Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Και όμως: δεν ζούμε στη δεκαετία του 1930!



Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο είχα δημοσιεύσει δυο άρθρα για την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 και τις επιπτώσεις της στην τότε ελληνική κοινωνία (διάβαζε, Η ελληνική κοινωνία και οικονομία στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του 1930 και Η πολιτική κρίση στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1930: από τον κοινοβουλευτισμό στη δικτατορία). Αφορμή για τις δυο δημοσιεύσεις ήταν ότι η κρίση του 2008-9 είχε αρχίσει να χαρακτηρίζεται ως «η πλέον σοβαρή από τη δεκαετία του 1930».
Έκτοτε έχει γίνει πλέον συνηθισμένο, να εμφανίζονται στον τύπο και το διαδίκτυο συχνά-πυκνά άρθρα που συγκρίνουν τη σημερινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση με τη δεκαετία του 1930 τόσο στο οικονομικό επίπεδο όσο και στο πολιτικό. Και πράγματι, είναι αρκετά όσα θυμίζουν έντονα ένα φιλμ που παίχτηκε στη δεκαετία του 1930: η μαζική ανεργία, η άνοδος της ακροδεξιάς, η επιβολή των κυβερνήσεων των τραπεζιτών του είδους Παπαδήμα ή Μόντι, η αυταρχικοποίηση της αστικής δημοκρατίας στις δυτικές χώρες (και ειδικότερα στην Ελλάδα), σχετίζονται από πολλούς σχολιαστές ευθέως με την ιστορική εμπειρία του 1930.
Ωστόσο, επειδή η ιστορία ποτέ δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο.
Επειδή η υπερβολική συσχέτιση μιας εποχής με μια άλλη μόνο σύγχυση και ψευδαισθήσεις μπορεί να δημιουργήσει…
γι’ αυτό…
…καιρός να λυγίσουμε το ραβδί προς την άλλη κατεύθυνση για να ισιώσει!
Ε!, λοιπόν, όχι δεν ζούμε στη δεκαετία του 1930!

Η οικονομική κρίση δεν έχει φτάσει στο βάθος του 1930
Το κραχ του 1929 επέφερε έναν οικονομικό Αρμαγεδδώνα που σάρωσε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες για μια δεκαετία. Για τις ΗΠΑ:
«Μετά από το Μεγάλο Κραχ ήρθε η Μεγάλη Ύφεση, που διήρ­κεσε, με διαφορετικούς ρυθμούς, δέκα χρόνια.
Το 1933, το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) (η συνο­λική παραγωγή της οικονομίας) ήταν μικρότερο σχεδόν κα­τά ένα τρίτο από το ΑΕΠ του 1929. Μόλις το 1937, ο φυσι­κός όγκος της παραγωγής επανήλθε στα επίπεδα του 1929 και αμέσως μετά ξανάπεσε.
Μέχρι το 1941, η αξία της παραγωγής σε δολάρια παρέμενε χαμηλότερη απ’ ό,τι το 1929.
Ανάμεσα στο 1930 και το 1940, μόνο μια φορά, το 1937, ο μέσος αριθμός ανέργων στη διάρκεια του έτους έπεσε κά­τω από τα 8 εκατομμύρια.
Το 1933, σχεδόν 13 εκατομμύρια ήταν χωρίς εργασία ή πε­ρίπου ο ένας στους τέσσερις επί του εργατικού δυναμικού».[1]
Σε αντίθεση με την κρίση της δεκαετίας του 1930, το ΑΕΠ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών στην κρίση του 2008-9 δεν υπέστη καθίζηση. Το ΑΕΠ των ΗΠΑ υπέστη μείωση το 2009 κατά -2.7% αλλά το 2010 αυξήθηκε κατά +2.9%,[2] ενώ το 2011 κατά +1,7%.[3] Για την Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 χωρών το συνολικό ΑΕΠ μειώθηκε το 2009 κατά -4.3% αλλά το 2010 αυξήθηκε κατά +2% και το 2011 κατά +1.6%. Παρόμοιες είναι και οι επιδόσεις της ευρωζώνης συνολικά (-4.2%, +1.9%, +1.5% αντίστοιχα).[4]
Η οικονομική κρίση του 2008-9 στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες παρέμεινε (και παραμένει ακόμα) κρίση κυρίως του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις (πλην ορισμένων χωρών των PIGS ) στην «πραγματική» (μη χρηματοπιστωτική) οικονομία. Αυτό, ασφαλώς, συνέβη χάρις στο (τρισκατάρατο κατά τους νεοφιλελεύθερους γκουρού) κράτος, που παρενέβη με πακτωλούς τρισεκατομμυρίων δολαρίων για τη διάσωση των τραπεζών αλλά και της «πραγματικής οικονομίας».
Έστω και έτσι, η κατάσταση της οικονομίας δεν θυμίζει τη δεκαετία του 1930. Οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις στις ΗΠΑ βρέθηκαν στην κρίση του 2008-9 με σχετικά μεγάλα κέρδη από την προηγούμενη περίοδο, όπως επίσης με χαμηλό δανεισμό και υψηλή ρευστότητα. Οι εξαγωγές των ΗΠΑ την προηγούμενη πενταετία της κρίσης παρουσίαζαν διψήφιους αριθμούς μεγέθυνσης.[5] Αλλά και οι άλλες οικονομίες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού κατόρθωσαν να συγκρατήσουν την κρίση σε επίπεδα που μπόρεσαν να διαχειριστούν. Η Γερμανική οικονομία πέρασε από το -4.7% του 2009 στο +3.6% του 2010 και στο +3% το 2011.[6] Η Ιαπωνία από -6.3% του 2009 στο +3.9% του 2010.
Ασφαλώς στις χώρες των PIGS (ή PIIGS) -Πορτογαλία, Ιταλία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία- η οικονομία είχε πολύ χειρότερες επιδόσεις. Απ’ όλες αυτές, η Ελλάδα είναι η χώρα με τις μακράν χειρότερες:
«Η μείωση του ΑΕΠ […] ανέρχεται σωρευτικά για την τριετία 2009-2011 σε 10,2%. Σε μακροχρόνια προοπτική […] η πτώση του προϊόντος εμφανίζεται ως η μεγαλύτερη μείωση της μεταπολεμικής περιόδου. Η μείωση του 1974 ήταν μεν μεγαλύτερη αλλά διήρκεσε μόνον ένα έτος, ενώ η μείωση του 2009-2011, όχι μόνον είναι τριετής αλλά είναι πολύ πιθανό να επεκταθεί και στο μέλλον εάν λάβουμε υπόψη μας ότι τα νέα μέτρα περιστολής της ζήτησης, που ελήφθησαν με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, θα έχουν σημαντικά υφεσιακά αποτελέσματα».[7]
Αλλά και στην περίπτωση της Ελλάδας τα νούμερα είναι στο 1/3 αυτών της δεκαετίας του 1930. Υπάρχουν [πάντοτε!] και χειρότερα…
Σίγουρα το 2011 δεν ήταν και το ευτυχέστερο για τα χρηματιστήρια ανά την υδρόγειο:
«Στη Wall Street, ο S&P αναμένεται να κλείσει τη χρονιά με κέρδη μόλις 0,6%, σημειώνοντας τη μικρότερη ετήσια μεταβολή σε διάστημα 41 ετών. Συγκεκριμένα, η τελευταία φορά που ο δείκτης κινήθηκε λιγότερο ήταν το 1970, όπου και υποχώρησε κατά 0,1%.
Στην Ευρώπη, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx Europe 600 υπολογίζεται πως θα κλείσει τη χρονιά με απώλειες 12% περίπου.
Επιπλέον, στην Ασία, ο δείκτης MSCI Asia Pacific έχει φέτος υποχωρήσει κατά 17%, ενώ πρόκειται για την πρώτη ετήσια πτώση του από το 2008».[8]
Ωστόσο, η παραπάνω εικόνα ωχριά συγκρινόμενη με αυτή της δεκαετίας του 1930:
«Η Πέμπτη 24 Οκτωβρίου είναι η πρώτη ημέρα που η ιστο­ρία -έτσι όπως παραδίδεται γι’ αυτό το ζήτημα- ταυτίζει με τον πανικό του 1929. Με βάση την αταξία, τον τρόμο και τη σύγχυση που επικράτησαν, αξίζει ν’ αντιμετωπίζεται με αυ­τό τον τρόπο. Εκείνη την ημέρα, 12.894.650 μετοχές άλλα­ξαν χέρια, πολλές από αυτές με τιμές οι οποίες συνέτριψαν τα όνειρα και τις ελπίδες εκείνων που τις κατείχαν.
[…]
Στις 11η ώρα, το χρηματιστήριο είχε εκφυλιστεί σ’ έναν άγριο, τρελό συνωστι­σμό για ξεπούλημα.
[…]
Στις 11 και μισή, το χρηματιστήριο είχε παραδοθεί στον τυ­φλό, αμείλικτο φόβο. Επρόκειτο πραγματικά για πανικό.
Έξω από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, στην Μπόαρντ Στριτ, ακούγονταν απόκοσμες φωνές. Πλήθος συγκε­ντρωνόταν. Ο διευθυντής της Αστυνομίας Γκρόβερ Γουάλεν έμαθε ότι κάτι συνέβαινε κι έστειλε ένα ειδικό απόσπασμα της αστυνομίας στη Γουόλ Στριτ για την τήρηση της τάξης. Περισσότεροι άνθρωποι ήρθαν και περίμεναν, αν και εμ­φανώς κανείς δεν ήξερε τι. Ένας εργάτης εμφανίστηκε στην κορυφή ενός ψηλού κτιρίου για κάποιες επισκευές και το πλήθος νόμισε ότι ήταν επίδοξος αυτόχειρας και περίμενε α­νυπόμονα να τον δει να πηδά».[9]

Η αμερικανική ηγεμονία δεν αμφισβητείται
Η κρίση του 1930 προκάλεσε συρρίκνωση του παγκόσμιου εμπορίου, επιστροφή των καπιταλιστικών χωρών σε πολιτικές «εθνικής αυτάρκειας», με υψηλά δασμολογικά τείχη και όξυνση των ανταγωνισμών ανάμεσα στις τότε μεγάλες δυνάμεις. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν να επιδεινωθεί η παγκόσμια οικονομική κρίση και να επακολουθήσει η πορεία προς τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Με την κρίση του 2008-9 πολλοί προέβλεψαν μια αντίστοιχη πορεία (για άλλη μια φορά, η σχηματική μεταφορά ιστορικών εμπειριών στη σημερινή συγκυρία). Προέβλεπαν ότι η κρίση θα προκαλούσε διάσπαση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ανάδυση της Κίνας στη θέση των ΗΠΑ ως μεγαλύτερης δύναμης του πλανήτη, τη δημιουργία περιφερειακών ενώσεων ανταγωνιστικών προς το σημερινό (υπό αμερικανική ηγεμονία) status quo κ.λπ., κ.λπ.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει γίνει. Το αντίθετο μάλιστα. Το «άγχος» των άλλων μεγάλων δυνάμεων του καπιταλισμού είναι μάλλον να διατηρηθεί η αμερικανική ηγεμονία παρά να υποσκαφθεί. Έτσι ενώ πριν την κρίση είχαμε διαφωνίες μεταξύ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και ΗΠΑ, ως προς το Ιράκ για παράδειγμα, μετά την οικονομική κρίση έχουμε ολοένα και μεγαλύτερη ευθυγράμμιση της Ε.Ε. με την κυβέρνηση των ΗΠΑ -ειδικότερα σήμερα στην κοινή αντιμετώπιση του καθεστώτος του Ιράν. Όλες οι κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων χωρών βρίσκονται σε στενή συνεργασία με την Fed (την αμερικανική κεντρική τράπεζα) και υπό την καθοδήγηση της γίνονται οι παρεμβάσεις για τη σωτηρία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος -συστήματος στο οποίο η ηγεμονία των ΗΠΑ είναι αδιαμφισβήτητη. Η κυβέρνηση της Κίνας μένει σε ρητορικές «αμφισβητήσεις» του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος ενώ στην πράξη συνεργάζεται στενά με τις ΗΠΑ -το μόνο που στην πραγματικότητα δεν θα ήθελαν οι καπιταλιστές της Κίνας είναι να δουν να εξανεμίζονται τα βουνά δολαρίων που έχουν συσσωρεύσει, γι’ αυτό και η ουσιαστική τους στήριξη του δολαρίου.
Ο λόγος για τη στήριξη της αμερικανικής ηγεμονίας από τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις του καπιταλισμού δεν βρίσκεται σε «μαθήματα» από τη δεκαετία του 1930. Ο λόγος βρίσκεται στα ταξικά συμφέροντα των υπόλοιπων καπιταλιστικών κρατών που εξακολουθούν να μπορούν να συνυπάρχουν κάτω από την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ μπορεί να έχουν τα μεγαλύτερα οφέλη από την ηγεμονική τους θέση στην παγκόσμια καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά «αφήνουν χώρο» για την ανάπτυξη και των υπολοίπων. Για παράδειγμα, η νεοφιλελεύθερη περίοδος χαρακτηρίστηκε όχι μόνο από την κυριαρχία των ΗΠΑ στο χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά και μια παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη που ένα σημαντικό μέρος της στηρίχθηκε στη μαζική κατανάλωση στις ΗΠΑ χάρις (στη μέχρι πρόσφατα) φθηνή πίστωση. Με αυτόν τον τρόπο, και με κέντρο τις ΗΠΑ, η Κίνα κατόρθωσε να συσσωρεύσει μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα και να διατηρήσει την οικονομική ανάπτυξή της. Το ίδιο συνέβη και με τη (μίζερη) ανάπτυξη της Ε.Ε..
Οι ΗΠΑ κατόρθωσαν να διατηρήσουν τον ηγεμονικό τους ρόλο στο διεθνή καπιταλισμό γιατί εξακολουθούν να είναι η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη του πλανήτη:

Το μερίδιο των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ΑΕΠ είναι σχετικά σταθερό τα τελευταία 40 χρόνια, είναι στην πραγματικότητα ελαφρώς υψηλότερο το 2009 (26,7%) από το 1975 (26,3%). Αντίθετα το μερίδιο της Ε.Ε. των 15 στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει μειωθεί από το 36% περίπου το 1969 σε 27% το 2009. Το μερίδιο της Μέσης Ανατολής αυξήθηκε από μόλις 2,23% το 1969 σε 3,16% το 2009 (το γράφημα δείχνει τη Μέση Ανατολή σε συνδυασμό με την Αφρική).
Πολλοί, εσφαλμένα, υποθέτουν ότι η σημαντική οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία 40 χρόνια στην Κίνα, την Ινδία ή τη Βραζιλία πραγματοποιήθηκε, κατά κάποιο τρόπο, σε βάρος της οικονομικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ αλλά τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο. Λόγω της προόδου στην τεχνολογία, την καινοτομία, και σημαντικές βελτιώσεις στην παραγωγικότητα του κεφαλαίου, το μερίδιο των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει παραμείνει εντυπωσιακά σταθερό σε λίγο περισσότερο από 25%, παρά τη σημαντική αύξηση της παραγωγής σε όλο τον κόσμο, ιδίως στην Ασία.[10]

Ο κόσμος της εργασίας
Αλλά η αμερικανική ηγεμονία δεν είναι μόνο επωφελής οικονομικά είναι περισσότερο απ’ όλα ταξικά συμφέρουσα για τις υπόλοιπες μεγάλες καπιταλιστικές χώρες. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποτέλεσε απλά και μόνο ένα οικονομικό σύστημα «απορρύθμισης» των αγορών. Αποτέλεσε ταυτόχρονα ένα ιδεολογικό όχημα για την κατεδάφιση του «κράτους πρόνοιας», της κατάργησης εργατικών δικαιωμάτων δεκαετιών, τον περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων, την αυταρχική επιβολή των συμφερόντων του κεφαλαίου ανεξάρτητα από το σε ποια χώρα επιβάλλεται ο νεοφιλελευθερισμός. Οι ΗΠΑ αποτέλεσαν το «παράδειγμα-υπόδειγμα» για τις άρχουσες τάξεις των υπολοίπων καπιταλιστικών κρατών.
Τα παραπάνω βρίσκονται σε εμφανή αντίθεση με όσα συνέβαιναν στη δεκαετία του 1930.
Τη δεκαετία του 1930 η κρατική παρέμβαση στην οικονομία έφτασε σε πρωτόγνωρα επίπεδα (μέχρι εκείνη την εποχή). Ο οικονομικός φιλελευθερισμός κατέρρεε και στη θέση του ερχόταν η προσπάθεια κρατικής ρύθμισης της οικονομίας. Όχι μόνο στα φασιστικά καθεστώτα (ή τη σταλινική Ρωσία) αλλά και στις ΗΠΑ του Ρούσβελτ η κρατική παρέμβαση θεωρήθηκε ότι μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο διαφυγής από την κρίση (ή τουλάχιστον να μετριάσει τις επιπτώσεις της). Τη δεκαετία του 1930 είχαμε επιπλέον, στις αστικές δημοκρατίες, τις πρώτες σοβαρές προσπάθειες νομιμοποίησης και ενσωμάτωσης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στους θεσμούς του αστικού κράτους κάνοντας παραχωρήσεις σε κάποιες εργατικές διεκδικήσεις. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, τη σημερινή σημαιοφόρο του νεοφιλελευθερισμού, τα πράγματα ήσαν διαφορετικά το 1930:
«[…] ο νόμος που καταρτίστηκε το 1935 […] έδωσε σειρά από επιδόματα στις Πολιτείες για λογαριασμό των ηλικιωμένων που είχαν ανάγκες, των ανήλικων εξαρ­τώμενων τέκνων, αλλά και για άλλους σκοπούς πρόνοιας. Επίσης, ο νόμος όριζε τα περί ενός ομοσπονδιακού-πολιτειακού συστήματος επιδομάτων ανεργίας και ενός υποχρεωτικού εθνικού συστήματος συντάξεων γήρατος στους κυριότερους βιομηχανικούς και εμπορικούς τομείς της οικονομίας.
[…]
«Ωστόσο, αυτό ήταν η αρχή. Αργότερα θα ακολουθούσαν η ασφάλιση υγείας, δηλαδή η πλήρως παρεχόμενη βοήθεια προς οικογένειες με εξαρ­τώμενα παιδιά, η παροχή στέγης στις χαμηλότερες εισοδηματικά οικογένει­ες και η χορήγηση επιδομάτων στέγασης, η επαγγελματική εκπαίδευση και άλλα επιδόματα πρόνοιας παρεχόμενα σε ανθρώπους με ανάγκες. Και όπως συνέβη αυτό στις Ηνωμένες Πολιτείες, έτσι συνέβη και σε όλες τις βιομηχα­νικές χώρες».
Η αιτία αυτών των παραχωρήσεων προς τους εργαζόμενους ήταν ότι η οικονομική κρίση είχε προκαλέσει πολιτική κρίση και ένα μαζικό κίνημα αντίστασης από την πλευρά της εργατικής τάξης που έφτανε ως την επανάσταση (Ισπανία) ή καταστάσεις που ενδεχομένως θα μπορούσαν να γίνουν προεπαναστατικές (Γαλλία 1936). Παράλληλα, η επιρροή της Ρωσικής Επανάστασης δεν είχε ακόμα ξεφτίσει (ως επακόλουθο της σταλινικής δικτατορίας) πράγμα που προκαλούσε την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης. Σε αυτή την κατ’ εξοχήν πολιτική κατάσταση ανταποκρινόταν η κρατική παρέμβαση στην οικονομία με παράλληλες παραχωρήσεις προς τον κόσμο της εργασίας.
Σήμερα, 80 χρόνια μετά, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική από τη δεκαετία του 1930. Παρά την κατευθυνόμενη προπαγάνδα των ΜΜΕ, η κρατική παρέμβαση στην οικονομία δεν καταργήθηκε ούτε επί νεοφιλελευθερισμού, συνεχίζει να υφίσταται και να επεκτείνεται όπως απέδειξε περίτρανα η κρίση του 2008-9. Ωστόσο αντί αυτό να οδηγεί σε παραχωρήσεις στον κόσμο της εργασίας οδηγεί, αντίθετα, σε ολοένα και μεγαλύτερη εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού. Που σημαίνει, όχι στη μείωση του ρόλου του κράτους στην οικονομία, αλλά στο να πληρώσουν οι εργαζόμενοι όλο το λογαριασμό της οικονομικής κρίσης: κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας, διαρκώς μειούμενοι μισθοί, απολύσεις χωρίς όριο.
Αυτή η πολιτική της άρχουσας τάξης γίνεται σε συνθήκες που δεν έχουν πολιτικό αντίστοιχο στη δεκαετία του 1930. Οι τωρινές συνθήκες είναι εντελώς πρωτότυπες.
Σήμερα, μετά την κατάρρευση των χωρών του κρατικού καπιταλισμού (των λεγόμενων «κομμουνιστικών κρατών») και την συνακόλουθη ταύτιση του σοσιαλισμού με αυτά τα κράτη στα μυαλά της πλειοψηφίας των εργαζομένων, την προσχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας στον σοσιαλφιλελευθερισμό, την «εξαφάνιση» από τον πολιτικό χάρτη της Αριστεράς σε χώρες όπως η Ιταλία, η αστική τάξη δεν αισθάνεται καμιά πίεση για να «μοιραστεί» με τις υποτελείς της τάξεις κάποια από τα βάρη της οικονομικής κρίσης. Όπου υπάρχουν κοινωνικές αντιδράσεις, επειδή ακριβώς δεν παίρνουν τις διαστάσεις που έπαιρναν οι εργατικές αντιστάσεις τη δεκαετία του 1930, οι πολιτικοί διαχειριστές της άρχουσα τάξης χρησιμοποιούν από τη μια τη «νόμιμη», «δημοκρατική» κρατική βία (δεν χρειάζεται [ακόμα] η ανοικτή προσφυγή σε δικτατορίες ή φασιστικά καθεστώτα) και από την άλλη το ψυχρό ιδεολόγημα: There is no alternative.
Να, λοιπόν, που βρίσκεται το βασικό λάθος στις αναγωγές της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας με αυτής της δεκαετίας του 1930. Αρκετοί στην Αριστερά μοιάζει να θεωρούν ότι μια οικονομική κρίση οδηγεί «αναπόφευκτα» σε κάποιας μορφής κρατικής ρύθμισης της οικονομίας και σε κάποιες κοινωνικές παροχές (για να μειωθούν οι κοινωνικές εντάσεις). Αυτό είναι το «πιστεύω», για παράδειγμα, των αριστερών κεϊνσιανών. Ωστόσο αυτό είναι λάθος. Όπως είπαμε και προηγούμενα, η κρατική παρέμβαση ουδέποτε σταμάτησε στην οικονομία σε όλες τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, παρά τα ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού. Χάρις την κρατική παρέμβαση, και μάλιστα με συντονισμό δράσης όλων των κεντρικών τραπεζών των ανεπτυγμένων χωρών, διασώθηκε το (ιδιωτικό) χρηματοπιστωτικό σύστημα στην κρίση του 2008-9. Όμως, το καπιταλιστικό κράτος πάντοτε παρεμβαίνει στην οικονομία για να διατηρηθεί το σύστημα, για να συνεχίσει να υπάρχει και να επεκτείνεται το ιδιωτικό κεφάλαιο, όχι για να το ανταγωνίζεται το κράτος ούτε για να το περιορίζει. Αν αυτή η παρέμβαση χρειάζεται να γίνει με (προσωρινές πάντοτε!) παραχωρήσεις στον κόσμο της εργασίας, λόγω πολιτικοκοινωνικής πίεσης από τους εργαζόμενους, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ο κανόνας. Το αντίθετο μάλιστα. Ο κανόνας είναι, όπως στις «φυσιολογικές» συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης οι εργαζόμενοι να «προσφέρουν» την εργατική τους δύναμη για να παραχθεί η υπεραξία για τους καπιταλιστές, έτσι και σε συνθήκες οικονομικής κρίσης «φυσιολογικά» πρέπει να είναι αυτοί που θα πληρώσουν το λογαριασμό.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι:
Από τις κυριότερες πλευρές μιας οικονομικής κρίσης είναι η ιδεολογική: ποιες ιδέες κυριαρχούν στα μυαλά των εργαζομένων, αυτές θα επικαθορίσουν όχι μόνο την ταξική πάλη, αλλά και τον τρόπο εξόδου από την οικονομική κρίση…
  
Η κρίση ως Αρμαγεδδών για τους μεν, ως ευκαιρία για τους δε…
Θα επανέλθω, επ’ ολίγον, στην οικονομία.
Προηγουμένως έγραφα ότι η τρέχουσα οικονομική κρίση δεν έχει φτάσει το βάθος της κρίσης του 1930. Αυτό είναι αληθές, αλλά η εικόνα, προφανώς, είναι εικόνα οικονομικής κρίσης.
Εντάξει, η εξελισσόμενη κρίση δεν έχει φτάσει στο σημείο του 1930, αλλά αυτό είναι, γενικά μιλώντας, «φυσιολογικό».
Το (οικονομικό) μέγεθος του κράτους σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερο από τότε, επομένως και πιο αποτελεσματικός ο ρόλος του ως σταθεροποιητικού παράγοντα για το σύστημα. Στο διάγραμμα που ακολουθεί φαίνεται η κατακόρυφη αύξηση των κρατικών δαπανών των ΗΠΑ:

Σήμερα υπάρχει διεθνείς συνεργασία και συντονισμός ανάμεσα στις κεντρικές τράπεζες και διεθνείς οργανισμούς (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.λπ.) όταν υπάρχει συστημικός κίνδυνος για τους καπιταλιστές. Ο σημερινός καπιταλιστικός κόσμος δεν έχει κατακερματιστεί όπως ο μεσοπολεμικός καπιταλισμός της δεκαετίας του 1930.
Ο παγκόσμιος καπιταλισμός, ωστόσο, το 2008-9 έφτασε ένα βήμα πριν τον γκρεμό. Επομένως, το σύστημα εξακολουθεί να το χαρακτηρίζει η άναρχη ανταγωνιστική φύση του καπιταλισμού που μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις το ίδιο το σύστημα. Οι αβεβαιότητες (για το ίδιο το σύστημα) στη σημερινή συγκυρία είναι πολλές. Η κρίση χρέους της ευρωπαϊκής «περιφέρειας» θα διαχυθεί στο κέντρο της Ε.Ε.; Θα επιβιώσει η ευρωζώνη όπως την ξέρουμε σήμερα; Τι επιπτώσεις θα είχε στον παγκόσμιο καπιταλισμό μια ενδεχόμενη διάσπαση της ευρωζώνης (πολύ περισσότερο μια διάλυσή της); Ποια θα είναι τα αποτελέσματα μιας νέας ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία επί της κινεζικής οικονομίας;
…και αρκετά άλλα αποτελούν άγνωστους-αβέβαιους παράγοντες. Όλα αυτά συμβάλλουν στο γενικότερο κλίμα ανασφάλειας για την εξέλιξη μιας οικονομικής κρίσης που έχει χαρακτηριστεί ως η «μεγαλύτερη από τη δεκαετία του 1930».
Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι επιμένουν να αναμένουν μια κρίση «ακριβώς παρόμοια του 1930» όπως άλλοι περιμένουν το… Πάσχα!
Και όμως. Μπορεί (με τις συντονισμένες παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών) να μην ζούμε τέτοιου είδους κρίση, ωστόσο το τίμημα για τον κόσμο της εργασίας είναι ήδη αντίστοιχου μεγέθους. Το επίπεδο της ανεργίας σε Ελλάδα και Ισπανία είναι ήδη συγκρίσιμο με της δεκαετίας του 1930. Στην Ισπανία οι άνεργοι έφτασαν τα 5,3 εκατομμύρια στο τέλος του 2011, δηλαδή ποσοστό 22,85%. Για τη δεκαετία 2010-2020 ο ΟΟΣΑ προδιαγράφει συνθήκες κοινωνικού κραχ για την ελληνική αγορά εργασίας. Προβλέπεται να δημιουργηθούν 104.000 νέες θέσεις εργασίας ενώ τη δεκαετία 2000- 2010 είχαν δημιουργηθεί 400.000 νέες θέσεις εργασίας.[11]
Στην καρδιά του κτήνους τα πράγματα για τους εργαζόμενους δεν είναι καλύτερα:
«Η τελευταία απογραφή στις ΗΠΑ αποκάλυψε ότι ο μισός πληθυσμός ζει είτε σε συνθήκες φτώχειας είτε πλησιάζει σε αυτά τα επίπεδα. Τα κουπόνια στα τρόφιμα έχουν γίνει το αγαπημένο νόμισμα των σούπερ μάρκετ της χώρας, με 430.434 Αμερικανούς να έχουν προστεθεί τον περασμένο μήνα στη μακροσκελή λίστα».[12]
Οι προβλέψεις για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας το 2012 είναι μάλλον ζοφερές. Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι η παγκόσμια οικονομία το 2012 βρίσκεται στα πρόθυρα νέας παγκόσμιας ύφεσης αντίστοιχης του 2008-9:
«Μια κλιμάκωση της κρίσης δεν θα φεισθεί κανενός».[13]
Οι προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας για την ευρωζώνη είναι ύφεση (-0,3%) και για τις αναπτυσσόμενες χώρες ανάπτυξη 5,4%, κάτω κατά 6% από τις προηγούμενες προβλέψεις.[14] Όλα αυτά δεν μπορεί παρά να επιδεινώσουν το ήδη υπαρκτό κοινωνικό κραχ στις καπιταλιστικές χώρες.
Η κρατική παρέμβαση μπορεί να απέτρεψε την οικονομική χρεωκοπία των ιδιωτών καπιταλιστών αλλά το τίμημα ήταν η εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του κόσμου της εργασίας. Χάρις σε αυτήν την ταξική επιτυχία για το κεφάλαιο η συνολικότερη εικόνα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι μονοσήμαντα δυσοίωνη. Παρά την υποβάθμιση στις αρχές του έτους από την Standard & Poor’s εννέα ευρωπαϊκών κρατών (συμπεριλαμβανομένων Γαλλίας και Αυστρίας) τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια παρουσίασαν άνοδο εκείνες τις μέρες. Παρά τους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία, υπάρχει η αισιοδοξία (στους καπιταλιστές) ότι οι θεσμοί του κράτους και οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση (σε βάρος των εργαζομένων φυσικά). Θα ήταν μη παραγωγικό (και αδιέξοδο) να αμφισβητήσουμε «από τα αριστερά» αυτή την αισιοδοξία των καπιταλιστών. Ο κόσμος της εργασίας πληρώνει ήδη βαρύ τίμημα, η συζήτηση θα ήταν ανούσια.
Από την ταξική αισιοδοξία των καπιταλιστών προκύπτει ένα κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα. Η κρίση ως ευκαιρία για τους καπιταλιστές για να βαθύνουν το νεοφιλελευθερισμό. Προς τούτο προβάλλουν ότι οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική (του νεοφιλελευθερισμού) οικονομική πρόταση οδηγεί σε «αναπόφευκτο οικονομικό Αρμαγεδδώνα»:
«Όσο όμως κι αν η Standard & Poor’s να έπληξε την ευρωζώνη με την υποβάθμιση των εννέα κρατών, δίνοντας τροφή σε σενάρια για αμερικανικό δάκτυλο, η αλήθεια είναι πως η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (και όχι κάποιο δευτεροκλασάτο ευρωπαϊκό όργανο) έχει συνειδητά και σχεδιασμένα με τις πράξεις και τις παραλείψεις της δώσει τη δυνατότητα στους αμερικανικούς οίκους αξιολόγησης να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά της ΕΕ τόσο απροκάλυπτα.
[…]
Πίσω από αυτή την ολιγωρία δεν υπάρχουν τεχνικές δυσκολίες. Αν κάτι διακρίνεται είναι η τεράστια διευκόλυνση που προσφέρουν οι οίκοι αξιολόγησης στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη λειτουργώντας σαν φόβητρο που διευκολύνει την εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας. Χωρίς μάλιστα να συνοδεύεται κι από πολιτικό κόστος, που περνάει στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Σε αυτό το πλαίσιο οι υποβαθμίσεις, επιταχύνοντας την υιοθέτηση των πολιτικών λιτότητας, παρά μάλιστα το οικονομικό κόστος που προκαλούν, περισσότερο μοιάζουν με ανέλπιστο δώρο παρά με χτύπημα κάτω από τη ζώνη».[15]
Η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί την ιδεολογική τρομοκρατία ότι αν εγκαταλειφθεί ο νεοφιλελευθερισμός οδηγούμαστε σε «κρίση αντίστοιχη του 1930» με αποτέλεσμα «οικονομικό εθνικισμό» και «κίνδυνο φασισμού και πολέμου». Χρησιμοποιεί την ωμή βία της ανεργίας, της φτώχειας, του κοινωνικού αποκλεισμού, των αστέγων που αυξάνονται στους δρόμους, για να ξεπουληθούν σε τιμές ευκαιρίας η δημόσια περιουσία, τα συστήματα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας να εξανεμισθούν, οι μισθοί να πετσοκοπούν.
Η ακολουθούμενη λοιπόν οικονομική πολιτική δεν είναι το «αναπόφευκτο» αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, κάποιων «σιδηρών νόμων» της οικονομίας. Για τον κόσμο της εργασίας τα κρίσιμα ζητήματα είναι βαθύτατα πολιτικά. Οι αντιθέσεις, οι κοινωνικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 2008-9 είναι ήδη εδώ, δεν χρειάζεται να οξυνθούν «ακόμα περισσότερο» προσεγγίζοντας με ακρίβεια τις συνθήκες της δεκαετίας του 1930. Αυτό που είναι το ζητούμενο είναι μαζικές αντιστάσεις που να καταφέρουν να επιτύχουν νίκες, να αντιστρέψουν κυβερνητικές πολιτικές. Χρειάζεται πίστη σε μια άλλη κοινωνία, εργατικού ελέγχου και δικαιοσύνης. Αυτά αναζητούνται και… δεν είναι εύκολα…
Άγγελος Καλοδούκας

Σημειώσεις


[1] Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, Το μεγάλο κραχ τον 1929, «Νέα Σύνορα» – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2000.

[7] Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση, Ετήσια Έκθεση 2011, Ινστιτούτο εργασίας ΓΣΕΕ – AΔΕΔΥ.
[9] Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, Το μεγάλο κραχ τον 1929.

[15] http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2012-01-16-23-56-26-2012011648904/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου