Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Αντι - Αντιιμπεριαλισμός

Δημοσιεύουμε ένα παλιότερο (Αύγουστος 2015) άρθρο του Sam Charles Hamad από το blog  TUMBLEWEED, μια καίρια ανάλυση του κούφιου αντιιμπεριαλισμού σταλινικής εμπνεύσεως που μαστίζει την παγκόσμια αριστερά.
Μετάφραση: Παραναγνώστης


Όσοι ασχολούνται με το συριακό επαναστατικό πόλεμο θα είναι παραπάνω από εξοικειωμένοι με την παλιά γραμμή, σχεδόν αποκλειστικά επαναλαμβανόμενη από αριστερούς και αντιιμπεριαλιστές της κακιάς ώρας, ότι δεν μπορούν να υποστηρίξουν τους Σύρους αντάρτες διότι απλούστατα «υποστηρίζονται από τον ιμπεριαλισμό». Στην ακόμα πιο ωμή και άμεσα ανταγωνιστική μορφή της, η αφήγηση λέει ότι οι αντάρτες είναι «εντολοδόχοι του ιμπεριαλισμού» ή ανδρείκελα δυνάμεων που θεωρείται πως βρίσκονται σε λάθος «στρατόπεδο», όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Κατάρ. Η λογική αυτή είναι εγγενώς ανορθολογική ή / και εντελώς δόλια.

Πρώτον, συνήθως εφαρμόζεται όχι ως κάποιου είδους αυθεντική αναλυτική θέση, αλλά μάλλον ως απλό μέσο για να αρνηθούν την υποστήριξη ή καν το απλό ενδιαφέρον για τους Σύρους αντάρτες και την συριακή επανάσταση γενικά. Είναι μια θέση που διαμορφώνεται μάλλον από την αντεπανάσταση, τον ευρωκεντρισμό και τον απομονωτισμό παρά από οποιαδήποτε μορφή προοδευτισμού. Μια θέση που σε διάφορες περιπτώσεις, εμφιλοχωρεί στον σεχταρισμό, στις διάφορες μορφές σοβινισμού και ισλαμοφοβίας, τα οποία και προφανώς καθιστά αποδεκτά εντός του πεδίου εφαρμογής αυτού του είδους του «αντιιμπεριαλισμού» και του πλαισίου της Συρίας.


Δεύτερον, είναι ποιοτικά και ποσοτικά παραπλανητική και, σε ορισμένες περιστάσεις, χωρίς νόημα ως περιγραφή του είδους της υποστήριξης που έχουν λάβει οι δυνάμεις των ανταρτών από χώρες που θεωρούνται «ιμπεριαλιστικές» κατά τη διάρκεια του επαναστατικού πολέμου στη Συρία. Ενώ είναι εντελώς αληθές ότι ορισμένες ταξιαρχίες ανταρτών έχουν λάβει οπλισμό από χώρες όπως οι ΗΠΑ, η πραγματική λειτουργία των ΗΠΑ υπήρξε αυτή του επιδιαιτητή για το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να λάβουν οι αντάρτες από άλλες χώρες, και συγκεκριμένα από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τη Λιβύη.

Για παράδειγμα, όπως έχει τεκμηριωθεί, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλλει στις δυνάμεις των ανταρτών εμπάργκο αντιαεροπορικών MANPAD. Τα όπλα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση της πολεμικής αεροπορίας του Άσαντ (όπως έγινε με τον Καντάφι στη Λιβύη). Μιας αεροπορίας του Άσαντ η οποία, εκτός από το ότι είναι το κύριο μέσο που χρησιμοποιεί το καθεστώς για να τρομοκρατήσει περιοχές αμάχων δημιουργώντας έτσι το πρόβλημα της μαζικής προσφυγιάς, έχει μέχρι τα τώρα, και με συνεπή τρόπο, δώσει στο καθεστώς το πάνω χέρι στο πεδίο της μάχης. Μόνο που, σύμφωνα με τον ιδιαίτερο τρόπο σκέψης των ΗΠΑ, τα MANPAD, θα μπορούσαν επίσης να στραφούν, σε άλλες περιστάσεις, εναντίον των περιφερειακών συμμάχων τους, δηλαδή του Ισραήλ.

Αλλά όλα αυτά συσκοτίζουν το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των Σύρων ανταρτών δεν έχουν εξοπλιστεί από τον «ιμπεριαλισμό», με κανέναν τρόπο, σχήμα ή μορφή. Αυτή τη στιγμή, ενώ ο Μπαράκ Ομπάμα άρχισε να επικεντρώνει πλήρως την προσοχή των ΗΠΑ στην άνοδο της Daesh κάποιοι τον κατηγορούν ότι έμμεσα την διευκολύνει, παραλείποντας να εξοπλίσει τους «μετριοπαθείς» αντάρτες. Οι κατηγορίες ήταν σωστές - οι ΗΠΑ απλώς παρατηρούσαν ενόσω η Daesh καταλάμβανε τις θέσεις των πενιχρά εξοπλισμένων ανταρτών, και δεν έκαναν κυριολεκτικά τίποτα, όταν οι αντάρτες εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της σημειώνοντας επιτυχίες μέχρις ότου έχοντας ξεπεράσει τις δυνατότητές τους αιφνιδιάστηκαν από τις δυνάμεις του καθεστώτος Άσαντ, οι οποίες,υποστηριζόμενες από τη Χεζμπολάχ και τις Ιρανικής έμπνευσης και χρηματοδότησης υπερ-σεκταριστικές σιιτικές πολιτοφυλακές, όπως η Badr και η Asayib Ahl al-Haq κατέλαβαν τη Yabroud. Ο Ομπάμα, με εξαιρετική όπως πάντα πανουργία όταν πρόκειται να αποφύγει ζητήματα αρχών και λογοδοσίας, αντέκρουσε την ιδέα ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν υποστηρίξει αρκετά τους αντάρτες, χλευάζοντας την ιδέα ότι αυτοί οι αντάρτες θα μπορούσαν ποτέ να είναι μια νόμιμη μάχιμη δύναμη ικανή να σταματήσει τη Daesh, και απορρίπτοντάς τους συλλήβδην και κατά παροιμιώδη τρόπο ως «γεωργούς και φαρμακοποιούς».

Κατά μία έννοια, ο πρόεδρος δεν έκανε λάθος. Οι αντάρτες αποτελούνται ως επί το πλείστον από εθελοντές πολίτες που πήραν τα όπλα μετά από τις στρατιωτικές προσπάθειες του καθεστώτος να συντρίψει την πολιτική εξέγερση, ενώ ο πυρήνας τους περιλαμβάνει δεκάδες χιλιάδες λιποτάκτες στρατιώτες του Συριακού Αραβικού Στρατού (ΣΑΣ). Η συντριπτική πλειοψηφία του οπλισμού που χρησιμοποιούν οι δυνάμεις αυτές, είναι όσα οι λιποτάκτες κατάφεραν να πάρουν μαζί τους από τον ΣΑΣ, τα λάφυρα από το πεδίο της μάχης, ή όσα άρπαξαν με επιδρομές από στρατιωτικές βάσεις.

Θυμάμαι που μιλούσα μ' ένα φίλο που πολέμησε σε κάποια ταξιαρχία του Ελεύθερου Συριακού Στρατού στη Δαμασκό και στη γύρω περιοχή. Φτάσαμε στο θέμα του πώς οι «φίλοι» μου –εννοώντας τους συναγωνιστές μου της αριστεράς– στη Δύση αντιλαμβάνονταν την επανάσταση. Του είπα ευθέως ότι πολλοί από αυτούς ήταν πεπεισμένοι πως άνθρωποι σαν τον ίδιο ήταν εντολοδόχοι του ιμπεριαλισμού και πως είχαν εξοπλιστεί από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις - Inshallah, ήρθε η κάπως σαρκαστική απάντηση.

Και αυτό με φέρνει στο επόμενο σημείο. Ποιο ακριβώς θα ήταν το πρόβλημα εάν οι Σύροι αντάρτες έπαιρναν όπλα από τον «ιμπεριαλισμό»; Οι μόνοι άνθρωποι που το βρίσκουν προβληματικό είναι οι άνθρωποι για τους οποίους η προμήθεια όπλων δεν πρόκειται να τεθεί ποτέ ως πρόβλημα. Αυτό μπορεί να ακούγεται σαν ένας φτηνός ισχυρισμός, όμως είναι παρ' όλα αυτά, ένας εύλογος φτηνός ισχυρισμός. Για πολλούς ανθρώπους, «ιμπεριαλισμός» είναι μια λέξη που τόσο συχνά χρησιμοποιούν, αλλά σπάνια κατανοούν το νόημά της στην πράξη και σε πλαίσια που υπερβαίνουν είτε την υστερική εύκολη καταγγελία και συνθηματολογία, είτε συχνά την εξίσου εύκολη ακαδημαϊκή αποστασιοποίηση.

Αντικείμενο της διαμαρτυρίας εδώ δεν είναι διόλου ο «ιμπεριαλισμός», αλλά μάλλον μια υπεραπλουστευτική κοσμοθεωρία στην οποία το κάθε τι υπάρχει σε μόνιμη αφαίρεση στην αναφορά του προς το δόγμα και προς την παρηγοριά από τη σύγχυση που βρίσκουν οι άνθρωποι σε τέτοια δόγματα. Μαζί με αυτό είναι και τα μικρομάγαζα, οι ευκαιρίες και οι επικερδείς παρέες που σχετίζονται με την «αριστερή» υποκουλτούρα, οι οποίες δεν επιτρέπουν παρά ένα πολύ στενό φάσμα διαφωνίας πάνω σε πολύ πλατιά γκάμα θεμάτων που έχουν να κάνουν με τον «ιμπεριαλισμό», ανάμεσα στα οποία η Συρία είναι σχετικά μικρής σημασίας (άγνοια βασιλεύει), αλλά και όπου τα πάντα, από την επιτυχή ζώνη απαγόρευσης πτήσεων του ΝΑΤΟ στη Λιβύη μέχρι το να δοθούν σε λιγότερο από 500 αντάρτες σαρανταπεντάρια πιστόλια Colt και κιάλια, τσουβαλιάζονται μαζί με την εισβολή και την κατοχή του Ιράκ από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε αυτές τις περιστάσεις, δεδομένης της πολύπλοκης φύσης του παγκόσμιου ανταγωνισμού και της αλληλεπίδρασης μεταξύ των εθνικών κρατών και των διάφορων ηγεμονικών παραγόντων, η τάση δεν είναι για μια νέα εποχή θεωρητικής αποκρυστάλλωσης σχετικά με το θέμα του ιμπεριαλισμού στη βάση των πραγματικών αγώνων που δίνονται μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αλλά μάλλον μια υποχώρηση είτε προς τον προαναφερθέντα δογματικό συντηρητισμό ή / και σε παράλογες, αντιδραστικές θεωρίες συνωμοσίας. Το Russia Today και το Press TV φαντάζουν πια απολύτως λογικά. Προπαγάνδα που σερβίρεται ως αντίδοτο στην εμπεδωμένη προπαγάνδα (για την οποία οφείλουμε ευχαριστίες στους κ.κ. Μπους και Μπλερ και στα ανύπαρκτα ιρακινά τους όπλα μαζικής καταστροφής).

Σε τέτοια συγκείμενα, ο συριακός απελευθερωτικός αγώνας μπορεί μόνο να υποτάσσεται σε αυτά τα ποταπά έργα. Επιπλέον, ψευδείς ιστορικές αναλογίες, συνήθως η κατάληψη του Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν (ένα γεγονός που η Αριστερά έχει διαποτίσει με τόση συγκεχυμένη μυθολογία, ώστε είναι μία από τις περιοχές της ιστορίας που απλώς έχουν αποικιστεί από τη μυθοπλασία), ανασύρονται από τα πιο σκοτεινά, δύσοσμα και σπηλαιώδη μέρη για να αρθρώσουν περαιτέρω την ιδέα ότι οι σχέσεις της συριακής αντιπολίτευσης με τους «ιμπεριαλιστές» είναι μέρος κάποιας μεγάλης ειδεχθούς συνωμοσίας.

Μετατρέπει την αναγκαιότητα σε μια πολιτική σχέση που ούτε υπαρκτή είναι ούτε έχει νόημα σε υλικούς όρους. Το επιχείρημά μου από τότε που ξεκίνησε ο επαναστατικός πόλεμος ήταν ότι οι αντάρτες θα χρειαζόταν να αναζητήσουν όπλα από όπου μπορούν. Δεδομένου ότι ούτε υπάρχει ούτε και υπήρξε ποτέ κάποιο αντιιμπεριαλιστικό μπλοκ, παρά μάλλον μόνο ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά και ηγεμονικά περιφερειακά μπλοκ, αυτό σημαίνει ότι η συριακή αντιπολίτευση θα αναγκαζόταν να στραφεί προς τα δυτικά κράτη, εκείνα τα οποία θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να παράσχουν τα καλύτερα όπλα στις μεγαλύτερες ποσότητες.

Τι σημαίνει λοιπόν «αναγκαιότητα» σε αυτό το πλαίσιο; Θα βρούμε ένα πολύ καλό παράδειγμα, αν συγκρίνουμε συνοπτικά τις διαφορές στην ποιότητα και την ποσότητα της βοήθειας που έλαβαν οι αντάρτες από τη μια, και το καθεστώς από την άλλη. Οι Σύροι αντάρτες, που έπρεπε να αρχίσουν από το μηδέν –διέθεταν έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό βαρέων όπλων, καθόλου βαρέα οχήματα, ούτε συνεκτικές διοικητικές δομές και μια πολύ περιορισμένη ποσότητα εξοπλισμού επικοινωνιών– έχουν λάβει περίπου 3 δισ. δολάρια σε ενισχύσεις από το Κατάρ στα χρόνια 2012–2013, ενώ η Σαουδική Αραβία έκανε ακανόνιστες αποστολές, ως επί το πλείστον ελαφρού οπλισμού, από τα τέλη του 2012.

Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις του καθεστώτος Άσαντ, όντας ήδη μέρος ενός λειτουργικού κράτους –διαθέτοντας τεράστια αποθέματα όπλων (συμπεριλαμβανομένων χημικών και βιολογικών όπλων), με χιλιάδες άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα, μια βάναυσα αποτελεσματική πολεμική αεροπορία, διακριτές και καλά διοικούμενες δομές διοίκησης και τελευταίας τεχνολογίας εξοπλισμό επικοινωνιών– έχουν λάβει οικονομική και στρατιωτική βοήθεια αξίας 15 δισ. δολαρίων από το Ιράν μόνο τη χρονιά 2013–2014. Το ποσό αυτό, δεν περιλαμβάνει ούτε τη φυσική επέμβαση των ιρανικών δυνάμεων, είτε πρόκειται για τους Φρουρούς της Επανάστασης και την πολιτοφυλακή Basij, είτε για διάφορες ιρανοκίνητες ιρακινές πολιτοφυλακές και μισθοφόρους από το Αφγανιστάν και τη Νότια Ασία, ούτε και τη Χεζμπολάχ, μια άλλη ιρανικής χρηματοδότησης στρατιωτική δύναμη που έχει εισβάλει στη Συρία. Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι η παρέμβαση του Ιράν στη Συρία ξεκίνησε από τους δύο πρώτους ήδη μήνες της επανάστασης, πριν καν έστω κι ένα όπλο σηκωθεί ενάντια στις δυνάμεις του καθεστώτος, και από τότε ολοένα και κλιμακώνεται.

Με τέτοια επίπεδα απόκλισης και σχετικά μιλώντας, το ποσό της βοήθειας προς τους Σύρους αντάρτες από τους «Φίλους της Συρίας» υπήρξε ισχνό. Ξέρουμε ήδη τι μπορούν να κάνουν οι χώρες του Κόλπου όταν το βάλουν στο μυαλό τους. Το έχουμε δει ήδη στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης, με τη μορφή των δυνάμεων της Ασπίδας της Χερσονήσου (κοινή στρατιωτική δύναμη του ΣΣΚ, Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου - Gulf Cooperation Council ) στη σύντομη αντεπαναστατική τους επέμβαση για λογαριασμό του καθεστώτος του Μπαχρέιν, καθώς και στην τρέχουσα μεγάλης κλίμακας ωμή επέμβαση του Αλ-Σαούντ εναντίον του Ansar Allah στην Υεμένη. Επιπλέον, στο Ιράκ και τη Συρία, βόμβες και πύραυλοι από αεροπλάνα της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Εμιράτων πέφτουν τώρα στις θέσεις του Daesh, επιχειρώντας στον ίδιο εναέριο χώρο με την πολεμική αεροπορία του Άσαντ, η οποία παραμένει ανέγγιχτη, ενώ οι χερσαίες δυνάμεις του, συνεχίζουν τις βάναυσες επιχειρήσεις τους με ασφάλεια, γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ αεροπορική επίθεση εναντίον τους.

Το ΣΣΚ, σάμπως για να διανθίσει με ειρωνεία την στάση του, συμμετέχει στην επέμβαση της αμερικανικής συμμαχίας στο Ιράκ και τη Συρία εξ ονόματος ενός από τους μείζονες συμμάχους του Άσαντ, δηλαδή του σεκταριστικού ιρακινού καθεστώτος. Αν οι κινούμενες και χρηματοδοτούμενες από το Ιράν πολιτοφυλακές, ηγούνται της αντεξέγερσης στο έδαφος, επωφελούμενες από τις αεροπορικές επιδρομές του ΣΣΚ, χωρίς εντούτοις τη συνεχιζόμενη κυριαρχία του Ισλαμιστικού κόμματος Dawa στο Ιράκ, το Ιράν δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να ξεκινήσει την επέμβασή του υπέρ του καθεστώτος Άσαντ. Φίλοι της Συρίας; Με πολύ περίεργο τρόπο το δείχνουν!

Μόνο από τη στιγμή που τα αεροπλάνα του ΣΣΚ και των ΗΠΑ θα άρχιζαν να πλήττουν Μπααθικούς στόχους, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε στα σοβαρά για υποστήριξη των ανταρτών από τον Κόλπο ή από τη «δύση» με τους ίδιους όρους που το Ιράν υποστηρίζει τον Άσαντ. Νομίζω ότι μπορούμε με ασφάλεια να θεωρούμε ότι αυτή η στιγμή δεν θα έρθει ποτέ.

Εκεί όπου οι αντάρτες έχουν το πάνω χέρι στον πόλεμο ήταν μόνο στο ανθρώπινο δυναμικό, πράγμα που διαλύει ακόμα μία από τις αφηγήσεις που υιοθέτησαν μερικοί από την αντιιμπεριαλιστική αριστερά - ότι το πρόβλημα στη Συρία είναι πως το καθεστώς Άσαντ έχει πράγματι μαζική λαϊκή βάση, ενώ η επανάσταση εξάντλησε τη δυναμική της. Αυτό δεν ήταν πραγματικά ποτέ αλήθεια, αλλά ακόμα κι αν ήταν, θα αποτελούσε μεν ένα σημαντικό σημείο ανάλυσης της κατάστασης, δεν θα ακύρωνε πάντως την υπόθεση αυτών των δυνάμεων που γυρεύουν να ανατρέψουν την εγκληματική μπααθική τυραννία.

Αλλά, για να επαναλάβω, ισχύει το αντίθετο. Από τους επαναστάτες δεν λείπουν οι ντόπιοι πρόθυμοι να πολεμήσουν για την ελευθερία των κοινοτήτων τους και της χώρας, ενώ αντίθετα το πρόβλημα του ανθρώπινου δυναμικού του Άσαντ έχει φθάσει σε τέτοια οξύτητα που πρόσφατα προχώρησε στο ολωσδιόλου άνευ προηγουμένου διάβημα να το αναφέρει σε μια δημόσια ομιλία του. Μιλώντας σχετικά με την αύξηση των ιρανικών στρατιωτικών δυνάμεων και των ξένων τζιχαντιστικών πολιτοφυλακών, δήλωσε ότι «η Συρία δεν είναι για εκείνους με συριακή ταυτότητα ή διαβατήριο, αλλά για εκείνους που την υπερασπίζονται». Όπως ήταν μοιραίο, οι αντάρτες έχουν αφθονία ανθρώπινου δυναμικού αλλά εξαιρετικά περιορισμένους πόρους, ενώ το καθεστώς έχει μια αφθονία πόρων αλλά εξαιρετικά περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Είναι απολύτως αληθές ότι η άνοδος του Daesh χρησίμευσε για να στερεοποιηθεί η βάση του καθεστώτος (όχι όμως χωρίς περιπλοκές, εξ ου και οι διαφωνίες μεταξύ των Αλεβιτών) αλλά, με δεδομένη την θρησκευτική δομή του μπααθικού ασφαλίτικου κράτους, το ζήτημα ούτως ή άλλως θα ήταν πως η κατάρρευση όλων αυτών των πραγμάτων, θα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την διείσδυση της επανάστασης στη μειονότητα των Αλεβιτών. Αυτό είναι εντελώς προφανές ότι δεν μπόρεσε να γίνει - είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίον ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος. Αλλά για εκείνους που προβάλλουν το γελοίο ισχυρισμό, όπως το κάνουν ορισμένοι, ότι η πλειοψηφία των δυνάμεων και των υποστηρικτών του Άσαντ είναι σουνίτες Σύριοι, παραθεωρεί εντελώς την προφανή σεκταριστική και κοινοτιστική βάση των Δυνάμεων Εθνικής Άμυνας (ΔΕΑ, NDF) που διεξάγει το μεγαλύτερο μέρος της μάχης, σε σύγκριση με τον αισθητά μειωμένο ΣΑΣ, ο οποίος περιλαμβάνει εξαιρετικά πιστές και με αλεβιτική ηγεσία ταξιαρχίες (συχνά διοικούμενες κατά κυριολεξία, από τα μέλη της δυναστείας των Άσαντ) να αναλαμβάνει το ρόλο της συμπληρωματικής δύναμης.

Η αληθινή έκταση αυτού του ελλείμματος ανθρώπινου δυναμικού γίνεται καθαρότερα διακριτή κατά δύο τρόπους:

1) Το γεγονός ότι ο Άσαντ χρειάστηκε να αποστρατεύσει τα 2/3 του υπό αλεβιτική ηγεσία, αλλά κυρίως σουνιτικού ΣΑΣ, προτιμώντας να στηρίζεται στις τυφλά πιστές μεραρχίες, συχνά διοικούμενες από ξαδέρφια και φίλους του, ενώ χρησιμοποίησε επίσης μια τακτική που τελειοποίησε πρώτος ο πατέρας του Χαφέζ αλ -Άσαντ κατά την τελευταία παρατεταμένη περίοδο κρατικής σφαγής από το καθεστώς Άσαντ, την συντριβή δηλαδή της εξέγερσης υπό την ηγεσία της μουσουλμανικής αδελφότητας στη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τότε τυφλά πιστές ταξιαρχίες και διοικητές προσαρτήθηκαν σε τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις, αποτελούμενες κυρίως από Σουνίτες, συμπληρούμενες από τάγματα θανάτου Σαμπιχά. Αυτή η τακτική, απέτρεψε τότε λιποταξίες περιορίζοντάς τες στο ελάχιστο.

Ωστόσο, όταν κατά τη διάρκεια μιας λαϊκής επανάστασης γίνεται απαραίτητη μια «αντι-εξεγερτική» στρατηγική που περιλαμβάνει εθνοκάθαρση των σουνιτών και μαζικές δολοφονίες αμάχων, η αποσάθρωση του καθεστώτος μπορεί να ανακοπεί μέχρι κάποιου σημείου. Έτσι όταν κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, ο Άσαντ χρησιμοποίησε σε μεγαλύτερη αναλογία τον ΣΑΣ, εκδηλώθηκε ένα κύμα λιποταξίας (που οδήγησε στη δημιουργία του Ελεύθερου Συριακού Στρατού το 2012). Τότε λοιπόν, χρειάστηκε να αποστρατευθεί το μεγαλύτερο μέρος του ΣΑΣ. Αντί να χρησιμοποιήσει απλώς δυνάμεις Σαμπιχά, ο Άσαντ αναγκάστηκε να κάνει το άνευ προηγουμένου βήμα, να επιτρέψει στο Ιράν να δημιουργήσει και να εκπαιδεύσει μια σούπερ-Σαμπιχά, τις γνωστές Δυνάμεις Εθνικής Άμυνας (ΔΕΑ, NDF) που έχουν βασικά συσταθεί ως εναλλακτική του σοβαρά εξασθενημένου ΣΑΣ, και οι οποίες χτίστηκαν σε εντελώς σεχταριστική και κοινοτιστική βάση. Αλλά ακόμα και τώρα, οι λίγες σουνιτικές ταξιαρχίες που χρησιμοποιήθηκαν μαστίζονται από αποστασίες και λιποταξίες, ενώ η δεξαμενή των στρατευσίμων έχει, λόγω της ευρύτατης φυγοστρατίας, στραγγίξει μέχρι σημείου ανυπαρξίας. Πιο ανησυχητικό είναι όμως για τον Άσαντ, ότι αυτή η έλλειψη συναίνεσης γίνεται επίσης κοινός τόπος μεταξύ των αλεβιτών, της μόνης σταθερής βάσης του.

2) Το 2014, μετά την άνοδο του Daesh και τον κατακερματισμό του Ελεύθερου Συριακού Στρατού εξαιτίας εσωτερικών διαιρέσεων που γέννησε η έλλειψη πόρων και οι φατριαστικές διαμάχες, οι αντάρτες βρίσκονταν σε πλήρη αποδιοργάνωση. Το καθεστώς του Άσαντ βρισκόταν συνεχώς στην επίθεση –τα φερέφωνα του μπάαθ, του ιρανικού καθεστώτος και της Χεζμπολάχ, όλοι δήλωναν πως ο πόλεμος είχε κερδηθεί, ενώ μερικοί από τους φιλοασαντικούς αριστερούς πανηγύριζαν ότι το καθεστώς φαινόταν να θριαμβεύει επί «των τρομοκρατών» (με τι μούτρα αυτοί οι άνθρωποι θα επέκριναν πάλι τους «νεοσυντηρητικούς»;) όπως πανηγύριζαν και τον «εκλογικό» θρίαμβο του Άσαντ. Όλοι επικεντρώνονταν στις νίκες του καθεστώτος σε μέρη όπως η Χομς, αντί να διερευνούν μάλλον τη φύση αυτών των νικών. Απείχαν πολύ από την ολοκληρωτική νίκη. Το περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό του καθεστώτος και η εξάρτησή του από ξένους μαχητές σήμαινε ότι αυτές οι νίκες επρόκειτο μόνο να περιοριστούν σε περιοχές κλειδιά - δεν υπήρχε καν νίκη. Καμιά σημαντική εξέλιξη. Απλά προσωρινές μετατοπίσεις αδιεξόδων σε διάφορα θέατρα του πολέμου.

Αυτή η περίοδος της υποτιθέμενης επικράτησης του καθεστώτος Άσαντ θα ήταν ήδη αξιοσημείωτη για το γεγονός ότι, παρόλο που οι αντάρτες βρίσκονταν στη χειρότερή τους στιγμή, αντιμέτωποι εκτός από το καθεστώς και με έναν μικρότερο, αλλά πάντως θανάσιμο, φασισμό με τη μορφή του Daesh, το καθεστώς δεν κατάφερε κάποια μεγάλη κεφαλαιοποίηση. Ο λόγος είναι απλός: δεν διέθετε το ανθρώπινο δυναμικό ή τη λαϊκή υποστήριξη για να την επιτύχει. Για να πάρει πίσω το καθεστώς Άσαντ ολόκληρη τη Συρία, θα χρειαζόταν πιθανότατα μια μαζική εισβολή στα εδάφη της χώρας από τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις και τις ιρανοκίνητες πολιτοφυλακές. Αυτό, φυσικά, δεν θα συμβεί ποτέ.

Πουθενά δεν μπορεί αυτό να φανεί πιο καθαρά παρά στο Ελεύθερο Χαλέπι, όπου το καθεστώς, υποστηριζόμενο από τις ξένες δυνάμεις εισβολής των Φρουρών της Ιρανικής Επανάστασης, της Χεζμπολάχ, των σεχταριστών τρυπανιστών κρανίων της Asayib Ahl al-Haq και διάφορων μισθοφορικών στρατευμάτων, όχι μόνο απέτυχε να καταλάβει το πετράδι του στέμματος της επανάστασης, αλλά προκάλεσε μια επιτυχημένη αντεπίθεση των ανταρτών.

Μάλιστα, αμέσως μετά την αυτοαποκαλούμενη «νίκη» του καθεστώτος, οι αντάρτες άρχισαν μια νέα τακτική σχηματισμού κοινών στρατηγείων, φέρνοντας σε συνεργασία συχνά ανομοιογενείς ιδεολογικά δυνάμεις, με μοναδικό σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος και την εκδίωξη των δυνάμεων εισβολής, είτε πρόκειται για το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος, ή για την Ισλαμική Δημοκρατία, είτε για το αυτοαποκαλούμενο χαλιφάτο ή το αυτοαποκαλούμενο Κόμμα του Θεού. Αυτή είναι η τακτική που τους επέτρεψε να υπερασπιστούν το Ελεύθερο Χαλέπι και να κερδίσουν θέσεις από το καθεστώς, οδηγώντας τους στη σημερινή επίθεση υπό την ηγεσία του κοινού επιχειρησιακού κέντρου που ονομάζεται Φατάχ Χαλάμπ (Κατάκτηση του Χαλεπίου), το οποίο περιλαμβάνει ένα πλήθος επαναστατικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των υποστηρικτών της Ισλαμικής δημοκρατίας Liwa Al-Tawhid (Ταξιαρχία Ενότητα) και αρκετών κοσμικών εθνικιστικών ταξιαρχιών του FSA.

Οι δυνάμεις αυτές, μακριά από το να «υποστηρίζονται από τον ιμπεριαλισμό», έχουν καταφέρει να συνενωθούν στη βάση της αυτάρκειας, της ενοποίησης των πόρων τους και της ιεράρχησης των κοινών τους στόχων, πέρα από ιδεολογικές σοφιστείες, με στόχο την απελευθέρωση του Χαλεπίου τόσο από τη Daesh όσο και από το καθεστώς Άσαντ.

Τον Μάρτιο του 2015, στην Idlib, είδαμε να συμβαίνει ένα παρόμοιο φαινόμενο όταν το νεοσυσταθέν κοινό στρατηγείο της Jaish Al-Fatah (Στρατός Κατάκτησης), με επικεφαλής το σκληροπυρηνικό ισλαμιστικό Ahrar ash-Sham (Ελεύθεροι άνθρωποι του Λεβάντε), αλλά που περιλαμβάνει και δημοκρατικές δυνάμεις, όπως η Faylaq ash-Sham (Λεγεώνα σαμ), απελευθέρωσε την πόλη της Idlib από τις ΔΕΑ, τον ΣΑΣ και τη Χεζμπολάχ.

Ενώ οι περισσότεροι Σύριοι πανηγύρισαν αυτή την είδηση, οι περισσότεροι «αντιιμπεριαλιστές», είτε αγνόησαν παντελώς αυτό το σημάδι πως η επανάσταση ήταν ζωντανή και υγιής ή, ακολουθώντας τα ισλαμοφοβικά δυτικά μέσα ενημέρωσης, θρήνησαν το γεγονός ότι η «Αλ Κάιντα» είχε καταφέρει άλλο ένα πλήγμα κατά του καθεστώτος Άσαντ. Θυμάμαι που έβλεπα βίντεο όπου άμαχοι στην Idlib πανηγύριζαν καθώς οι μαχητές της Jaish Al-Fatah έμπαιναν στην πόλη, κατεδαφίζοντας αγάλματα του Χαφέζ αλ-Άσαντ και σημαίες του καθεστώτος και της Χεζμπολάχ, και απελευθερώνοντας φυλακισμένους από τα μπουντρούμια του καθεστώτος. Οι πανηγυρισμοί στα βίντεο βρίσκονταν σε πλήρη αντίστιξη τόσο προς το βαρύ τόνο της ειδησεογραφικής κάλυψης από τα δυτικά ΜΜΕ όσο και προς τον τόνο μιας ακόμα πιο υστερικής φιλοασαντικής αριστεράς.

Η πηγή αυτής της βλοσυρής υποδοχής της απελευθέρωσης της Idlib ήταν το γεγονός ότι η Jaish Al-Fatah περιλαμβάνει ταξιαρχίες που συνδέονται με την Jabhat an-Nusra (JaN), του επίσημου δικαιοχρήστη της αλ-Κάιντα στη Συρία. Έχουν οι άνθρωποι δίκιο που ανησυχούν για την εμπλοκή της ομάδας αυτής στην απελευθέρωση της Idlib; Απολύτως, αλλά αν επρόκειτο να πιστέψουμε τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, τότε θα φανταζόμαστε ότι επρόκειτο για κάτι ανάλογο με την πτώση της Μοσούλης στο Daesh το 2014 (θα έλεγα με την πτώση της Raqqa στο Daesh, αλλά αυτή αγνοήθηκε). Σχεδόν κάθε άρθρο ή ρεπορτάζ στα δυτικά μέσα ενημέρωσης χαρακτηρίζει τον Jaish Al-Fatah ως «αντάρτες υπό την ηγεσία της Αλ Κάιντα» ή ως «αντάρτες που συνδέονται με την Αλ Κάιντα».

Την ώρα που στο έδαφος το καθεστώς Άσαντ και οι σύμμαχοί του εγκατέλειπαν την Idlib, από τον αέρα, τα πολεμικά τους αεροσκάφη στέλνονταν για να επαναλάβουν την βάναυση κοινή τακτική της τρομοκράτησης των πολιτών στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές, με βόμβες βαρέλια και πυραύλους˙ η απανθρωπιά παραγόταν και αναπαραγόταν με γλάσο αλ-Κάιντα. Ενώ μάλιστα η έμφαση θα έπρεπε να δοθεί στην τρομοκρατία του καθεστώτος Άσαντ εναντίον των απελευθερωμένων περιοχών (η οποία είναι και η κύρια αιτία του προσφυγικού προβλήματος) αντίθετα δόθηκε έμφαση σε αυτή την μόνιμη αναγωγή της επανάστασης στην «αλ Κάιντα», στο Ισλάμ και στον ισλαμισμό και στο τι θα σήμαινε αυτό για, μαντέψτε ποιον, τη Δύση.

Είναι αλήθεια πως το ότι η JaΝ έπαιξε ρόλο στην απελευθέρωση της Idlib δεν είναι κάτι που κάθεται καλά σε πολλούς Σύριους αλλά ούτε και σε όσους υποστηρίζουν τον επαναστατικό πόλεμο, ήταν όμως μια αναγκαιότητα. Για να αντιπαραβάλεις την πραγματικότητα της ένταξης της JaΝ στον Jaish Al-Fatah στο πραγματικό της μέγεθος δίπλα στην εμμονή των δυτικών μέσων ενημέρωσης με την αλ-Κάιντα και στην προπαγανδιστική αφήγηση του καθεστώτος ότι δήθεν πρόκειται για μια απλή μάχη μεταξύ του κοσμικού καθεστώτος Άσαντ και των χρηματοδοτούμενων από τη Δύση ισλαμιστών της αλ-Κάιντα, αρκεί κανείς να συμπεριλάβει στην οπτική του και τα άλλα μεγάλα στρατηγεία του αγώνα ενάντια στο καθεστώς Άσαντ: Η Fatah Halab συστάθηκε από επαναστατικές ομάδες που δεν θέλουν να συμμετέχουν σε κοινές επιχειρήσεις με τhν JaN, ενώ στο Νότο, το νότιο μέτωπο του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, η κύρια δύναμη των ανταρτών που εμπλέκονται τώρα στην επίθεση «Νότια Θύελλα» για την απελευθέρωση της πόλης της Νταράα από το καθεστώς Άσαντ, έχει κατηγορηματικά απορρίψει την ιδέα να συμπολεμήσει με την JaN, ακόμη κι αν αυτό αποβαίνει εις βάρος του, όπως το είδαμε, όταν η απόπειρα επίθεσης στην εθνική οδό Νταράα-Δαμασκού αποκρούστηκε και απέτυχε, εξ αιτίας της άρνησής του να συνεργαστεί και να συντονιστεί με την JaN.

Οι άλλες ανταρτικές δυνάμεις έχουν καλούς λόγους για την απόρριψη και την καχυποψία τους προς τη JaN. Παρότι η JaN δεν είναι το ίδιο με το Daesh ούτε σε σχέση με τους στόχους ούτε σε σχέση με τις μεθόδους, και παρότι, σε αντίθεση με το Daesh, απαρτίζεται περισσότερο από Σύριους που απλώς ριζοσπαστικοποιήθηκαν από τη βία του Άσαντ, παρά από ξένους τζιχαντιστές (αν και περιέχει μια σημαντική συνιστώσα από αυτούς), η ιδεολογία της είναι τελικά αντεπαναστατική. Δεν παλεύει για μια πλουραλιστική ή μη σεκταριστική Συρία που διαμορφώνεται από τη βούληση του λαού της, αλλά μάλλον για μια Συρία που κυριαρχείται από τον δικής της εκδοχής υπερσεκταριστικό αυταρχικό σαλαφισμό. Όπως συμβαίνει με όλες τις άλλες θυγατρικές της Αλ Κάιντα ανά τον κόσμο, οι αρχές αυτές είναι τελικά αμετακίνητες, έχει όμως αποδειχθεί πολύ πιο πραγματιστικός φορέας από το Daesh, επειδή χρειάζεται να εξισορροπήσει την ιδιοτελή της ευσέβεια προ παντός με το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των στελεχών της είναι αυτόχθονες Σύριοι που θέλουν να ανατρέψουν τον Άσαντ το οποίο και βλέπουν ως τον πρωταρχικό στόχο της ομάδας.

Ας σημειωθεί εν συντομία με την ευκαιρία, ότι αυτό το χάσμα μεταξύ JaN και Daesh από την άποψη της μεθόδου έχει τις ρίζες της στις διαφορές μεταξύ της ηγεσίας της Αλ-Κάιντα και του Αμπού Μουσάμπ αλ-Ζαρκάουι, ηγέτη της «Αλ-Κάιντα στο Ιράκ», που ήταν η γονική οργάνωση του Daesh. Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν και ο Αϊμάν αλ-Ζαουάχρι ήταν αντίθετοι με την επιμονή του Ζαρκάουι για «εκκαθάριση» από το Ιράκ αυτών που θεωρούνται «kuffar» ή «rafidah» (δηλαδή Σιίτες, Γιαζίντι κλπ) και αντίθετα υποστήριζαν την αποκλειστική εστίαση στην επίθεση εναντίον των δυνάμεων εισβολής των ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου και των δυνάμεων της κατοχικής κυβέρνησης. Δεν είχαν κανέναν ηθικό ενδοιασμό απέναντι στις σεκταριστικές μαζικές δολοφονίες του Ζαρκάουι, παρά μάλλον ανησυχούσαν μήπως αυτές έστρεφαν τον τοπικό πληθυσμό και την αντίσταση των αντιστασιακών ομάδων εναντίον τους, φόβου που τελικά δικαιώθηκαν όταν οι τοπικές ομάδες αντίστασης συνέπηξαν το Harakat Al-Sahwa (Κίνημα Αφύπνισης ) για την αντιμετώπιση των εξεγερμένων τζιχαντιστών.

Έτσι, ενώ ο πραγματισμός της ηγεσίας της Αλ Κάιντα ενδέχεται να επικρατήσει μέσα στη JaN, αυτή εξακολουθεί να είναι βυθισμένη πλήρως στη θεοκρατική αντίληψη υπεροχής που είναι θεμελιώδες μέρος του Ουαχαμπισμού. Πράγματι, ένα ιδιαίτερα σοβαρό περιστατικό στην Idlib αποδεικνύει αυτά τα βαθύτερα προβλήματα που σχετίζονται με τη JaN. Τον Ιούνιο του 2015 το χωριό Qalb Lawzah στη διοικητική περιοχή της Idlib, που κατείχε ο Jaish al Fatah, μια ταξιαρχία συνδεδεμένη με τη JaN, με επικεφαλής Τυνήσιο διοικητή, προσπάθησε να κατασχέσει το σπίτι ενός Δρούζου κατοίκου, τον οποίον κατηγορούσαν για συνεργασία με το καθεστώς Άσαντ. Όταν ο κάτοικος δικαίως αρνήθηκε να εγκαταλείψει την περιουσία του, ο διοικητής της JaN τον κατηγόρησε για βλασφημία και προσπάθησε να πάρει το σπίτι του με τη βία και το πράγμα κατέληξε σε ένοπλη αψιμαχία. Στην μάχη που ακολούθησε 20 Δρούζοι σφαγιάστηκαν. Οι Ahrar al-Sham, η κυρίαρχη παράταξη μέσα στον Jaish al Fatah, παρενέβησαν αμέσως για να σταματήσει η κλιμάκωση.

Ενώ οι υποστηρικτές του Ασάντ πιάστηκαν από αυτό το συμβάν, η απάντηση από τη συντριπτική πλειοψηφία των παρατάξεων ανταρτών ήταν ομόφωνη κατά των πράξεων της JaN. Το νότιο μέτωπο του FSA αμέσως καταδίκασε αυτό που ονόμασε «έγκλημα κατά του λαού μας ... και της ποικιλότητας της Συρίας» και ανακοίνωσε την δική του «ετοιμότητα για την προστασία των δρούζικων χωριών της Idlib, ως ένα βήμα για την υπεράσπιση της ποικιλότητας της Συρίας».

Πιο αυστηρά, οι Ahrar al Sham όπως και πολλές άλλες ισλαμιστικές ομάδες εξέδωσαν ανακοίνωση που καταγγέλλει τη σφαγή. Σε αυτήν επαίνεσε τους Δρούζους στην Idlib για «υποστήριξη της επανάστασης», ζητώντας οι δράστες από τη JaN να δικαστούν από ανεξάρτητο δικαστήριο για τα εγκλήματά τους, δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι η δολοφονία ήταν μια «παράβαση του Ισλάμ» και ότι «το να χυθεί το αίμα των μελών οποιασδήποτε σέκτας» είναι « άδικο». Επιπλέον, υποσχέθηκε να συνεργαστεί με όλες τις σέκτες στις «απελευθερωμένες περιοχές» για την πρόληψη τέτοιου είδους περιστατικών και ότι η επανάσταση είναι μια «λαϊκή επανάσταση» και «τα όπλα πρέπει σηκώνονται μόνο εναντίον του καθεστώτος, των συμμάχων του και του Daesh». Ακόμη και η ηγεσία της JaN αποστασιοποιήθηκε από τις ενέργειες της εν λόγω ταξιαρχίας της, και δήλωσε ότι «οι δράστες θα κληθούν να λογοδοτήσουν για το αίμα που αποδεδειγμένα χύθηκε άδικα ».

Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται τον «ιμπεριαλισμό», προσηλώνονται σταθερά στην δυνατότητά του ως επιθετικής και ενεργά καταστροφικής δύναμης, όπως με την εισβολή ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου και την κατοχή του Ιράκ, αλλά σπάνια αντιλαμβάνονται και την άλλη του δυνατότητα της σκληρής, αδιάφορης δύναμης που δίνει προτεραιότητα στα συμφέροντά της μπροστά στις χειρότερες περιπτώσεις ανθρώπινου πόνου, ακόμη και όταν γνωρίζει και αναγνωρίζει ότι θα μπορούσε να έχει κάποια θετική επιρροή. Αυτό δεν είναι κάποιο είδος έκκλησης για «ανθρωπιστικές επεμβάσεις», ένας όρος που υποδηλώνει τη επίκληση του «ανθρωπισμού» ως μια απλή κάλυψη για την ανελέητη επιδίωξη των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, αλλά μάλλον η απόλυτη απόδειξη, αν χρειαζόταν ακόμη απόδειξη, ότι τέτοιες επεμβάσεις δεν υπάρχουν.

Και πάλι, αν κοιτάξουμε τη Λιβύη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία η επιβολή Ζώνης Απαγόρευσης Πτήσεων (ΖΑΠ) εντελώς συγκεκριμένα απέτρεψε το καθεστώς Καντάφι, από του να χρησιμοποιεί την πολεμική αεροπορία του για να βομβαρδίζει αμάχους στη Βεγγάζη και αλλού. Αν φανταστούμε ότι το καθεστώς Καντάφι θα ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει την πολεμική αεροπορία του για να πάρει το πάνω χέρι ή τουλάχιστον να επιβάλει ένα βάναυσο αδιέξοδο σε έναν εμφύλιο πόλεμο, όπως ακριβώς συνέβη στη Συρία, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι χωρίς τη No Flying Zone, θα υπήρχε μια ανθρωπιστική κρίση στην ίδια κλίμακα με της Συρίας. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο ιμπεριαλισμός είναι καλός και ότι όλοι πρέπει να υποκύψουμε στην παγκόσμια τάξη των λευκών και των μεγάλων όπλων τους; Οπωσδήποτε όχι, αλλά αυτό δεν σημαίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις όταν τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων συγκλίνουν με τη βούληση των προοδευτικών δυνάμεων, ότι δεν μπορεί να έχει θετικές πολιτικές και ανθρωπιστικές συνέπειες. Διότι η σημερινή φυλή των «αντιιμπεριαλιστών», αντιμέτωπη με αυτές τις συγκεχυμένες περιστάσεις, τις περισσότερες φορές υποχωρούν σε θέσεις είτε ανοιχτής είτε σιωπηρής υποστήριξης προς την αντίδραση και την αντεπανάσταση.

Έτσι ποια είναι η διαφορά μεταξύ της Λιβύης και της Συρίας; Γιατί ο ιμπεριαλισμός επεμβαίνει για λογαριασμό των Λίβυων ανταρτών και όχι αυτών της Συρίας; Υπάρχει μια πολύ απλή απάντηση: οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις απλά δεν έχουν κάποια άμεσα συμφέροντα που θα καθιστούσαν τη δράση αναγκαία. Θα μπορούσαν να δράσουν αμέσως μόλις το καθεστώς Άσαντ άρχισε να βομβαρδίζει αμάχους με την πολεμική αεροπορία του, δράση που σχεδόν σίγουρα θα έσωσε τις ζωές, τα σπίτια, τα χέρια τα πόδια και τα μυαλά εκατομμυρίων ανθρώπων, δράση που σχεδόν σίγουρα θα απέτρεπε την εκπληκτική άνοδο του Daesh. Αλλά επέλεξε να μην δράσει. Δεν υπήρχαν υλικά συμφέροντα στη Συρία που να προτρέπουν σε μια απάντηση στυλ Λιβύης˙ δεν υπάρχουν τεράστια αποθέματα πετρελαίου ούτε μείζονες επιχειρηματικές σχέσεις που να χρειάζονται διάσωση. Από την άλλη πλευρά, ας αντιπαραβληθεί η άμεση και μαζική απάντηση του ιμπεριαλισμού, όταν το Daesh άρχισε να απειλεί την εδαφική νομιμότητα του καθεστώτος του Ιράκ, όταν κατέλαβε το φράγμα της Μοσούλης και απείλησε να προωθηθεί προς τις πλούσιες σε πετρέλαιο περιοχές του ιρακινού Κουρδιστάν.

Το θέμα είναι ότι αυτή η αδιαφορία, αυτή η παθητική πλευρά του ιμπεριαλισμού, η έλλειψη δράσης, υπήρξε εξίσου καταστρεπτική με την «ενεργητική» του ικανότητα. Η σύγχυση είναι μεταξύ διεθνισμού και απομονωτισμού - δεν υπάρχει απολύτως τίποτα προοδευτικό ή ριζοσπαστικό στο να αποδέχεται κανείς αφηγήσεις που απλά χρησιμεύουν για να δικαιολογήσουν δογματικές εφαρμογές και εκφράσεις του «ιμπεριαλισμού» ή του «αντιιμπεριαλισμού», ειδικά όταν τέτοιες αφηγήσεις απονομιμοποιούν και τάσσονται ενεργά ενάντια σε υπάρχουσες επαναστατικές δυνάμεις.

Εάν οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει μια ΖΑΠ και εξόπλιζαν τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό ως τα δόντια, προκειμένου να ανατρέψει το καθεστώς Άσαντ, με ποια έννοια θα ήταν αυτό μια αρνητική εξέλιξη; Δεν υπάρχει κανένα ζήτημα εναντίον της. Αλλά ο ιμπεριαλισμός δεν λειτουργεί βέβαια έτσι. Ο ιμπεριαλισμός κάνει ό,τι είναι καλύτερο για τον εαυτό του - δεν δίνει τίποτα δωρεάν από την καλή του την καρδιά. Δεν έχει καρδιά, όπως θα σας πουν με όλη την πικρία του κόσμου οι Σύριοι που τόλμησαν να πιστέψουν σε αποστολές όπλων που ποτέ δεν ήρθαν και «κόκκινες γραμμές» που κατέληξαν κόκκινες απάτες.

Όταν οι «αντιιμπεριαλιστές» υποτάσσουν τον πραγματικό αγώνα στη Συρία στην αφηρημένη αντίθεσή τους στον ιμπεριαλισμό, μάλλον ακατανόητα καταλήγουν να συγκλίνουν με τον ιμπεριαλισμό, ενώ σιωπηρά ή ενεργά αποδέχονται τα όργια άλλων ιμπεριαλιστικών και περιφερειακών ηγεμονικών φορέων.

Ο λόγος που ο Jaish Al-Fatah περιέχει μια δύναμη σαν την JaN μπορεί να έχει τις ρίζες του σε αυτήν την ιμπεριαλιστική αδιαφορία. Δεν είναι η JaN υπολογίσιμη δύναμη επειδή υπάρχει πάρα πολύ «ιμπεριαλιστική επέμβαση», αλλά μάλλον επειδή δεν υπήρξαν δυνάμεις για να βοηθήσουν τους αντάρτες, όταν το χρειάζονταν περισσότερο. Μια δύναμη σαν τη JaN, με τις ρίζες της, όπως και το Daesh, στην Αλ Κάιντα του Ιράκ, είχε αρκετά μεγάλα αποθέματα όπλων, καθώς και προϋπάρχοντες τρόπους χρηματοδότησης και συγκέντρωσης πόρων. Επιπλέον η ηγεσία της, σε αντίθεση με τον FSA, δεν στηρίχθηκε ούτε σε μια υλική βοήθεια που δεν επρόκειτο ποτέ να έρθει ούτε και σε βοήθεια από δυνάμεις που συχνά υποκίνησαν καταστροφικούς φατριασμούς˙ ήταν επομέωνς σε θέση να κεφαλαιοποιήσει ενόσω ο FSA, απορροφώντας μια μεγάλη ποσότητα ανθρώπινου δυναμικού, απλά δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει ή αναγκάστηκε να καταπονείται σε περισσότερα από δύο μέτωπα εναντίον του Άσαντ και του Daesh. Το ίδιο ισχύει και για το Ισλαμικό Μέτωπο, το οποίο εντάχθηκε στον FSA στην αναγκαία την επίθεσή τους εναντίον του Daesh τον Ιανουάριο του 2014 για να βρεθούν εκτεθειμένοι σε έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα.

Έτσι, υπό τις περιστάσεις της Idlib, όπου οι δυνάμεις που περιλαμβάνει ο Jaish-al Fatah βρίσκονται αντιμέτωπες με το καθεστώς Άσαντ, τη Χεζμπολάχ και τις ιρανικές δυνάμεις, καθώς και με το Daesh, θα ήταν αυτοκτονικό για να ανοίξουν άλλο ένα μέτωπο με την JaN. Θα ήταν μια μεγάλη νίκη του Άσαντ αν το είχαν πράξει. Επιπλέον, δεδομένου ότι άλλες ομάδες ανταρτών σε ολόκληρη τη Συρία είναι μαζικά υπέρτερες κατά τον αριθμό από τη JaN, και δεδομένου ότι η JaN είναι ελάσσων εταίρος στην Idlib, οι περισσότερες από τις δυνάμεις των ανταρτών υπολόγισαν ότι θα μπορούσε να περιορίζεται και να μετριάζεται όντας μέρος του συνασπισμού και συνεργαζόμενη με επαναστατικές ομάδες που αντιτίθενται στη φονταμενταλιστική ιδεολογία της. Για να είμαστε δίκαιοι, αυτό έχει αποδειχθεί μάλλον σωστό. Παρά το περιστατικό στην Qalb Lawzah, ντόπιοι Δρούζοι μαχητές από τα γύρω χωριά πολέμησαν μαζί τον Jaish al Fatah, ειδικά με τη λεγεώνα Sham, για την απελευθέρωση της πόλης της Idlib.

Επιπλέον, ενώ δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η JaN θέλει να επιβάλει τη δική της υπερσυντηρητική και βάναυση μορφή της σαρία σε όλη τη Συρία, συμπεριλαμβανομένης της Idlib, η θέση τους ως απλά μία συνιστώσα του Jaish al-Fatah σημαίνει ότι δεν έχουν την δυνατότητα να κάνουν κάτι τέτοιο. Ο Jaish al-Fatah από την σύμπηξή του, είπε ότι δεν θα επιβληθεί στη λειτουργία της πόλης και θα επιτρέψει στις πολιτικές δυνάμεις να εργάζονται χωρίς παρεμβολές ή εξαναγκασμό. Μέχρι στιγμής, η ρύθμιση αυτή φαίνεται να τηρείται απαρέγκλιτα, με κάποιες επιπλοκές, και αντί να διοικούν τα «ισλαμικά δικαστήρια» στην Idlib, έχουν συσταθεί συμβούλια πολιτών για να λειτουργούν την πόλη.

Οι έμποροι υστερίας και οι προπαγανδιστές οι οποίοι, χωρίς καν να προσπαθούν να κατανοήσουν την ισορροπία των δυνάμεων, προέβλεπαν ότι η Idlib θα γίνει το κέντρο κάποιου είδους «εμιράτου» της JaN, παρόμοια με τη Raqqa την υποτιθέμενη πρωτεύουσα της «χαλιφάτου» του Daesh, αποδείχθηκαν μεγαλειωδώς και γελοιωδώς λάθος, αλλά δεν ήταν ποτέ ζήτημα πραγματικών γεγονότων. Ποτέ δεν είναι όσον αφορά την προπαγάνδα και το δόγμα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η JaN εξακολουθεί να αποτελεί μόνιμη απειλή για τους επαναστάτες και την επανάσταση. Ενώ ο πραγματισμός μπορεί να πρυτανεύει προς το παρόν σε μέρη όπως η Idlib, είναι μόνο θέμα χρόνου το πότε η JaN θα επιδιώξει με κάποιο τρόπο να εδραιωθεί και να αποσπάσει ό,τι μπορεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα της πάλης στη Συρία, μια από τις αντιφάσεις της - δεν είναι πάντως λόγος για να απορρίψει κανείς τον αγώνα ή να ενδώσει στις φασιστικές φιλοασαντικές αφηγήσεις που θα μας έκαναν να πιστέψουμε ότι όλοι όσοι σηκώνουν τα όπλα εναντίον του είναι αλ-Κάιντα. Πράγματι, ακόμα και κάποιοι από εκείνους τους αριστερούς που φαινομενικά υποστηρίζουν τη συριακή επανάσταση έχουν συχνά εξαιρετικά δισδιάστατες και ανούσιες απόψεις σχετικά με το ρόλο του ισλαμισμού μέσα στην επανάσταση. Αυτό δεν ισχύει μόνο στη Συρία. Αυτές ακριβώς αυτές οι κοινότοπες απόψεις, οι οποίες έχουν και πάλι περισσότερο να κάνουν με την δογματική ομφαλοσκόπηση και την αυτοεπιβεβαίωση παρά με οποιαδήποτε προσπάθεια εμπλοκής με την πραγματικότητα, ήταν εκείνες που οδήγησαν μεγάλο μέρος της αριστεράς να στηρίξει την αντεπανάσταση στην Αίγυπτο.

Ο ισλαμισμός έχει μια κοινωνική βάση στη Συρία και σε ο,τιδήποτε διαδεχθεί το καθεστώς του Άσαντ, ο ισλαμισμός θα παίξει κάποιο ρόλο˙ το γεγονός όμως είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ισλαμιστικών δυνάμεων, και πάντως οι μεγαλύτερες από αυτές, όλες παραδέχονται ότι η μετα-Άσαντ Συρία πρέπει να είναι εκείνη που θα διαμορφωθεί από τη θέληση του λαού της Συρίας και όχι από μια οποιαδήποτε φατρία. Αυτή είναι η τάση του ισλαμισμού στην περιοχή μέχρι τώρα, ειδικά του ισλαμισμού που υποστηρίζεται από πολλές προσκείμενες στην Ikhwan (Μουσουλμανική Αδελφότητα) ομάδες. Ενώ παραμένει ακόμα συντηρητικός και ριζωμένος σε μια πολιτική στην οποία θεμελιωδώς αντιτίθεμαι, η πορεία του ισλαμισμού τις δύο τελευταίες δεκαετίες υπήρξε πορεία σχετικής μετριοπάθειας. Με το ΑΚΡ στην Τουρκία, ένα κόμμα που έχει τις ρίζες του στον ισλαμισμό, αλλά δεν είναι το ίδιο ισλαμιστικό, βλέπουμε το προσχέδιο της τροχιάς του ισλαμισμού που λειτουργεί μέσα και ως μέρος μιας δημοκρατίας.

Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή συντηρητικής ισλαμικής δημοκρατίας παρόμοιας με την ευρωπαϊκή χριστιανική δημοκρατία. Το Κόμμα Ελευθερίας και Δικαιοσύνης, η πολιτική πτέρυγα του Ikhwan στην Αίγυπτο, προσπάθησε να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο της ισλαμικής δημοκρατίας, και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που ανατράπηκε από αντιδημοκρατικές, αντεπαναστατικές δυνάμεις. Το ίδιο μπορεί να δούμε και με το Ennahda στην Τυνησία.

Το βασικό θέμα δεν είναι να υπερπηδήσουμε εκείνα τα κομμάτια της πολιτικής των φαινομενικά ισλαμιστικών ή με ισλαμιστικών καταβολών δυνάμεων με τα οποία διαφωνούμε, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι σε απελευθερωτικούς αγώνες εναντίον κοσμικών τυραννιών ή καταπιεστών, ο ισλαμισμός είναι μια μείζων έκφραση της αντιπολίτευσης εναντίον τους είτε μας αρέσει είτε όχι, με μια λαϊκή βάση ριζωμένη στα ίδια αιτήματα για ελευθερία τα οποία διαμορφώνουν και αυτές τις ίδιες τις επαναστάσεις. Αυτό ισχύει στη Συρία και στην Αίγυπτο όπως και στην Παλαιστίνη.

Στην πραγματικότητα, μια από τις μεγάλες ειρωνείες της αντίδρασης της αριστεράς στη συριακή επανάσταση είναι η αντίθεσή της προς τον τρόπο που αναφέρεται στο παλαιστινιακό αγώνα. Είναι γεγονός ότι οι μόνες ενεργές ομάδες αντίστασης στο Ισραήλ είναι όλες ισλαμιστικές, με τη μεγαλύτερη, τη Χαμάς, να είναι Ikhwani ισλαμιστές, αφοσιωμένοι αρχικά στην ισλαμική δημοκρατία, αλλά αναγκασμένοι να αναστείλουν τη δημοκρατία σχεδόν αμέσως μόλις δέχτηκαν επίθεση από τη Φατάχ, που υποστηρίζεται από το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Έχουμε επιπλέον την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ, που ιδρύθηκε αρχικά ως ο Παλαιστινιακός κλάδος της σαλαφιστικής Αιγυπτιακής Ισλαμικής Τζιχάντ, αλλά τώρα με πολύ περισσότερες ομοιότητες με τη Χαμάς από την άποψη της ιδεολογίας – ο Ισλαμισμός είναι συνυφασμένος με τον Παλαιστινιακό εθνικισμό.

Έχοντας αυτό κατά νου, είναι κατά καιρούς διασκεδαστικό να βλέπεις εκείνους που φωνάζουν το σύνθημα «είμαστε όλοι Χαμάς» ξαφνικά να ακούγονται περισσότερο σαν τον Binyamin Netanyahu, όταν πρόκειται για τη Συρία. Όσο κακή κι αν είναι η μπααθική τυραννία, λένε, τουλάχιστον είναι «κοσμική», ένα επιχείρημα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει τη συνέχιση της υποταγής της Παλαιστίνης στο Ισραήλ - ένα επιχείρημα ριζωμένο στην ίδια λογική της προσπάθειες του Ισραήλ να «ξεπλύνει» τα εγκλήματά του κατά των Παλαιστινίων, ή να διαφημίσει το γεγονός ότι ο Ισραηλινός Στρατός έχει χιλιάδες γυναίκες στρατιώτες, σε αντίθεση με την οπισθοδρομική, πατερναλιστική ισλαμιστική βαρβαρότητα της Χαμάς.

Κατά μία έννοια, αυτό το επιχείρημα όταν εφαρμόζεται στη Συρία είναι ακόμα πιο παράλογο, δεδομένου ότι σε κάθε περιοχή της Ελεύθερης Συρίας, παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από το απάνθρωπο χέρι του καθεστώτος λόγω της συνεχιζόμενης αεροπορικής του ισχύος, η ελευθερία της έκφρασης και η γενική ελευθερία ασκούνται κατά τρόπο που θα ήταν αδιανόητος στην μπααθική Συρία, όπου ακόμη και την παραμικρή κριτική θα την μεταχειρίζονταν με την ωμή βία.

Τα ισλαμοφοβικά, ρατσιστικά και ιμπεριαλιστικά συμπεράσματα είναι ακριβώς τα ίδια: δεν μπορούν να έχουν την ελευθερία τους επειδή είναι μουσουλμάνοι και όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει να τους δίνουμε την ελευθερία τους. Έχω ακούσει ακόμα και αριστερούς της φιλοασαντικής ποικιλίας, εκείνους τους ίδιους που τυλίγονται με την παλαιστινιακή σημαία, να προβάλλουν το επιχείρημα ότι οι αντάρτες χρησιμοποιούν ανθρώπινες ασπίδες και κρύβονται σε περιοχές αμάχων˙ έτσι δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Μπασάρ για τις βόμβες βαρέλια, για τους εκατοντάδες άμαχους που σκοτώνονται κάθε μήνα, για τη μεγάλη εθνοκάθαρση και την προσφυγική κρίση. Κατηγορήστε τους αντάρτες. Κατηγορήστε τα θύματα. Ο Νετανιάχου πρέπει να γελάει με την καρδιά του όταν ακούει τους αντίπαλους της ισραηλινής κατοχής να αναπαράγουν τα δικά του επιχειρήματα σε περιστάσεις που συνεπάγονται πολύ πιο άμεσα φρικτή ανθρώπινη δυστυχία – για δες πώς διαχωρίζουν το Ισραήλ, αλλά υποστηρίζουν Άσαντ, θα λέει, τρίβοντας με ικανοποίηση τα χέρια του. Το αληθινά λυπηρό εδώ, είναι ότι θα έχει δίκιο.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι, από την άνοδο του Daesh και μετά, υπήρξαν δύο προσωπικότητες που προσπάθησαν να ισχυριστούν ότι είναι ίδιοι με τη Χαμάς: Ο Βενιαμίν Νετανιάχου και ο Μπασάρ αλ-Άσαντ. Όλοι ξέρουμε γιατί το κάνει ο πρώτος. Ο δεύτερος πάλι το κάνει, διότι η Χαμάς απέκρουσε την πίεση του πρώην χορηγού της, του Ιράν, να υποστηρίξει τον Άσαντ και τοποθετήθηκε υπέρ της συριακής επανάστασης. Αυτό είναι κάτι το οποίο οι αριστεροί που υποστηρίζουν Άσαντ με τη μία μορφή ή την άλλη, δεν θα καταλάβουν ποτέ – απονομιμοποιούν όλα όσα ισχυρίζονται ότι τους είναι προσφιλή.

Πάρτε, για παράδειγμα, το περιοδικό Jacobin, ένα υποψιασμένο τυπικά αριστερό περιοδικό με έδρα τις ΗΠΑ. Το Jacobin κάλυψε τη Συρία όχι απευθυνόμενο ή προσεγγίζοντας τους σχετικά άφθονους αριστερής τοποθέτησης συντάκτες που έχουν παρακολουθήσει την επανάσταση από την πρώτη μέρα και που είναι ικανοί να την αποτιμήσουν με ισορροπημένους και ρεαλιστικούς όρους για να γράψουν ένα άρθρο για τη Συρία, παρά καταφεύγοντας στην εμμονική με το Ισραήλ, υποστηρίκτρια του Άσαντ, Asa Winstanley για να γράψει ένα άρθρο σχετικό με μια πραγματικά διαταραγμένη και επικίνδυνη θεωρία συνωμοσίας: για το πώς το Ισραήλ, οι παλιοί Σοφοί της Σιών, υποστηρίζει κρυφά την al-Qaeda στη Συρία, εννοώντας η συντάκτρια υπό το όνομα αυτό, όχι μόνο τη JaN, αλλά μάλλον, σαν τον Άσαντ, κάθε ανταρτική δύναμη στη χώρα (αυτή η θεωρία συνωμοσίας έχει με εξαιρετικό τρόπο καταρριφθεί εδώ). Αυτοί οι άνθρωποι δεν ειρωνεύονται.

Κάτι σαν αυτό θα μπορούσε να ήταν άρθρο της Weekly Standard, της Frontpage ή της Tablet που θα κατηγορούσε τη Χαμάς ότι έχει σχέσεις με το Daesh ή την αλ-Κάιντα. Αν εναλλάξεις απλώς τους συντάκτες μεταξύ τους, έχεις την ίδια ουσιαστική αντεπαναστατική , υπεραντιδραστική λογική - την δικαιολόγηση της συλλογικής τιμωρίας και της μαζικής δολοφονίας από τους τυράννους και καταπιεστές. Πρόκειται για υποστήριξη του καταπιεστή εναντίον των καταπιεσμένων, αλλά υποστήριξη με έναν αναγκαστικά βυζαντινό και γλοιωδώς αποτρόπαιο τρόπο. Εκμεταλλεύονται, όπως όλες οι φιλοασαντικές φωνές από την αρχή της επανάστασης, την άγνοια και τις εσωτερικευμένες προκαταλήψεις των αναγνωστών για να εξορθολογίσουν παραλογισμούς με κύριο σκοπό να υποστηρίξουν απλά τον Bashar al-Assad ό,τι κι αν κάνει: από την άγρια καταστροφή με βόμβες βαρέλια μέχρι τη θανάσιμη αχλύ του αερίου σαρίν.

Το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που τουλάχιστον δεν είναι ανοικτοί υποστηρικτές του καθεστώτος Άσαντ, δεν καταλαβαίνει καν τη δυναμική των πραγμάτων, λέει πολλά για τη φύση της αριστεράς όχι πια ως όχημα για τη ριζική αλλαγή της κοινωνίας και την αμφισβήτηση των κυρίαρχων ιδεολογιών, αλλά για τη μεταφορά των ίδιων των λογικών και των ιδεολογιών της αντίδρασης, σε διάφορες τυπικά περιστάσεις. Οι βασικές λογικές παραμένουν αδιαμφισβήτητες και συχνά αναπαράγονται πιο ελκυστικές από τις αντίστοιχες δεξιές. Το πράγμα δεν περιορίζεται μόνο στο περιθώριο˙ ακόμη και ο πιθανός επόμενος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, ο Jeremy Corbyn, σταθερός φίλος της παλαιστινιακής υπόθεσης από πολλά χρόνια, σταθερά διαιωνίζει αυτή τη ζοφερή λογική όσο αφορά τη Συρία.

Σε ένα άρθρο του για τη «Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο», μια οργάνωση αληθινή απελπισία και επιτομή του αντιιμπεριαλισμού των ανόητων και των απατεώνων, της οποίας και προεδρεύει, ο Corbyn μιλώντας για την ανθρωπιστική καταστροφή στη Συρία παραλείπει, τελείως ακατανόητα, να αναφέρει το γεγονός ότι αυτή η καταστροφή προκαλείται από τις ιδιαιτερότητες του πολέμου του καθεστώτος Άσαντ, και αντ' αυτού, ακολουθεί τη βρετανική κυβέρνηση, επιλέγοντας μια άποψη επικεντρωμένη στο Daesh για το κάθε τι.

Όσον αφορά την κατανομή των ευθυνών, η οποία είναι μια καλή ένδειξη για το τίνος το μέρος παίρνει και πώς κανείς αντιλαμβάνεται την κατάσταση γενικά στη Συρία, ο Corbyn κατηγορεί αυτόν που αποκαλεί «υποστηριζόμενο από τη Δύση Ελεύθερο Συριακό Στρατό» ότι «προσπαθεί να επιτεθεί στο καθεστώς [Άσαντ]». Μια στιγμή μόνο να το σκεφτούμε. Φανταστείτε να συζητούσαμε για την ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα, μετά την τελευταία σφαγή από το Ισραήλ. Φανταστείτε να περιέγραφε κάποιος τις περιστάσεις, λέγοντας πως η υποστηριζόμενη από το Ιράν (πράγμα που δεν συμβαίνει πλέον) Χαμάς προσπαθεί να επιτεθεί στο Ισραήλ! Θα είχε καταγγελθεί υστερικά και δικαίως, θα είχε ενδεχομένως, εξοστρακιστεί από την αριστερά, όπως πολλοί έχουν κάνει με τον Bernie Sanders, την αμερικανική, ομόλογη του Corbyn, μεγάλη ελπίδα της αριστεράς, που είναι σταθερός συνήγορος της ισραηλινής κυβέρνησης.

Όλοι γνωρίζουμε ποια είναι η λειτουργία της φράσης «υποστηριζόμενη από το Ιράν» όταν χρησιμοποιείται για τη Χαμάς από απολογητές του Ισραήλ: είναι ένα μέσο για να ακυρωθεί το γεγονός ότι η Χαμάς είναι ένα κίνημα αντίστασης ενάντια στην Ισραηλινή καταπίεση και το οποίο υποβάλλει την ιδέα ότι στην πραγματικότητα η Χαμάς είναι ένα απλό πιόνι του ιρανικού καθεστώς, το οποίο, σύμφωνα με την ισραηλινή προπαγάνδα, θέλει να εξαφανίσει το Ισραήλ από τον χάρτη, κλπ, κλπ, πράγμα πολύ βολικό για να δικαιολογηθεί η συλλογική τιμωρία των Παλαιστινίων. Στο πλαίσιο του επαναστατικού πολέμου της Συρίας, η φράση «υποστηριζόμενος από τη Δύση» κάνει την ίδια ακριβώς λειτουργία, δικαιολογεί ή τουλάχιστον ουδετεροποιεί τον πόλεμο που διεξάγει ο Άσαντ υποβάλλοντας συνειρμικά την ιδέα ότι οι αντάρτες της Συρίας είναι απλά κινούμενα της Δύσης που διεξάγουν έναν υπαρξιακό πόλεμο εναντίον του πολιορκούμενου καθεστώτος Άσαντ.

Όσοι διαιωνίζουν αυτές τις αφηγήσεις δεν το πράττουν από αχρειότητα, ή λόγω κάποιας άμεσης βούληση για να επιδοθούν σε προπαγάνδα˙ οφείλεται μάλλον στον ίδιο μηχανισμό με τον οποίο όλες οι «ιδεολογίες» απορροφώνται και αναπαράγονται. Με τα λόγια του Γκράμσι, αυτός ο τρόπος της ιδεολογίας εμφανίζεται στο επίπεδο της «κοινής λογικής». Μέσα στην αριστερά, η ιδεολογία της «κοινής λογικής» που σχετίζεται με τη Συρία είναι ακριβώς αυτό που ο Corbyn αναπαράγει παραπάνω: οι αντάρτες είναι «υποστηριζόμενοι από τη Δύση», χωρίς καμία λεπτολόγηση περί του τι σημαίνει αυτό, αλλά με εντελώς προφανείς αρνητικές συνυποδηλώσεις, και «επιτιθέμενοι» στο καθεστώς Άσαντ - είναι οι ανταγωνιστές. Στην περίπτωση των υποστηρικτών της ισραηλινής κυβέρνησης, η ιδεολογία της «κοινής λογικής» θα έλεγε ότι η Χαμάς είναι οι ανταγωνιστές οι οποίοι επιτίθενται στο Ισραήλ εκτοξεύοντας ρουκέτες εναντίον αμάχων σε ισραηλινές περιοχές.

Αυτή η ιδεολογία «κοινής λογικής» συσκοτίζει φυσικά πολύ περισσότερα από όσα εξηγεί και είναι συχνά, στη ρίζα της, απλά υψηλότερης ποιότητας προπαγάνδα, και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που πρέπει να αμφισβητηθεί ακόμη πιο φωναχτά και με μεγαλύτερη λεπτολογία από όσο οι πιο προφανείς μορφές προπαγάνδας. Πρόκειται για την αμφισβήτηση ολόκληρων τρόπων σκέψης και κοσμοθεωριών που έχουν επιστρώσεις από διάφορα κοινωνικά, πολιτιστικά και απροκάλυπτα πολιτικά κίνητρα και σταθερά ριζωμένες στην ιστορία. Ακούγεται και σίγουρα φαίνεται σαν ένα αδύνατο έργο, αλλά, καθώς είναι το βασικό καθήκον κάθε δύναμης που θεωρείται ριζοσπαστική, πρόκειται τελικά για την αμφισβήτηση του συντηρητισμού.

Στην πραγματικότητα, κατά μια ειρωνεία, με δεδομένη τόσο την έκταση στην οποία άμεσα χρησιμοποιεί τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» ολόκληρη η προπαγανδιστική αφήγηση του Άσαντ , όσο και το βαθμό στον οποίο αυτή η αφήγηση έχει ενισχυθεί και έχει γίνει πλήρως αποδεκτή στη Δύση λόγω της ανόδου του Daesh, η ιδεολογία «κοινής λογικής» της Αριστεράς, προκειμένου για τη Συρία, είναι σχεδόν ταυτόσημη με την ιδεολογία «κοινής λογικής» της δεξιάς. Το βλέπουμε όταν κάποιοι μέσα από τη δεξιά έχουν σταδιακά μετατοπιστεί προς την ιδέα να υποστηρίξει η Δύση τον Άσαντ και το Ιράν. Ανεξάρτητα από τις επιφανειακές διαφορές, η λογική τους είναι εναλλάξιμη με μερικούς από την αριστερά (συμπεριλαμβανομένου Jeremy Corbyn, όπως φαίνεται, ο οποίος αποκάλυψε σε μια συνέντευξη του στο LBC ότι το κύριο πρόβλημά του με το συνασπισμό του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ ήταν ότι δεν περιλαμβάνει τυπικά και το Ιράν).

Δεν υπάρχουν διαμαρτυρίες για το γεγονός ότι τα πολεμικά αεροπλάνα των ΗΠΑ μοιράζονται κυριολεκτικά τον ίδιο χώρο με την πολεμική αεροπορία του Άσαντ, την ώρα που βομβαρδίζει αμάχους με βόμβες βαρέλια. Δεν υπάρχουν διαμαρτυρίες για το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, άρχισαν μια πολιτική εκπαίδευσης 60 σύρων ανταρτών, αλλά στη συνέχεια τους επέβαλαν να συμφωνήσουν ότι θα πολεμούν μόνο κατά του Daesh και ότι θα αγνοούν εντελώς την πολύ πιο καταστροφική βία του καθεστώτος Άσαντ κατά των κοινοτήτων και της χώρας τους, βία που βρίσκεται τελικά στη ρίζα του Daesh, μια προφανώς άδικη και επικίνδυνη στρατηγική που έσπρωξε πολλούς μαχητές να αποχωρήσουν από το πρόγραμμα εκπαίδευσης. Δεν υπάρχουν διαμαρτυρίες από αυτούς τους «αντιιμπεριαλιστές» κατά των πραγματικών ιμπεριαλιστικών μηχανεύσεων. Η αριστερά, υφαίνοντας αυτόν τον συνθετικό, γεμάτο ψευδαισθήσεις , αυτοεπαληθευόμενο ψευτοαντιιμπεριαλισμό, στην πραγματικότητα καταλήγει να αγνοεί και να απενοχοποιεί τις πολύ πραγματικές μηχανορραφίες και διαστάσεις του ιμπεριαλισμό εν σχέσει με τη Συρία. Οι ΗΠΑ πέρασαν από μια θέση ρητορικής υποστήριξης της απομάκρυνσης του Άσαντ σε μια πολιτική προσέγγισης με το μεγαλύτερο υποστηρικτή του Άσαντ, υποστηρίζοντας τώρα ότι το εγκληματικό ιρανικό καθεστώς, ο κύριος χορηγός της τρομοκρατίας Άσαντ, «θα πρέπει να είναι μέρος του διαλόγου».

Αυτό ήταν πάντα απόλυτα σύμφωνο με την πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Συρίας. Ενώ πολλοί πιστεύουν ότι ένα μεγάλο μέρος της στάσης «με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω» απέναντι στην συριακή αντιπολίτευση ήταν μέρος μιας στρατηγικής που αποσκοπούσε στις διαπραγματεύσεις τους με το Ιράν γύρω από το πυρηνικό του πρόγραμμα, είναι επίσης απολύτως αληθές ότι οι ΗΠΑ ποτέ δεν θέλησαν ή προσπάθησαν να ανατρέψουν το καθεστώς Άσαντ, επιλέγοντας αντ' αυτού, με τα λόγια του τότε υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ Leon Pannetta το 2012, να εργαστούν για τη διατήρηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του καθεστώτος, πράγμα που θα επέτρεπε μια «σταθερή» μετάβαση. Όπως και με τη στάση των ΗΠΑ σε όλες τις αραβικές επαναστάσεις, η έμφαση είναι στη σταθερότητα, τη διαχείριση και τις μεταβάσεις, όπως με την Αίγυπτο και την Υεμένη, και όχι σε οποιαδήποτε δέσμευση για κάποιου είδους «αλλαγή καθεστώτος».

Αυτό ήταν ανέκαθεν όχι κάποιος αβλαβής μύθος, αλλά ένα ενεργό μέρος της προπαγάνδας του Άσαντ – που βασίστηκε σε αυτή την κούφια, συνωμοτική «αντιιμπεριαλιστική» αφήγηση ότι οι ΗΠΑ ήθελαν «αλλαγή καθεστώτος», ή ότι ήθελαν να «επιτεθούν στο Ιράν» – για να δικαιολογήσει και να συγκαλύψει τα εγκλήματά του. Όσο όμως τα πράγματα ξέφευγαν όλο και περισσότερο από τον έλεγχο των ΗΠΑ με την άνοδο του Daesh και την άρνηση των σύρων ανταρτών να συντριβούν και να ζητήσουν ειρήνη, οι ΗΠΑ έχουν μετακινούνταν όλο και πιο κοντά σε μια θέση σιωπηρής υποστήριξης του Άσαντ. Αυτό είναι κάτι που το μεγαλύτερο μέρος της λεγόμενης «αντιιμπεριαλιστικής» αριστεράς σπάνια αναγνωρίζει επειδή δεν συμβαδίζει με τα προκαθορισμένα δογματικά τους μοντέλα της παγκόσμιας τάξης ή επειδή κι αυτοί, όπως και το καθεστώς του Άσαντ, πρέπει να συνεχίσουν την προπαγανδιστική αφήγηση .

Πράγματι, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία βομβαρδίζουν τώρα το Ιράκ και τη Συρία για λογαριασμό του σεκταριστικού ιρακινού καθεστώτος και των φασιστικών του πολιτοφυλακών, ένας αθώος αντιιμπεριαλιστής θα μπορούσε να αναρωτηθεί: γιατί η «Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο» δεν κινητοποιείται με τον τρόπο που το έκανε μετά από τη θανάσιμη επίθεση του καθεστώτος Άσαντ με αέρια που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από χίλιους αμάχους στην Ανατολική Ghouta; Η απάντηση είναι ότι κινητοποιήθηκαν κυρίως επειδή οι δεσπόζουσες δυνάμεις μέσα στη Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο απλά υποστηρίζουν τον Άσαντ, με τη συνδρομή του αυταπατώμενου οπορτουνισμού μερικών από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις μέσα σε αυτήν.

Μου φάνηκε, επίσης, εξαιρετικά ειρωνικό το γεγονός να καταγγέλλουν ορισμένοι από τη λεγόμενη «αντιιμπεριαλιστική» αριστερά τους Σύρους αντάρτες και την αντιπολίτευση με τους πιο υστερικούς όρους που μπορεί να φανταστεί κανείς, γιατί ζήτησαν δυτική βοήθεια απέναντι σε ένα καλύτερα οπλισμένο, υποστηριζόμενο από το εξωτερικό εχθρό που διαθέτει και πολεμική αεροπορία, ενώ οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι υποστηρίζουν ενεργά τις Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG), την ένοπλη πτέρυγα του κουρδικού Κόμματος Δημοκρατικής Ενότητας της Συρίας, παρά το γεγονός ότι οι YPG στον πόλεμο εναντίον του Daesh έχουν λάβει, τους τελευταίους μήνες από τις ΗΠΑ, περισσότερη βοήθεια από όση οι Σύροι αντάρτες σε τέσσερα χρόνια πολέμου εναντίον του πολύ πιο βάναυσα αποτελεσματικού καθεστώτος Άσαντ, συμπεριλαμβανομένων μάλιστα των συντονισμένων αεροπορικών επιδρομών. Αυτή η διπροσωπία και ασυνέπεια δεν είναι τυχαία.

Έχω πει πολλές φορές ότι η Συρία είναι το Ισραήλ της αριστεράς˙ αποτελεί,σε τελική ανάλυση, την απόδειξη ότι η Αριστερά μπορεί να υποστηρίζει γεγονότα το ίδιο βίαια και οπισθοδρομικά όσο και ο ζυγός του Ισραήλ στην Παλαιστίνη, εφόσον μέσα από κάποια ανορθολογική συστροφή της σκέψης, κριθεί αναγκαίο να γίνει έτσι. Για πολλούς, αυτό που έχει σημασία δεν είναι καθόλου η ελευθερία των παλαιστινίων, των σύρων ή οποιουδήποτε καταπιεσμένου λαού, αλλά απλώς κάποια σχέση προς την πολιτική που ανταλλάσσει τις αρχές με πολιτικές - φετίχ, με τον κομματικό πατριωτισμό και την παραφορά. Η σχέση της αριστεράς με τις άρχουσες τάξεις και οι δραστηριότητές της συχνά μοιάζουν με αυτές ενός επαναστατημένου έφηβου προς στους γονείς του - σε ακραία αντίθεση, αλλά τελικά η συνέχισή τους.

Η Συρία αποδεικνύει ότι για την «ψυχή» της αριστεράς, η μελαγχολική μα κυρίαρχη αντεπαναστατική δυναμική του σταλινισμού και της εξέλιξής του μέσα στο περιβάλλον της Αριστεράς, ακόμη και από δυνάμεις που αυτοαποκαλούνται αντισταλινικές, ζει και βασιλεύει – εκεί όπου ο διεθνισμός υποβαθμίζεται σε μια εμμονική εγρήγορση απέναντι σε πραγματικές και φανταστικές γεωπολιτικές μηχανορραφίες, εκεί όπου η αλληλεγγύη προς τους καταπιεσμένους υπόκειται στις κομματικές γραμμές, στην πίεση του περίγυρου της υποκουλτούρας και στη διχοτομία των άξιων και ανάξιων θυμάτων, εκεί όπου η δήλωση του Μαρξ ότι η ιδεολογία της άρχουσας τάξης είναι ανά πάσα στιγμή η κυρίαρχη ιδεολογία βρίσκει την πλέον ειρωνική, αποκαρδιωτική και τελική της επικύρωση.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου