγει πεποιθήσεις και συµπεριφορές όπως αυτές που κωδικοποιούνται στο σύνθηµα «Αλβανέ, Αλβανέ δε θα γίνεις Έλληνας πότε!». Ή όπως αυτές που αποτέλεσαν το έναυσµα για την «εξέγερση των προαστίων» της Γαλλίας το 2005.
Το αµερικανικό µοντέλο εθνικής ένταξης, αντίθετα, της οποιασδήποτε χώρας της Αµερικής, της Βραζιλίας π.χ., προτάσσει τη σχέση που έχει ή επιθυµεί να έχει το άτοµο µε το κράτος, προτάσσει δηλαδή το στοιχείο της «πολιτειότητας» και του «εδάφους» –µε την έννοια της επικράτειας. Κανείς δεν πολιτογραφείται Βραζιλιάνος επειδή υποτίθεται ότι κατάγεται από κάποιο έθνος-φυλή Βραζιλιάνων, αλλά γιατί έχει ή επιθυµεί να έχει σχέση µε το συγκεκριµένο κράτος, επειδή ζει ή επιθυµεί να ζήσει στη συγκεκριµένη επικράτεια, µε ό,τι αυτό (πρέπει να) συνεπάγεται. Η πιο ενδιαφέρουσα, ίσως, εκδοχή αµερικανικού έθνους είναι εκείνη των Η.Π.Α.: Από τη µια πλευρά, οι λευκοί πολίτες της χώρας διατήρησαν και αναπαράγουν µέχρι σήµερα ένα ιδεολογικό στοιχείο «εθνοτικής καταγωγής», ως δευτερεύουσα ιδεολογική διάσταση (µε κοινωνικές και πολιτικές συµπαραδηλώσεις) δίπλα στον κυρίαρχο «κρατικό» εθνικισµό: Παράλληλα µε την αµερικανική εθνική ταυτότητα, οι πολίτες των Η.Π.Α. δηλώνουν «Ιρλανδοί», «Ιταλοί», «Σουηδοί», «Έλληνες», «Γερµανοί», «Σκοτσέζοι», «Πορτορικανοί» κ.ο.κ., ως χαρακτηριστικό «εθνοτικής»-«φυλετικής» καταγωγής αλλά και ένταξης στο εσωτερικό της αµερικανικής κοινωνίας. Από την άλλη, ο «φυλετισµός» εισήχθη µε βίαιο τρόπο στην ιστορική διαδικασία εθνικής συγκρότησης του αµερικανικού έθνους µέσω του ρατσισµού εναντίον όσων δεν εθεωρούντο ότι ανήκουν στη «λευκή φυλή», και των αντίστοιχων φυλετικών διακρίσεων σε θεσµικό-κρατικό επίπεδο («separate but equal»). ∆είχνει άραγε η περίπτωση των Η.Π.Α. ότι ο ρατσισµόςείναι ένα στοιχείο που συνοδεύει πάντα τον εθνικισµό; Η απάντηση που δίνω στο ερώτηµα αυτό είναι αρνητική, αν αναφερόµαστε στον παραδοσιακό ρατσισµό που στηρίζεται στην υπόθεση ότι υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές. Αυτό προκύπτει άλλωστε και από την ιστορία των Η.Π.Α. Μετά τη δεκαετία του 1960, όταν το αµερικανικό κράτος καταπολέµησε µε πληθώρα µεταρρυθµίσεων και θεσµικών πρωτοβουλιών (συµπεριλαµβανοµένων των «θετικών διακρίσεων» υπέρ των Αφροαµερικανών) τις φυλετικές διακρίσεις. Στις σηµερινές Η.Π.Α. το σύνθηµα «δεν θα γίνεις Αµερικανός ποτέ!» είναι αδιανόητο, όχι µόνο για Ευρωπαίους (Αλβανούς κ.ο.κ.) αλλά ούτε για Αφρικανούς ή Ασιάτες. Αν όµως θεωρήσουµε τον ρατσισµό στην πολιτιστική του διάσταση, η οποία άλλωστε αποτελεί την κύρια µορφή ρατσισµού µετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο, τότε η απάντηση που δίνω στο ερώτηµα αν ο εθνικισµός είναι και ρατσισµός είναι θετική. Ο εθνικισµός είναι εξ ορισµού διάκριση ανάµεσα στο περιούσιο έθνος «µας» και στα άλλα έθνη, ιδίως εκείνα που αποτελούν «προαιώνιους» εχθρούς «µας». Είναι δια γυµνού οφθαλµού ορατό ότι και τα έθνη του Νέου Κόσµου στηρίζονται στην κατασκευή µιας «περιούσιας εθνικής ποιότητας», µε υποτιθέµενα ιδιαίτερα πολιτιστικά ή/και πολιτειακά χαρακτηριστικά. Μπορεί για τον αµερικάνικο εθνικισµό να µην υφίσταται ο προαιώνιος αµερικανικός λαός µε την έννοια της «φυλής», όµως ο «αµερικάνικος τρόπος ζωής» και οι «αµερικανικές αξίες» προβάλλουν, εξίσου δραστικά µε τον κλασικό ευρωπαϊκό φυλετισµό, ως το διαφοροποιητικό στοιχείο που ταξινοµεί και ιεραρχεί το αµερικανικό έθνος ψηλότερα από όλα τα άλλα. Ο εθνικισµός, σε καµιά εκδοχή του, δεν είναι συµβατός µε τις ιδέες, τα οράµατα και τη στρατηγική της Αριστεράς. Από τη σκοπιά της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η πάλη ενάντια στον εθνικισµό και το ρατσισµό δεν µπορεί παρά να εντάσσεται στον αντικαπιταλιστικό αγώνα, να αποτελεί στοιχείο της επαναστατικής στρατηγικής.



Ενδεικτική Βιβλιογραφία για το έθνος και τον εθνικισµό
Γαβριηλίδης, Ά. 2000. Η συνέχιση του εµφυλίου µε άλλα µέσα (µέρος α'), τ. 70 Θέσεις www.theseis.com
Γαβριηλίδης, Ά. 2000. Η συνέχιση του εµφυλίου µε άλλα µέσα (µέρος β'), Θέσεις τ. 71 www.theseis.com
Γαβριηλίδης, Ά. 2000. «Αυτοτέλειες» και ιδιοτέλειες, Θέσεις τ. 73 www.theseis.com
∆ηµούλης, ∆. 2000. Λαός, έθνος και πολίτες στην ελληνική συνταγµατική ιστορία του 19ου αιώνα, τ. 72 Θέσεις www.theseis.com
∆ηµούλης, ∆. 2000. Σκέψεις για την ανάγκη αντιπαράθεσης στο έθνος, Θέσεις τ. 73 www.theseis.com
Θέσεις (Σύνταξη). 2000. Editorial Εθνικισµός µε δικαιώµατα. ∆ικαίωµα στον εθνικισµό; Θέσεις τ. 73 www.theseis.com
Λεβί, Μ. 1993. Το εθνικό ζήτηµα από τον Μαρξ µέχρι σήµερα, Στάχυ.
Λιθοξόου, ∆. 1992. Μειονοτικά ζητήµατα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα, Λεβιάθαν.
Marmora, L. 1988. Οι δύο λειτουργίες της εθνικής ιδεολογίας, Θέσεις τ. 25, www.theseis.com
Μαστραντώνης, Τ. - Μηλιός, Γ. 1983. Η θεωρία της Αριστεράς για την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισµού: όρια και συνέπειες, Θέσεις τ. 2, www.theseis.com
Μηλιός, Γ. 1992. Μια παρατήρηση για την εγγενή «τάση ολοκληρωτισµού» του (κάθε) έθνους. (Με αφορµή την προκήρυξη του Α. Υψηλάντη), τ. 42 Θέσεις www.theseis.com
Μηλιός, Γ. 2000. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηµατισµός: από τον επεκτατισµό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Κριτική.
Μπαλιµπάρ, Ε. - Βαλλερστάιν, Ι. 1991. Φυλή - Έθνος - Τάξη, Ο Πολίτης.
Τσιτσελίκης, Κ. - Χριστόπουλος, ∆. 1997. το µειονοτικό φαινόµενο στην Ελλάδα, Κριτική.
Flusser, V. 1993. Υπάρχει ακόµη το γαλλικό έθνος; Σκέψεις για τη ∆ηµοκρατία των Συµβουλίων, τον εθνικισµό και τη Μετα- ιστορία, Θέσεις τ. 38 www.theseis.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου