Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Για τον Εργατικό Έλεγχο

Η συζήτηση για τον εργατικό έλεγχο
(Δεκέμβριος 1968/January 1969)
Μετάφραση:  Παραναγνώστης

Από International Socialist Review, Ν/οΙ.30 No.3 , Μάιος-Ιούνιος 1969.

Στους συνδικαλιστικούς και πολιτικούς κύκλους της Αγγλίας και της Δυτικής Ευρώπης υπάρχει έντονο ενδιαφέρον και αυξανόμενη συζήτηση γύρω από το ζήτημα του εργατικού ελέγχου της παραγωγής. Αυτή είναι μια συμβολή σε αυτή τη συζήτηση από τον Έρνεστ Μαντέλ, διακεκριμένο μαρξιστή οικονομολόγο, που δημοσιεύτηκε σε πέντε συνεχόμενα τεύχη της βελγικής εβδομαδιαίας εφημερίδας που εκδίδει ο Μαντέλ, La Gauche: από 21 Δεκεμβρίου του 1968 μέχρι 18, Ιαν. 1969.

1. Τι είναι εργατικός έλεγχος;

Το ζήτημα του εργατικού ελέγχου είναι στην ημερήσια διάταξη. Η FGTB [Federation Generale des Travailleurs de Belgique Γενική Ομοσπονδία Εργαζομένων του Βελγίου] συγκαλεί ένα ειδικό συνέδριο για το θέμα αυτό. Πολλά Βρετανικά συνδικάτα τον έχουν υιοθετήσει. Στη Γαλλία, οι πιο αριστεροί εργάτες και φοιτητές έχουν κάνει τον εργατικό έλεγχο από τα κύρια αιτήματά τους. Και σε πολλά εργοστάσια και βιομηχανίες στην Ιταλία οι πρωτοπόροι εργάτες όχι μόνο καλούν για εργατικό έλεγχο, αλλά κάνουν ό, τι μπορούν - όπως στην Fiat - για να το βάλουν σε εφαρμογή στο σωστό χρόνο.
Αυτό είναι ένα παλιό αίτημα της διεθνούς εργατικής τάξης. Προέκυψε κατά τη διάρκεια της ρωσικής επανάστασης. Η Κομμουνιστική Διεθνής, το υιοθέτησε στο τρίτο συνέδριο της. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στους επαναστατικούς αγώνες στη Γερμανία το 1920-23. Τα βελγικά συνδικάτα έθεσαν το αίτημα αυτό κατά τη δεκαετία του 20. Ο Τρότσκι το ενσωμάτωσε στο Μεταβατικό Πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς. Ο André Renard [Βέλγος αριστερός συνδικαλιστής ηγέτης] το ανανέωσε πάλι προς το τέλος της δεκαετίας του πενήντα.

Όμως, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, το αίτημα για εργατικό έλεγχο έχει πέσει σε αχρηστία από το ευρύτερο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Δύο γενιές των εργατών δεν έχουν λάβει εκπαίδευση σχετικά με αυτό το θέμα. Είναι, ως εκ τούτου, ένα επείγον ζήτημα να ορίσουμε την έννοια και τις συνέπειες του εργατικού ελέγχου, για να δείξουμε την αξία του στον αγώνα για το σοσιαλισμό, και να το οριοθετήσουμε από τις ρεφορμιστικές παραλλαγές του - τη συνδιαχείριση [μικτή εργατική και διευθυντική λήψη αποφάσεων στις βιομηχανίες] και τη «συμμετοχή».
Ο εργατικός έλεγχος είναι ένα μεταβατικό αίτημα, μια κατ' εξοχήν αντι-καπιταλιστική διαρθρωτική μεταρρύθμιση. Το αίτημα προέρχεται από τις άμεσες ανάγκες των πλατιών μαζών και τους οδηγεί στο να ξεκινήσουν αγώνες που αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος και του αστικού κράτους. Ο εργατικός έλεγχος είναι το είδος του αιτήματος που ο καπιταλισμός δεν μπορεί ούτε να απορροφήσει ούτε χωνέψει, όπως θα μπορούσε όλα τα ενδιάμεσα αιτήματα των τελευταίων εξήντα χρόνων - από τις αυξήσεις των μισθών μέχρι το οκτάωρο, από την νομοθεσία κοινωνικής πρόνοιας μέχρι το επίδομα αδείας.
Σε αυτό το σημείο μπορούμε να απορρίψουμε την ένσταση που εγείρουν οι σεχταριστές «καθαρολόγοι»: « Καλώντας σε αντι-καπιταλιστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις γίνεσαι ρεφορμιστής» μας λένε. «Δεν περιέχει το αίτημά σας τη λέξη «μεταρρύθμιση»;»
Η ένσταση αυτή είναι παιδιάστικη. Είναι, επίσης ανέντιμη - τουλάχιστον από την πλευρά εκείνων που δεν αντιτίθενται τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις από θέση αρχής. Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε το επιχείρημα, όσο δύσκολο κι αν ήταν, αν αυτό προερχόταν από ορισμένους αναρχικούς που απορρίπτουν τον αγώνα για υψηλότερους μισθούς. Οι άνθρωποι κάνουν λάθος, αλλά τουλάχιστον μπορούν να πιστωθούν το ότι είναι λογικά συνεπείς.
Αλλά τι μπορούμε να πούμε για εκείνους που υποστηρίζουν όλους τους αγώνες για αύξηση των μισθών, για μείωση της εργάσιμης εβδομάδας, για μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης, για διπλή αμοιβή την περίοδο της αδείας, για δωρεάν ιατρική φροντίδα και δωρεάν φάρμακα, αλλά που , ταυτόχρονα, απορρίπτουν τις αντι-καπιταλιστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις;
Δεν συνειδητοποιούν καν ότι κι εκείνοι, επίσης, αγωνίζονται για μεταρρυθμίσεις, αλλά η διαφορά μεταξύ ημών και αυτών είναι ότι αυτοί αγωνίζονται μόνο για εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που ο καπιταλισμός έχει ξανά και ξανά αποδείξει ότι είναι σε θέση να δώσει, να ενσωματώσει μέσα στο σύστημά του, μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ως εκ τούτου δεν αναστατώνουν το ίδιο το σύστημα.
Από την άλλη πλευρά, το πρόγραμμα των αντι-καπιταλιστικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων έχει αυτά τα πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μια φυσιολογική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, θρυμματίζει το σύστημα, δημιουργεί μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας και οδηγεί ταχύτατα στην επαναστατική πάλη για την εξουσία. Οι αυξήσεις των μισθών - όσο σημαντικές μπορεί να είναι για την άνοδο του επιπέδου της αγωνιστικότητας των εργατών, όπως και πολιτιστικού επιπέδου τους – δεν μπορούν να δώσουν καρπούς.
Στην πραγματικότητα, η όλη επιχειρηματολογία των «καθαρολόγων» αντιπάλων μας βασίζεται σε μια παιδιάστικη σύγχυση. Η πάλη για μεταρρυθμίσεις δεν κάνει κάποιον ρεφορμιστή. Αν ήταν έτσι ο ίδιος ο Λένιν θα ήταν ο υπ' αριθμόν ένα ρεφορμιστής, γιατί ποτέ δεν απέρριψε την πάλη για την υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων των εργατών. Ρεφορμιστής είναι κάποιος που πιστεύει ότι ο αγώνας για μεταρρυθμίσεις είναι το μόνο που χρειάζεται για την ανατροπή του καπιταλισμού, σιγά-σιγά, σταδιακά, και χωρίς ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης.
Αλλά εμείς, υποστηρικτές του προγράμματος των αντι-καπιταλιστικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, δεν είμαστε κατά κανέναν τρόπο θύματα αυτής της ψευδαίσθησης. Δεν πιστεύουμε ούτε στη σταδιακή έλευση του σοσιαλισμού ούτε στην κατάκτηση της εξουσίας από τον εκλογικό, κοινοβουλευτικό δρόμο. Είμαστε πεπεισμένοι ότι η ανατροπή του καπιταλισμού απαιτεί μια καθολική, εξωκοινοβουλευτική εμπόλεμη αντιπαράθεση μεταξύ των εργατών και του αστικού κράτους. Το πρόγραμμα των αντι-καπιταλιστικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων έχει ακριβώς αυτό το στόχο – να οδηγήσει τους εργάτες να ξεκινήσουν τους αγώνες που βγάζουν σε μια τέτοια αντιπαράθεση. Αντί γι 'αυτό, οι «καθαρολόγοι» επικριτές μας γενικά ικανοποιημένοι με τους αγώνες για άμεσες διεκδικήσεις, μιλώντας εν τω μεταξύ αφαιρετικά για την διεξαγωγή της επανάστασης, χωρίς ποτέ να αναρωτηθούν, Πώς πραγματικά θα γίνει η επανάσταση;

Ένα εύγλωττο παράδειγμα: Μάιος 1968 στη Γαλλία

Η γενική απεργία του Μάη του 1968, μετά από εκείνη στο Βέλγιο Δεκέμβριος 1960 - Ιανουάριος 1961, μας προσφέρει ένα εξαιρετικό παράδειγμα της καίριας σημασίας αυτού του προβλήματος. Δέκα εκατομμύρια εργάτες συμμετείχαν στην απεργία. Κατέλαβαν τα εργοστάσιά τους. Αν είχαν κινητοποιηθεί από την επιθυμία να καταργήσουν πολλές από τις κοινωνικές αδικίες που επισώρευσε το Γκωλικό καθεστώς στα δέκα χρόνια της ύπαρξής της, στόχευαν προφανώς πέρα από απλά αιτήματα μισθολογικής κλίμακας. Ο τρόπος με τον οποίο απέρριψαν, μαζικά, τις πρώτες «συμφωνίες Crenelle» [που συνήφθησαν μεταξύ της κυβέρνησης de Gaulle και της ένωσης ομοσπονδιών στις 27 Μάη], οι οποίες θα είχαν δώσει μια μέση αύξηση των μισθών των 14 τοις εκατό, σαφώς αντικατοπτρίζει αυτή την επιθυμία να πάνε μακρύτερα .
Όμως, αν και οι εργάτες δεν αισθάνονται ικανοποιημένοι με τις άμεσες διεκδικήσεις, δεν έχουν επίσης καμία ακριβή ιδέα του τι ακριβώς θέλουν. Αν είχαν εκπαιδευτεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών και μηνών στο πνεύμα του εργατικού ελέγχου, θα γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν: να εκλέξουν μια επιτροπή σε κάθε εργοστάσιο που θα ξεκινούσε με το άνοιγμα των βιβλίων της εταιρείας, θα υπολόγιζε μόνη της τα ποικίλα εταιρικά κόστη παραγωγής και ποσοστά κέρδους, θα αποσπούσε δικαίωμα βέτο για τις προσλήψεις, τις απολύσεις και για οποιεσδήποτε αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας, θα αντικαθιστούσε τους επιλεγμένους από το αφεντικό επιστάτες και επόπτες με εκλεγμένους συναδέλφους – εργάτες (ή με τα μέλη της βάρδιας εναλλασσόμενα κυκλικά).
Μια τέτοια επιτροπή θα ερχόταν φυσικά σε σύγκρουση με τη δικαιοδοσία των εργοδοτών σε κάθε επίπεδο. Οι εργάτες θα έπρεπε γρήγορα να περάσουν από τον εργατικό έλεγχο στην εργατική διαχείριση. Αλλά αυτό το διάστημα θα είχε χρησιμοποιηθεί για την καταγγελία της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, αδικίας, απάτης και σπατάλης σε ολόκληρη τη χώρα και για την οργάνωση των τοπικών, περιφερειακών και εθνικών συνεδρίων της απεργίας και των επιτροπών εργατικού ελέγχου. Αυτά, με τη σειρά τους, θα είχαν παράσχει στους απεργούς εργάτες τα μέσα οργάνωσης και αυτοάμυνας που είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση του αστικού κράτους και της καπιταλιστικής τάξης ως όλον.
Η Γαλλική εμπειρία του Μάη του 1968 δείχνει έναν από τους κύριους λόγους για τους οποίους το αίτημα για εργατικό έλεγχο κατέχει μια προνομιακή θέση σε μια σοσιαλιστική στρατηγική με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού στις βιομηχανικές χώρες.
Για να οδηγήσουν οι ενωτικοί αγώνες γύρω από άμεσα αιτήματα, με αποκορύφωμα τη γενική απεργία με κατάληψη των εργοστασίων, στον αγώνα για την εξουσία, οι εργάτες δεν μπορούν να βάλουν μπροστά την πιο προωθημένη μορφή ως κάτι το αφηρημένο, ως κάτι το τεχνητά εισηγμένο στη μάχη τους από την προπαγάνδα των επαναστατικών ομάδων. Πρέπει να ξεφυτρώσει από τις ίδιες τις ανάγκες του αγώνα τους. Το αίτημα για εργατικό έλεγχο (το οποίο περιλαμβάνει την αμφισβήτηση της εξουσίας των αστικών τάξεων σε όλα τα επίπεδα και το οποίο τείνει να γεννήσει, πρώτα στο εργοστάσιο, αργότερα ευρύτατα στη χώρα , μια εμβρυακή εργατική εξουσία σε αντιπαράθεση με την αστική εξουσία) είναι η καλύτερη γέφυρα μεταξύ του αγώνα για τις άμεσες διεκδικήσεις και της πάλης για την εξουσία.
Υπάρχουν δύο άλλοι λόγοι για τους οποίους το αίτημα αυτό είναι τόσο σημαντικό στην παρούσα φάση του καπιταλισμού και του αντι-καπιταλιστικού αγώνα των εργατών.
Η καπιταλιστική συγκέντρωση, η αυξανόμενη συγχώνευση των μονοπωλίων με το αστικό κράτος, ο συνεχώς αυξανόμενος ρόλος του κράτους ως εγγυητή των μονοπωλιακών κερδών στις ιμπεριαλιστικές χώρες, η αυξανόμενη τάση προς την οργάνωση και «προγραμματισμό» της οικονομίας κάτω από το νεο-καπιταλισμό - όλα αυτά τα κύρια χαρακτηριστικά της σημερινής οικονομίας μεταφέρουν το κέντρο βάρους της ταξικής πάλης όλο και περισσότερο από το εργοστάσιο και από το βιομηχανικό κλάδο στην οικονομία ως όλο.
Στην «διευθυνόμενη» καπιταλιστική οικονομία, τα πάντα είναι σφιχτά συμπλεγμένα. Μια αύξηση των μισθών ακυρώνεται από την αύξηση των τιμών και των φόρων, ή με έμμεσους φορολογικούς χειρισμούς (για παράδειγμα, αύξηση των φόρων κοινωνικής ασφάλισης ή μείωση των παροχών προς τους εργάτες). Τα περιφερειακά επίπεδα απασχόλησης ανατρέπονται από τον καπιταλιστικό εξορθολογισμό ή από την μετακίνηση των επενδύσεων προς άλλες περιοχές. Καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιβληθεί μια «εισοδηματική πολιτική», που να συνδέει τους μισθούς με την παραγωγικότητα, αλλά ταυτόχρονα αρνείται στους εργάτες τα μέσα του ακριβούς προσδιορισμού της παραγωγικότητας.
Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να κάνει καμία σοβαρή πρόοδο, αν αρκείται σε περιοδικούς αγώνες για την προσαρμογή ή την αύξηση των μισθών. Όλη η λογική της εθνικής (και διεθνούς) ταξικής πάλης φέρνει τα συνδικάτα να αμφισβητήσουν τη σχέση μεταξύ τιμών και μισθών, μισθών και χρήματος, αυξήσεων των μισθών και αυξήσεων της παραγωγικότητας, την οποία οι εργοδότες - και οι κυβερνήσεις που τους υπηρετούν - προσπαθούν να τους επιβάλλουν ως «αναπόφευκτη». Αλλά αυτή η πρόκληση δεν μπορεί να τεθεί αποτελεσματικά, δηλαδή, με έναν ενήμερο τρόπο, εάν δεν ανοίξουν τα βιβλία, εάν δεν καταργηθεί το τραπεζικό απόρρητο, εάν οι εργάτες δεν αναδείξουν και εκθέσουν όλους τους μυστικούς μηχανισμούς του κέρδους και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Είναι αυτονόητο ότι, στο ίδιο πνεύμα, ο εργατικός έλεγχος πρέπει να ασκείται από τους εκλεγμένους εκπροσώπους των εργατών εν όψει ολόκληρης της εργατικής τάξης και του έθνους ως όλου, και όχι από μερικούς συνδικαλιστικούς ηγέτες που συνέρχονται μυστικά με μερικούς ηγέτες των εργοδοτών. Θα επανέλθουμε σ 'αυτό, γιατί η διάκριση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική.
Ζούμε σε μια περίοδο όλο και πιο ταχείας τεχνολογικής αλλαγής - την τρίτη βιομηχανική επανάσταση. Κατά τη διάρκεια αυτών των αλλαγών, διάφοροι κλάδοι της βιομηχανίας, διάφορα επαγγέλματα, διάφορες δουλειές, εξαφανίζονται σε διάστημα μερικών ετών. Οι καπιταλιστές προσπαθούν συνεχώς να υποτάξουν την ανθρώπινη εργασία στις απαιτήσεις των όλο και πιο ακριβών και όλο και πιο πολύπλοκων μηχανών.
Κατά την ίδια στιγμή που η χειρωνακτική εργασία λίγο-λίγο εξαφανίζεται από τα εργοστάσια, ο αριθμός των τεχνικών που εμπλέκονται άμεσα στην παραγωγή αυξάνεται. Το επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης των εργατών αυξάνεται γρήγορα. Η γενική τάση προς την ακαδημαϊκή εκπαίδευση μέχρι την ηλικία των δεκαεπτά ή δεκαοκτώ, η οποία γίνεται όλο και πιο κοινή, είναι μια πολύ σαφής ένδειξη για αυτό.
Αλλά όσο περισσότερη εκπαίδευση έχουν οι εργάτες, τόσο περισσότερο τείνουν να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους - και τόσο λιγότερο θα αποδέχονται το γεγονός ότι αυτοί που διοικούν την κοινωνία, οι διευθυντές και τα στελέχη, που συχνά γνωρίζουν λιγότερα για την παραγωγή και τη λειτουργία των μηχανών από ό, τι οι ίδιοι οι εργάτες, υπαγορεύουν εντούτοις στους εργάτες τι πρέπει να παράγουν και πώς πρέπει να το παράγουν. Η ιεραρχική δομή της επιχείρησης θα ζυγίζει όλο και πιο βαριά πάνω στους εργάτες, καθώς το χάσμα των τεχνικών γνώσεων μεταξύ των εργατών και των εργοδοτών ελαττώνεται και συντηρείται μόνο από ένα τεχνητό μονοπώλιο των λεπτομερειών της λειτουργίας της επιχείρησης ως όλου, τις οποίες ο εργοδότης ζηλόφθονα κρατά για τον εαυτό του.
Είναι γεγονός ότι τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις αιτίες των απεργιών, στη Μεγάλη Βρετανία, όπως και στην Ιταλία, αποκαλύπτουν ότι οι εργασιακές συγκρούσεις όλο και λιγότερο αφορούν ζητήματα μισθών per se και όλο και περισσότερο αφορούν την οργάνωση της εργασίας, τη διαδικασία της ίδιας της παραγωγής. Το Βέλγιο είναι λίγο καθυστερημένο ως προς αυτό, αλλά θα καλύψει τη απόσταση αρκετά σύντομα!
Το ζήτημα του εργατικού ελέγχου, καθώς επάγει το άμεσο δικαίωμα επιθεώρησης και αρνησικυρίας για τους εργάτες σε μια σειρά από πτυχές της ζωής της επιχείρησης - ενώ ταυτόχρονα απεκδύεται κάθε ευθύνης για τη διαχείριση της, ενόσω είναι ιδιωτική ιδιοκτησία και το καπιταλιστικό κράτος υπάρχει ακόμα - απαντά έτσι σε μια ανάγκη που γεννήθηκε από την ίδια την κοινωνική και οικονομική ζωή. Η δομή της επιχείρησης δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες της οικονομίας, ούτε στις προσδοκίες των εργατών.
Με αυτή την έννοια, το αίτημα είναι κατ' εξοχήν αντικαπιταλιστικό, επειδή ο καπιταλισμός δεν χαρακτηρίζεται εξ ορισμού από χαμηλούς μισθούς, ούτε καν από ένα μεγάλο αριθμό των ανέργων (αν και περιοδικές υφέσεις παραμένουν αναπόφευκτες και σημαντικές). Χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το κεφάλαιο, ότι οι καπιταλιστές, εξουσιάζουν ανθρώπους και μηχανές. Αμφισβητώντας αυτό το κανονιστικό δικαίωμα, και αντιπαραθέτοντας σε αυτό ένα άλλο είδος εξουσίας, σημαίνει ανάληψη συγκεκριμένων δράσεων για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

2. Συμμετοχή, Όχι! Έλεγχος, Ναι!

Η εμπειρία διδάσκει τους εργάτες ότι η άμεση και μελλοντική μοίρα τους εξαρτάται από την λειτουργία της οικονομίας ως όλον. Όλο και περισσότερο συμπεραίνουν από αυτό, ότι θα ήταν ανώφελο να αγωνίζονται μόνο για να υπερασπιστούν την αγοραστική τους δύναμη ή να αυξήσουν τους μισθούς τους, χωρίς να νοιάζονται για τις τιμές , για το δείκτη κόστους ζωής, για τα δημοσιονομικά προβλήματα, για τις επενδύσεις και για τον καπιταλιστικό «εξορθολογισμό» των επιχειρήσεων.
Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική τάξη πάρα πολύ συχνά καταφέρνει να «ισοφαρίσει» τις αυξήσεις των μισθών μέσω των αυξήσεων των τιμών ή των αυξήσεων των άμεσων ή έμμεσων φόρων που φορτώνονται στους εργάτες. Κλέβει στο «φιδάκι», παραποιώντας τον δείκτη ή εφαρμόζοντας την περιβόητη «πολιτική του δείκτη» (αυξήσεις τιμών που αποφεύγουν ή παρακάμπτουν τα προϊόντα που έχουν επιλεγεί για τον υπολογισμό του δείκτη).
Ροκανίζει τη δύναμη των συνδικάτων σε περιοχές όπου η εργατική τάξη είναι πολύ μαχητική αποσύροντας συστηματικά επενδύσεις και επιχειρήσεις από τις περιοχές αυτές, με αποτέλεσμα την εκ νέου δημιουργία ανεργίας (οι μεταλλουργοί της Λιέγης ξέρουν ένα - δυο πράγματα γι' αυτό!). Εξασφαλίζει πάντα μια εφεδρική δεξαμενή εργασίας διευθετώντας τη συνύπαρξη περιοχών ταχείας ανάπτυξης με περιοχές που είναι υπανάπτυκτες ή σε πτώση.
Με λίγα λόγια, συγκεντρώνει όλα τα νήματα της οικονομικής ζωής και της οικονομικής πολιτικής για να υπερασπίζεται τα ταξικά της συμφέροντα.
Αν από τώρα και στο εξής οι εργάτες είναι ικανοποιημένοι ζητώντας μισθολογικές αυξήσεις, είναι βέβαιο ότι θα μαδηθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αγώνες για τους μισθούς και τα άμεσα αιτήματα δεν είναι πλέον απαραίτητοι ή άχρηστοι - μάλιστα, αληθεύει το αντίθετο. Αλλά σημαίνει ότι δεν πρέπει να περιοριστούμε στο να απαιτούμε για την εργασία ένα μεγαλύτερο μέρος της νέας αξίας που μόνη αυτή έχει δημιουργήσει. Σημαίνει ότι η εργασία πρέπει να αμφισβητήσει τη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας ως όλου.
Στα παλιά χρόνια, οι εργοδότες αρκούνταν στο να υπερασπιστούν το θείο δικαίωμά τους να είναι «καπετάνιοι του πλοίου» - το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Κάθε συνδικαλιστικό αίτημα που απαιτεί κάποιου είδους παρέμβαση στη διαχείριση της επιχείρησης (για να μην πούμε τίποτα για τη διαχείριση της οικονομίας ως όλου), απορρίφθηκε με αγανάκτηση ως «καταχρηστικό», ως ένα πρώτο βήμα προς την «κατάσχεση», ως «κλοπή».
Σήμερα, όμως, τα επιχειρήματα των καπιταλιστών έχουν γίνει πιο ευέλικτα. Από το επιχείρημα του θείου δικαιώματος των εργοδοτών, τα αφεντικά έχουν με σύνεση υποχωρήσει στο επιχείρημα της «υπεράσπισης της επιχείρησης». Δέχονται σιωπηρά (και μερικές φορές ρητά) ότι οι εργάτες θα πρέπει να «έχουν κάτι να πουν» σχετικά με το τι συμβαίνει στην επιχείρησή τους, τον τόπο τους, πραγματικά, στην οικονομική ζωή της χώρας ως όλου (ορισμένες διεθνείς συνθήκες, όπως η εκείνη της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή της κοινής αγοράς, έστω και επιφυλακτικά αναφέρουν το δικαίωμα των εργατών να «συσχετίζονται» με την επίλυση των προβλημάτων της διεθνούς οικονομίας).
Η εξέλιξη της σκέψης των ιδιοκτητών της βιομηχανίας αντιστοιχεί προφανώς σε μια εξέλιξη στο συσχετισμό των δυνάμεων. Όταν το κεφάλαιο ήταν παντοδύναμο και η εργασία αδύναμη και διχασμένη, οι εργοδότες ήταν σε θέση να διαφεντεύουν με ωμή βία. Όταν το κεφάλαιο γίνεται αδύναμο, επειδή το σύστημα έχει εισέλθει στο στάδιο της ανίατης δομικής κρίσης σε παγκόσμια κλίμακα, και η εργασία οργανώνεται και ενισχύεται αρκετά, πρέπει να εφευρεθούν, πιο λεπτά μέσα κυριαρχίας αλλιώς, το όλο σύστημα της κυριαρχίας διατρέχει τον κίνδυνο της αποσύνθεσης.
Έτσι περνάμε σχεδόν ανεπαίσθητα από το κυνικό δόγμα των «ιερών δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας» (δηλαδή, «το δίκαιο του ισχυροτέρου») στο ζαχαρωμένο και υποκριτικό δόγμα των «ανθρώπινων σχέσεων». Έτσι γεννιέται η αυταπάτη της «εργοστασιακής κοινότητας» στην οποία κεφαλαίο και εργασία θα πρέπει να συνεταιρίζονται «λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα έννομα συμφέροντά τους».
Όμως, η εξέλιξη του βιομηχανικού δόγματος δεν είναι απλώς μια παθητική αντανάκλαση της εξέλιξης του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Αντικατοπτρίζει επίσης έναν τακτικό στόχο των καπιταλιστών. Η τακτική αυτή επιδιώκει να εμπλέξει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ή ακόμη και εκλεγμένους αντιπρόσωπους των εργατών, σε μια καθημερινή πρακτική ταξικής συνεργασίας. Υποτίθεται για να εκτονώσει το εκρηκτικό χαρακτήρα της κοινωνικής σύγκρουσης και για να εμβαπτίσει την εργατική τάξη μέσα σε ένα μόνιμο κλίμα συνεννόησης και διαπραγμάτευσης - ένα κλίμα που αμβλύνει όλη τη μαχητικότητα και όλες τις προσπάθειες για να αντιπαραταχθεί η οργανωμένη δύναμη των εργατών στην οικονομική δύναμη των καπιταλιστών.
Μια αναλογία μπορεί να γίνει μεταξύ της μεταβολής στην στάση της αστικής τάξης αρχίζοντας από το 1914, πρώτα απέναντι στην σοσιαλδημοκρατία, ύστερα απέναντι στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, και τώρα αυτής της εξέλιξης προς μια πιο ευέλικτη στάση όσον αφορά τα «αποκλειστικά και ιερά δικαιώματα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας».
Και στις τρεις περιπτώσεις, η αστική τάξη προσπάθησε να αποδυναμώσει τον ταξικό της αντίπαλο με αποπλάνηση, αφού μάταια προσπάθησε να τον συνθλίψει με τη βία, την καταστολή, ή την οικονομική πίεση. Έτσι, σοσιαλδημοκράτες υπουργοί έχουν «ενσωματωθεί» σε κυβερνήσεις συνασπισμού. Συνδικαλιστές ηγέτες έχουν «ενσωματωθεί» στις επιτροπές διαχείρισης εργασίας. Γιατί να μην «ενσωματωθούν» και οι εκπρόσωποι των εργατών σε εργοστασιακά συμβούλια «συνδεδεμένα με τη διαχείριση»;
Η εμπειρία με την συναπόφαση στη Δυτική Γερμανία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική για το θέμα αυτό. Έγινε ένα ισχυρό μέσο υπόσκαψης της δύναμης των συνδικάτων και της αγωνιστικότητας των εργατών.
Οι εργάτες είχαν την ψευδαίσθηση ότι είχαν αποκτήσει «δικαιώματα» μέσα στα εργοστάσια, τα εργοστάσια έγιναν, στα μάτια τους, σε έναν κάποιο βαθμό, τα εργοστάσιά «τους». Αλλά μόλις πήρε μια στροφή η οικονομική κατάσταση, έχασαν όχι μόνο τα μπόνους τους (που παρείχαν οι καπιταλιστές κατά την περίοδο της μεγάλης έλλειψης εργατικού δυναμικού), αλλά ακόμη και ένα μέρος από το «κανονικό» τους εισόδημα, αν όχι και τις δουλειές τους.
Τα καπιταλιστικά εργοστάσια για άλλη μια φορά απεκάλυψαν τη φύση τους: δηλαδή, ότι είναι μια περιοχή όπου ο εργοδότης είναι ο βασιλεύων μονάρχης, αφήνοντας στους αγαπημένους του εργάτες μόνο την ψευδαίσθηση ενός «συνεταιρισμού» - ενός ναρκοθετημένου «συνεταιρισμού».
Ο de Gaulle δεν εφηύρε κάτι καινούργιο με τη «Συμμετοχή» του. Όντας αναγκασμένοι να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στους εργοδότες, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να τους προσλαμβάνουν όταν η «κερδοφορία της επιχείρησης» το απαιτεί, οι εργάτες παραμένουν προλετάριοι. Έχοντας λευκή εντολή επί ανθρώπων και μηχανών (που πολύ συχνά απέκτησαν με τα χρήματα άλλων, δηλαδή, του κράτους) οι εργοδότες παραμένουν ό, τι ήταν και πριν - καπιταλιστές.
Αφελείς αυθεντίες, συνήγοροι της ταξικής συνεργασίας, αντιτείνουν: «Εσείς, όντας κακοί μαρξιστές, κηρύσσετε τον ταξικό πόλεμο μέχρις εσχάτων, ενώ οι γλυκοί και λογικοί καπιταλιστές είναι έτοιμοι να κάνουν παραχωρήσεις και να βάλουν κατά μέρος την ταξική πάλη τους». Προφανώς, η πραγματικότητα δεν είναι τίποτα σαν κι αυτό.
Προσπαθώντας να παγιδεύσουν τους εργάτες και τις οργανώσεις τους στην παγίδα της ταξικής συνεργασίας, οι εργοδότες επιδιώκουν, από την πλευρά τους, μια αδυσώπητη πάλη των τάξεων. Κρατούν τα όπλα τους ανέπαφα: οικονομικό πλούτο, καπιταλιστική ιδιοκτησία της βιομηχανίας και των τραπεζών, υποταγή της οικονομικής ζωής στις ανάγκες των κερδών τους.
Αλλά, την ίδια στιγμή, παραλύουν ή επιδιώκουν να καταστρέψουν το μοναδικό όπλο που διαθέτουν οι εργάτες: την ικανότητά τους να οργανώνονται και να ξεκινούν μια κοινή πάλη για τα ταξικά τους συμφέροντα, δηλαδή, να λειτουργούν οι οργανώσεις των εργατών προς όφελος των εργατών. Γυρεύοντας να υποτάξουν αυτές τις οργανώσεις στο «γενικό συμφέρον», ενώ η οικονομία περισσότερο από ποτέ κυριαρχείται από το καπιταλιστικό κέρδος, οι καπιταλιστές έχουν καταγάγει περιφανή νίκη στην ταξική πάλη εναντίον των μισθωτών εργατών.
Για το λόγο αυτό τα συνδικάτα και οι εργάτες πρέπει να αρνούνται να κάνουν και την παραμικρή παραχώρηση στο «ομαδικό πνεύμα» που οι εργοδότες διαδίδουν. Οι εργάτες πρέπει συστηματικά αρνούνται να πάρουν το παραμικρό στοιχείο ευθύνης για τη διαχείριση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και της καπιταλιστικής οικονομίας. Επιθεώρηση προκειμένου να αμφισβητήσει, ναι. Συμμετοχή σε, ή μοίρασμα της, διαχείρισης, όχι. Εδωδά βρίσκονται τα συμφέροντα των εργατών.
André Renard
Δύο επιχειρήματα συχνά αντιπαρατίθεται σε αυτήν την παραδοσιακή θέση του εργατικού κινήματος, το οποίο ο André Renard ακόμα υπερασπιζόταν σθεναρά στο Vers le Socialisme par 1'Action [Προς το Σοσιαλισμό Δια της Δράσης].
Πρώτα απ' όλα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εργάτες έχουν, παρ' όλα αυτά, συμφέρον στην επιβίωση των επιχειρήσεων: Η εξαφάνιση μιας μεγάλης εργοστασιακής μονάδας δεν σημαίνει την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, την αύξηση της ανεργίας;
Το επιχείρημα αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι στο καπιταλιστικό σύστημα ο ανταγωνισμός και η καπιταλιστική συγκέντρωση είναι αναπόφευκτα. «Συνδέοντας» κανείς τη μοίρα των εργατών με αυτή των εργοστασίων, δεν κινδυνεύει μόνο να τους προσδέσει πάνω στους ηττημένους μιας άγριας μάχης. Μεταφέρει επίσης τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό στις τάξεις της εργατικής τάξης, όταν όλη η εμπειρία έχει δείξει ότι μόνο μέσω της ταξικής οργάνωσης και της ταξικής ενότητας τους ότι οι εργάτες έχουν οποιοδήποτε είδος ευκαιρίας να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα.
Το ίδιο επιχείρημα δεν έχει επιπλέον ισχύ, όταν εφαρμόζεται σε περιοχές. «Δεν θέλουμε κοινωνικοποίηση νεκροταφείων, γι' αυτό θα πρέπει να συνταχθούμε με τα αφεντικά για να σώσουμε τις βιομηχανίες μας[!] », λένε ορισμένοι συνδικαλιστές.
Το λυπηρό με αυτό το πράγμα είναι ότι οι βιομηχανίες αυτές δεν είναι καθόλου «μας», αλλά των καπιταλιστών, ακόμη και αν τα εννέα δέκατα του κεφαλαίου προέρχονται από κρατικές επιχορηγήσεις. Οι βιομηχανίες αυτές υπόκεινται στους νόμους του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Το να συρθούν οι εργάτες σε αυτό το μονοπάτι σημαίνει να υποταχθούν στις προσταγές της κερδοσκοπίας και του κέρδους. Σημαίνει να ανεχθούν τον «εξορθολογισμό», την αύξηση της παραγωγικότητας, την εντατικοποίηση, την ένταση της εκμετάλλευσης των εργατών. Σημαίνει, επίσης, την αποδοχή μείωσης του αριθμού των θέσεων εργασίας. Από αυτό μέχρι την αποδοχή των απολύσεων, ακόμα και των μειώσεων στους μισθούς, είναι μόνο ένα βήμα.
Μόλις γίνει το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, ο εκβιασμός των εργοδοτών γίνεται παντοδύναμος. Για να συντριβεί, είναι απαραίτητο να απορριφθεί η συνεργασία από την αρχή-αρχή και να αρχίσει να επιβάλλεται η διατήρηση του επιπέδου της απασχόλησης με διαρθρωτικές αντι-καπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις.

«Εργατικός Έλεγχος» και «Συμμετοχή» είναι ακριβή αντίθετα

Και έπειτα υπάρχει ένα πιο λεπτό επιχείρημα. «Για τον ελέγξετε, θα πρέπει να πληροφορείστε. Γιατί να μην συμμετέχετε με μοναδικό σκοπό την σταχυολόγηση πληροφοριών; » Ο σοφιστής προσθέτει ότι δεν υπάρχει απόλυτη διάκριση μεταξύ της συμμετοχής και του ελέγχου.
Η απάντηση είναι πολύ απλή: το κάθε τι εξαρτάται από τον στόχο που πρέπει να επιτευχθεί από τη δράση και από την πρακτική πορεία που ακολουθείται. Είναι ένα ζήτημα «συμμετοχής», αλλά μη αποδοχής της παραμικρής ευθύνης για τη διαχείριση της επιχείρησης; Αλλά τι ευκαιρία θα πρέπει να περιμένουμε στη συνέχεια, πριν αποκαλύψουμε σε όλους τους εργάτες την πολυδιαφημισμένη «σταχυολόγηση πληροφοριών»; Μια τέτοια πορεία είναι εκτός θέματος, οι καπιταλιστές θα αρνούνταν να παίξουν αυτό το παιχνίδι. Τα χαρτιά είναι εναντίον τους!
Σύμφωνοι! Αλλά αν δεν αποκαλύπταμε αυτές τις πληροφορίες, αν δεχόμασταν απόρρητο, η «συνεργασία» και τα κομματάκια «συνυπευθυνότητας», δεν θα έπαιζαν το παιχνίδι των καπιταλιστών;
Φαινομενικά, η διαφορά μεταξύ «συμμετοχής» και «αντιπαράθεσης»είναι δύσκολο να καθοριστεί, αλλά το μόνο που έχουμε να κάνουμε για να συνειδητοποιήσουμε τη διαφορά είναι η καταγραφή, σε κάθε περίπτωση, της αντίδρασης των εργοδοτών, ακόμα και των πιο «φιλελεύθερων» εργοδοτών.
«Τότε, απλώς θέλετε αναταραχή για χάρη της ίδιας της αναταραχής, απαιτώντας το αδύνατο» απαντούν οι υπέρμαχοι της αστικής τάξης. Καθόλου. Θέλουμε να αντικαταστήσουμε ένα σύστημα με ένα άλλο, την ταξική εξουσία του κεφαλαίου με την ταξική εξουσία των εργατών.
Για το σκοπό αυτό θέλουμε οι εργάτες να έχουν μια πολύ σαφή κατανόηση των χιλιάδων τρόπων που διαθέτει η αστική τάξη, στο παρόν σύστημα, για να τους παραπλανά, να τους εκμεταλλεύεται, να τους μαδά Γι' αυτό απαιτούμε εργατικό έλεγχο. Και αν μια ριζική αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων κάνει αυτό το αίτημα πραγματοποιήσιμο - για μια σύντομη μεταβατική περίοδο - θα θέλαμε, προκειμένου να υλοποιηθεί το αίτημα αυτό, οι εργάτες να οργανωθούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργήσουν, εντός των εργοστασίων και της οικονομίας ως όλον, μια αντι-εξουσία που θα γίνει γρήγορα ο πυρήνας μιας νέας κρατικής εξουσίας.
«Συμμετοχή» σημαίνει: σύνδεση των εργατών με το κεφάλαιο, αποδοχή των μυστικών συμφωνιών με το κεφάλαιο, μόνιμες μυστικές συναντήσεις, επιτροπές οικονομικού «συντονισμού», ακόμη και «επιτροπές ελέγχου» (όπως αυτές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας), όπου οι εργάτες δεν ελέγχουν στην πραγματικότητα τίποτα απολύτως αλλά γίνονται συνυπεύθυνοι, στα μάτια της κοινής γνώμης, για τις υπέρογκες χρεώσεις και για τα μεγάλα κέρδη των μονοπωλίων.
«Εργατικός έλεγχος» σημαίνει: πλήρης και ολοκληρωμένη αποκάλυψη, συζήτηση όλων των μυστικών της επιχείρησης και της οικονομίας μπροστά στις γενικές συνελεύσεις των εργατών, απογύμνωση όλων των περίπλοκων μηχανισμών της καπιταλιστικής οικονομίας, «παράνομη» παρέμβαση των εργατών σε όλα τα προνόμια της Ιδιοκτησίας, της Διαχείρισης, και του Κράτους. Αυτό από μόνο του σημαίνει τη γέννηση μιας νέας μορφής εξουσίας, απείρως πιο δημοκρατικής και πιο δίκαιης από όσο εκείνη της αστικής «δημοκρατίας», μια εξουσία στην οποία όλοι οι εργάτες (85 τοις εκατό του ενεργού πληθυσμού της χώρας αυτής) μαζί θα λαμβάνουν τις αποφάσεις που θα καθορίζουν τη μοίρα τους.

3. Θέση της CSC είναι: Συμμετοχή, ναι αλλά...

Σε αρκετές περιπτώσεις, η CSC [Confederation des Syndicats Chretiens, Συνομοσπονδία Χριστιανικών Συνδικάτων] προσπάθησε να στρέψει τις προσπάθειές της προς το πρόβλημα της φύσης του εργοστασίου. Το 1964 είχε ήδη αφιερώσει μια έκθεση για το πρόβλημα. Η έκθεση, Υπεύθυνοι για το μέλλον, που παρουσιάστηκε στο εικοστό τέταρτο συνέδριό της τον Οκτώβριο του 1968, ανατρέχει διεξοδικά σε αυτό το θέμα. Το κύκνειο άσμα του Gust Cool, ως πρόεδρου της CSC, ήταν ακριβώς η παρουσίαση της έκθεσης αυτής στο συνέδριο. Μια ειδική απόφαση Για τη Μεταρρύθμιση του Εργοστασίου παρουσιάστηκε στο ίδιο συνέδριο.
Όλα αυτά τα έγγραφα φέρουν τη σφραγίδα της ίδιας αντίφασης. Η CSC υποστηρίζει ένα συγκεκριμένο δόγμα: την ταξική συνεργασία. Οι ακτιβιστές βάσης της, και ιδίως τα μέλη της, συμμετέχουν σε μια πρακτική και υποβάλλονται σε μια εμπειρία που,είτε μας αρέσει είτε όχι, ονομάζεται: ταξική πάλη. Αυτό που η ηγεσία της CSC προσπαθεί όσο μπορεί πιο σκληρά να κάνει είναι να συμβιβάσει τα δύο αυτά ασυμβίβαστα στοιχεία.
Όταν οι ηγέτες της CSC περιγράφουν τι τραβάνε οι εργάτες μέσα στο σύστημα των επιχειρήσεων – το οποίο δεν θέλουν να αποκαλούν με το όνομά του, καπιταλιστικό σύστημα, έτσι που πρέπει να καταφύγουν σε όλα τα είδη των χωρίς νόημα και αβλαβών ευφημισμών, όπως «επιχειρήσεις του σήμερα», «τωρινές επιχειρήσεις», «το σύγχρονο σύστημα», κλπ. - συχνά βάζουν το δάχτυλό στην πληγή των μελών τους.
Τα εργοστάσια συχνά κλείνουν (χωρίς επαρκείς λόγους, προσθέτει η απόφαση του εικοστού τέταρτου συνεδρίου. Όμως «δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένο» από ποια άποψη; Από την άποψη του μετόχου που θέλει να προστατεύσει τα συμφέροντά του;). Υπάρχουν μαζικές απολύσεις. Ακόμα και στις καλές εποχές, επανεμφανίζεται η ανεργία, επειδή η παραγωγή, η οποία έχει αυξηθεί, επιτυγχάνεται με μείωση του αριθμού των εργατών. Αυτό το ποσοστό ανεργίας πρόκειται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο, λόγω των «διαδοχικών κυμάτων αυτοματοποίησης, της συνεχούς εγκατάσταση των υπολογιστών, ή της πολύ προηγμένης εκμηχάνισης.» Η ατομικότητα του ανθρώπου στην εργασία απειλείται όλο και περισσότερο από «νέες τεχνικές οργάνωσης, παραγωγής και διαχείρισης.» Οι ελπίδες της νέας γενιάς με σκληρότητα ξεθωριάζουν, από τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική ζωή εξελίσσεται. Κλπ., κλπ.
Αυτοί είναι οι ισχυρισμοί που αναμφίβολα θα συναντηθούν με την έγκριση της πλειοψηφίας των 900.000 μελών της CSC. Ζουν μέσα από αυτό, καθημερινά ή περιοδικά, και το αισθάνονται μέχρι το μεδούλι τους. Δεν είναι απαραίτητο να προσθέσει κανείς οποιαδήποτε μακρηγορία για να εξηγήσει αυτές τις στοιχειώδεις αλήθειες: στο εργοστάσιο, είναι ο καπιταλιστής που κάνει κουμάντο. Τα κέρδη του έρχονται πριν από τα συμφέροντα των εργατών και του «ανθρώπινου λαού»
Αυτό που οι Cool, Keulers, Dereau και Houthuys - ο νέος πρόεδρος της CSC - δεν προσθέτουν, και είναι εντούτοις πολύ μεγάλης σημασίας, είναι ότι αυτές οι πληγές δεν προκύπτουν ούτε από την κακή θέληση των εργοδοτών, ούτε από την έλλειψη αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των εργοδοτών και των εργατών, αλλά και από την αδυσώπητη λογική του καπιταλιστικού συστήματος.
Αν ο εργοδότης δεν υποτάξει τη λειτουργία της επιχείρησης στις επιταγές της κερδοσκοπίας θα πραγματοποιήσει λιγότερα κέρδη από όσα οι ανταγωνιστές του, θα λάβει λιγότερες πιστώσεις, θα είναι σε θέση να συσσωρεύσει λιγότερα κεφάλαια, δεν θα μπορέσει να παρακολουθήσει τις τελευταίες τεχνικές. Στην επιτάχυνση του ρυθμού του σημερινού ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, σύντομα θα ρευστοποιηθεί από τους ανταγωνιστές του.
Προκύπτει, συνεπώς, ότι είναι αδύνατο να εξαλειφθούν αυτές οι πληγές διατηρώντας την ίδια στιγμή το καπιταλιστικό σύστημα. Ο «Εξανθρωπισμός» των σχέσεων παραγωγής, διατηρώντας παράλληλα την ατομική ιδιοκτησία και την καπιταλιστική οικονομία, είναι σαν να θέλουν τα ζώα της ζούγκλας να σταματήσουν να τρώνε το ένα το άλλο, διατηρώντας παράλληλα την ίδια τη ζούγκλα, με ό, τι αυτή συνεπάγεται.
Ακούστε τον άξιο κ. Cool καθώς ρίχνει ένα δάκρυ στο βωμό της «οικονομίας της υπηρεσίας»:
«Είμαστε πραγματικά στην υπηρεσία του εργάτη, στην υπηρεσία της πραγματικής ευτυχίας του, και δεν αποδεικνύει η εποχή μας ότι η ευτυχία συνίσταται τόσο στο να «είναι» κανείς όσο και στο να «βλέπει»; Ευτυχία, ας το πούμε έτσι, δεν είναι μόνο να σκέφτεσαι τον εαυτό σου, αλλά και τους άλλους στον κόσμο που είναι πεινασμένοι, που όχι μόνο γνωρίζουν τη φτώχεια, αλλά που πεθαίνουν από την πείνα ...; Δεν δίνουμε υπερβολική σημασία στο χρήμα, στην υλική ευημερία, ακόμα και στο βαθμό του να θυσιάζουμε σ' αυτά την ελευθερία μας ως παραγωγών και καταναλωτών, την ελευθερία μας ως ανθρώπινα πρόσωπα; Μήπως δεν τροφοδοτεί η υλική ευημερία έναν αυξανόμενο εγωισμό, σε βάρος της αλληλεγγύης που μας ενώνει, όχι μόνο με τους εργάτες στα εργοστάσιά μας, στην κοινότητά μας, στη χώρα μας, αλλά και με όλους τους εργάτες, με τους πολίτες σε όλο τον κόσμο, ειδικά εκείνους που είναι είναι σκυμμένοι κάτω από το ζυγό της αδικίας; »
Μια όμορφη πτήση ευγλωττίας - ακόμα και αν βρίσκουμε τη μομφή που απευθύνεται στους Βέλγους εργάτες οι οποίοι αποδίδουν «πάρα πολύ μεγάλη σημασία στο χρήμα» μάλλον κακόγουστη, λαμβάνοντας υπόψη το μέσο επίπεδο των μισθών (ειδικά για τους νέους, τις γυναίκες, τους λιγότερο ειδικευμένους, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα πολυάριθμοι στις τάξεις της CSC).
Αλλά από πού προέρχεται αυτός ο «αυξανόμενος εγωισμός» αν όχι από το ιερό και απαραβίαστο σύστημα της «ελεύθερης επιχείρησης», το οποίο έχει αναγάγει σε επίπεδο θρησκευτικού δόγματος την αρχή «ο καθένας για τον εαυτό του»; Μπορεί η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η οικονομία της αγοράς, να οδηγήσει σε τίποτα άλλο από τον ανταγωνισμό; Μπορεί ο ανταγωνισμός, σε μια οικονομία χρήματος, να οδηγήσει σε ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την επιθυμία να αποκτήσει κανείς το μέγιστο εισόδημα; Το όλο κοινωνικό κλίμα, το όλο εκπαιδευτικό σύστημα, όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ολόκληρη η οικονομικής ζωής, δεν έχουν ενσταλάξει σε όλους, μέρα και νύχτα, πως αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, πάνω απ 'όλα, είναι να «ανέβεις τη σκάλα της επιτυχίας» - έστω κι αν πρέπει να πατήσεις πάνω στους λαιμούς των άλλων για να το κάνεις;
Αυτή η περίφημη «ελευθερία του παραγωγού», πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτω από το σιδερένιο μοχλό του κεφαλαίου, το οποίο παράγει για το κέρδος και όχι για την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου; Η περίφημη «ελευθερία του καταναλωτή», πώς μπορεί να επιτευχθεί υπό την κυριαρχία της διαφημιστικής βιομηχανίας, πίσω από την οποία κρύβονται οι δέκα χρηματοπιστωτικοί όμιλοι που ελέγχουν την οικονομική ζωή του έθνους;
Ο Gust Cool, ο Keulers, ο Dereau, και ο Houthuys δεν θέλουν να καταργήσουν την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Δεν θέλουν να ξεφορτωθούν τον καπιταλισμό. Δεν θέλουν να εξαλείψουν τον εθνικό και διεθνή έλεγχο της οικονομίας από εταιρείες χαρτοφυλακίου, τραστ και άλλα μονοπώλια. Δεν θέλουν κανέναν να αγγίξει τον ανταγωνισμό ή την οικονομία της αγοράς – αυτές τις καλλονές της ζούγκλας.
Αλλά πώς θα εμποδίσει η «συμμετοχή» των συνδικάτων στη διαχείριση εργοστασίων που βασίζονται στο κέρδος, τη διακοπή της λειτουργίας τους, όταν τα κέρδη απειλούνται ή εξαφανίζονται; Πώς θα εμποδίσει η «συμμετοχή» των συνδικάτων στη διαχείριση της οικονομίας την συγκέντρωση των επιχειρήσεων, όταν αυτό είναι ακριβώς το αποτέλεσμα του ανταγωνισμού; Πώς θα αποκαταστήσει η «συμμετοχή» από τα συνδικάτα την «ελευθερία του παραγωγού και του καταναλωτή», όταν στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία γίνεται όλο και πιο αυτοματοποιημένη, ο άνθρωπος όλο και περισσότερο γίνεται απλά ένα εξάρτημα της μηχανής, και ο καταναλωτής όλο και περισσότερο γίνεται θύμα των τηλεοπτικών διαφημίσεων, όλο και περισσότερο χειραγωγείται;
Οι ηγέτες της CSC έχουν αναπόδραστα εμπλακεί σε έναν ιστό των θεωρητικών αντιφάσεων. Δεν θα είναι σε θέση να βγουν από αυτόν, εκτός από λεκτικά γυμνάσματα που χρησιμεύουν μόνο για να αντικατοπτρίζουν την έλλειψη σεβασμού που έχουν για τα μέλη τους.
Αλλά μεταξύ αυτών των μελών, ο αριθμός των ατόμων που θα καταλαβαίνουν αυτές τις αντιφάσεις δεν θα σταματήσει να αυξάνεται. Στο βαθμό που τα μέλη της CSC βιώνουν τους ταξικούς αγώνες, βιώνουν τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, οδηγούνται στο σημείο να αναρωτιούνται για τη φύση αυτού του συστήματος, ερωτήματα που οι επικεφαλής CSC επιδιώκουν μόνο να αποφύγουν. Και όσο περισσότερο τα μέλη συλλαμβάνουν τη φύση του συστήματος, τόσο περισσότερο θα κατανοήσουν ότι τα συμφέροντά τους και οι πεποιθήσεις τους απαιτούν, μακριά από το να συνεργαστούν με αυτό ή να «συμμετέχουν» σε αυτό, να το ανατρέψουν και να το αντικαταστήσουν με ένα σοσιαλιστικό σύστημα με βάση τη συλλογική αυτο-διαχείριση και τον σχεδιασμό των εργατών.
Στη Γαλλία, αυτή η ιδέα έχει σημειώσει τεράστια πρόοδο μεταξύ των μελών της CFDT [Confederation Francaise et Democratique du Travail - Γαλλική Δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργασίας] κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Αυτή η πρόοδος επιταχύνθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών, μετά την προωστική εμπειρία της γενικής απεργίας του Μάη 1968. Μπορούμε να στοιχηματίσουμε ότι ο Cool θα ήθελε να αποφύγει, με κάθε τίμημα, μια τέτοια έκρηξη στο Βέλγιο, μήπως και τα μέλη της CSC εξαγάγουν παρόμοια συμπεράσματα από ανάλογες εμπειρίες.
Αφού κατήγγειλε τις αμέτρητες «παραβιάσεις του ανθρώπινου προσώπου» για τις οποίες το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα (συγγνώμην, το παρόν οικονομικό σύστημα) είναι ένοχο, η ηγεσία της CSC είναι ικανοποιημένη με το αίτημα -για ψήφιση νόμου περί των λογιστικών εγγραφών, την επέκταση των δικαιωμάτων των εργοστασιακών συμβουλίων, και σύσταση μιας επιτροπής μελέτης της διαχείρισης της εργασίας με σκοπό τη μεταρρύθμιση του εργοστασίου. Ώδινεν όρος και έτεκε μυν - και το καημένο το ζώο φαίνεται αρκετά ασθενικό και είναι απίθανο να επιβιώσει.
Ας αντιπαρέλθουμε τη φάρσα της επιτροπής μελέτης της διαχείρισης της εργασίας για τη μεταρρύθμιση της επιχείρησης που θα εξάλειφε όλα τις πληγές που αναφέρονται παραπάνω. Πιστεύει κανείς για ένα λεπτό ότι οι εργοδότες μπορούν να δεχθούν τη διατήρηση πλεονάζοντος προσωπικού στο μισθολόγιο - δεδομένων των νόμων του ανταγωνισμού; Αλλά όλη η «πρόοδος» για την οποία επαίρονται, συμπεριλαμβανομένης της περίφημης «τεχνολογικής προόδου» σκοπεύει ακριβώς στην εξάλειψη αυτών των εργατών. Μπορούμε να στοιχηματίσουμε ότι τα αποτελέσματα αυτών των πανηγυρικών δεν θα είναι η επούλωση των πληγών, αλλά η χορήγηση μπόλικων επιδέσμων και ζαχαρωμένων χαπιών, ώστε να μην υποφέρει πάρα πολύ ο ασθενής. Αυτό, φυσικά, είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με τα ευγενέστερα των φιλανθρωπικών κίνητρα, αλλά δεν εξαλείφει ούτε τα δεινά, ούτε την όλο και πιο συχνή την εμφάνισή τους.
Ο νόμος των λογιστικών εγγραφών αποτελεί μια χρήσιμη μεταρρύθμιση, υπό την προϋπόθεση ότι εξυπηρετεί μια πολιτική εργατικού ελέγχου. Αν όχι, δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα μέτρο για τον εξορθολογισμό της καπιταλιστικής οικονομίας, με τον οποίο οι εργάτες δεν θα πρέπει να εμπλακούν, και ο οποίος, εξάλλου, εν συνεχεία θα χρησιμοποιηθεί εναντίον τους.
Αλλά, φυσικά, ο εργατικός έλεγχος δεν είναι αυτό που η CSC έχει κατά νου.
Η CSC μιλά πολύ για απολύσεις και «αβάσιμα» λουκέτα. Αλλά σε συστοιχία με αυτό, το άνοιγμα των βιβλίων της εταιρείας δεν θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα ζητούσε κανείς; Και όχι μόνο των εργοδοτών που χρεοκόπησαν, αλλά και όλων των εργοδοτών, ιδίως δεδομένου ότι η κρίση του άνθρακα μας δίδαξε το πώς οι εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι χρηματοοικονομικοί όμιλοι μπορούν να χειρίζονται τις διαδικασίες της λογιστικής τους έτσι ώστε οι απώλειες εμφανίζονται σε όλους τους τομείς που διεκδικούν (και λαμβάνουν) δημόσιες επιδοτήσεις, ενώ τα κέρδη εμφανίζονται σε όλους τους κλάδους που «βασίζονται στην ιδιωτική πρωτοβουλία» και εκεί όπου θέλουν να αυξηθούν οι τιμές στο χρηματιστήριο; Δεδομένου ότι αυτοί οι όμιλοι ισοσκελίζουν, σε συνολική βάση, «κέρδη και ζημίες» από τις εταιρείες που ελέγχουν, είναι συνεπώς απαραίτητο να ανοίξουν τα βιβλία όλων αυτών των εταιρειών.
Πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε ποια κλεισίματα εργοστασίων είναι «δικαιολογημένα» και ποια δεν είναι, χωρίς να ανοίξουμε τα βιβλία και να καταργήσουμε το τραπεζικό απόρρητο; Αλλά χωρίς αμφιβολία, οι ηγέτες της CSC δεν αρέσκονται να «παραβιάζουν τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας», δηλαδή του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα προτιμούν, ανεξάρτητα από το τι λένε, να παραβιάζει το κεφάλαιο συνεχώς τα περίφημα «δικαιώματα του ανθρώπινου προσώπου» για τα οποία κάνουν τόσο λόγο, εκτός εάν πρόκειται για την εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων σχετικά με τα απαραίτητα αιτήματα προκειμένου να αποκτήσει κανείς αυτά τα δικαιώματα.

4. Η FGTB: Διαφορές μεταξύ θεωρίας και πράξης

Το πρόβλημα του εργατικού ελέγχου μπήκε εκ νέου στο δόγμα της FGTB από την «Τάση Renard» κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του πενήντα. Ωρίμασε στον απόηχο της μεγάλης απεργίας του 1960-61, του επιστεγάσματος της ριζοσπαστικοποίησης των εργατών αυτής της χώρας από την περίοδο 1932-36.
Στο μέτρο που η «συμμετοχή» είναι στη μόδα, και στο μέτρο που η CSC έχει πολλές φορές αναδείξει τη «μεταρρύθμιση της επιχείρησης», η FGTB δεν μπορεί να παραμένει ευπρεπώς σιωπηλή σχετικά με το θέμα. Προετοιμάζει λοιπόν ένα ειδικό συνέδριο για το πρόβλημα του εργατικού ελέγχου - οι προετοιμασίες του οποίου γίνονται, δυστυχώς, εν κρυπτώ, σαν να ήταν το ζήτημα αδιάφορο για τους συνδικαλιστές ως όλο! Οι συζητήσεις σχετικά με αυτό αξίζουν πολύ μεγάλη προσοχή.
Η FGTB βρίσκεται προφανώς σε ένα ιδεολογικό σταυροδρόμι. Για πάνω από δέκα χρόνια τώρα, μια όλο και πιο διακριτή διάσταση έχει εμφανιστεί μεταξύ της θεωρίας της, η οποία γίνεται όλο και πιο ριζοσπαστική (τουλάχιστον στη Βαλλονία και στις Βρυξέλλες και σε ορισμένες περιοχές της Φλάνδρας), και την πρακτική της, η οποία συνεχίζει τη δεξιά στροφή της στη Φλάνδρα και η οποία έχει επίσης αρχίσει να επιδεινώνεται στη Βαλλονία κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.
Για ένα πρόβλημα, όπως σαφώς ορίζεται και με τέτοια φλέγουσα σημασία, όπως ο εργατικός έλεγχος, πρέπει να γνωρίζουμε αν αυτό το δόγμα θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ταξική συνεργασία στην πράξη ή αν μια νέα ριζοσπαστικοποίηση της θεωρίας θα αναγκάσει την πρακτική να λυγίσει προς τα αριστερά, όπως ήταν, εν μέρει, η περίπτωση μεταξύ 1956 και 1962.
Από την άποψη της θεωρίας, κάθε συνυπευθυνότητα στην καπιταλιστική διαχείριση αποκλείεται. Μιλάμε επομένως μόνο για έλεγχο. Όταν το αίτημα για εθνικοποίηση των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρισμού εγκαταλείφθηκε ως αντάλλαγμα για τη σύσταση επιτροπής ελέγχου, μεγάλη προσοχή δόθηκε στη διάκρισή της από την «επιτροπή διαχείρισης», η οποία κρατήθηκε στην αποκλειστικότητα των εργοδοτών.
Έλεγχος κάτω από ένα καπιταλιστικό σύστημα, Συνδιαχείριση στο πλαίσιο ενός σοσιαλιστικού συστήματος: αυτή ήταν η αξιέπαινη αρχή που επικαλέστηκαν.
Ας δούμε, όμως, πώς λειτούργησε στην πράξη.
Αν είναι ικανοποιημένος με μια επίφαση ελέγχου, η οποία θα σέβεται το απόρρητο των βιβλίων της εταιρείας και η οποία, επιπλέον, εισάγει ένα νέο απόρρητο στις σχέσεις μεταξύ των ηγετών της Ένωσης και των μελών της Ένωσης, μπορεί κανείς πραγματικά να χρησιμεύσει ως πρόσχημα για την καπιταλιστική διαχείριση. Πρόκειται για μια συνδιαχείριση που δεν τολμά να αυτοαποκαλείται «συνδιαχείριση», αλλά που στην πράξη είναι κοντά σε αυτή την αρχή της ταξικής συνεργασίας.
Έτσι, μετά από αρκετά χρόνια με την «επιτροπή ελέγχου του ηλεκτρικού ρεύματος»,ο André Renard και οι σύντροφοι που καθοδήγησαν το κλαδικό συνδικάτο Gazelco (Σοσιαλιστικό συνδικάτο στο Γκάζι και στον ηλεκτρισμό) συνειδητοποίησαν ότι δεν ελέγχουν τίποτα. Διέτρεχαν τον κίνδυνο να συγκαλύψουν μια καπιταλιστική διαχείριση, στα μάτια των εργατών και των καταναλωτών - μια καπιταλιστική διαχείριση, που ήταν περισσότερο από ποτέ, διαποτισμένη με το κίνητρο του κέρδους και καθόλου με το πνεύμα του «κοινού αγαθού». Ως εκ τούτου, ξεκίνησαν με το αίτημα του πραγματικού έλεγχου στον υπολογισμό των τιμών κόστους, το οποίο είναι αδιανόητο χωρίς να ανοίξουν τα βιβλία και χωρίς σημείο προς σημείο αντιπαραβολή (μέσα στο εργοστάσιο) των λογιστικών στοιχείων των εργοδοτών με την οικονομική και πιστωτική πραγματικότητα όπως την αντιλαμβάνονται άμεσα οι εργάτες και οι τεχνίτες. Πρόσθεσαν δε, επιπλέον συγκεκριμένα αιτήματα, ζητώντας ένα είδος δικαιώματος αρνησικυρίας πάνω στον καθορισμό των τιμολογίων, πάνω στις επενδύσεις και πάνω στον εξορθολογισμό.
Τίποτε από αυτά δεν επετεύχθη. Αρκέστηκαν στην διαστολή των συμφωνιών «Στρογγυλής Τραπέζης» ώστε να καλύπτουν τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου, την εποχή της ανανέωσης της συμφωνίας το 1965. Όσον αφορά το κλαδικό Gazelco, η ένωση και πάλι προέταξε - και πολύ εύστοχα - το αίτημα για εθνικοποίηση των ηλεκτρικών εταιρειών, αλλά χωρίς ποτέ να επιτύχει να οδηγήσει την FGTB σε μια πραγματική εκστρατεία για το αίτημα αυτό.
Αναθέτοντας τη διανομή του φυσικού αερίου που έρχεται από την Ολλανδία στην ιδιωτική βιομηχανία επιδείνωσε το σκάνδαλο της ροής του κέρδους από ένα δημόσιο μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών προς τα τραστ του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού. Αλλά η FGTB έβαλε αυτό το σκάνδαλο στον πάγο. Δεν διεξάγει πια ούτε καν μια εκπαιδευτική εκστρατεία για τα μέλη της και για το κοινό σχετικά με το θέμα της εθνικοποίησης κάτω από εργατικό έλεγχο.
Στο τέλος του φυλλαδίου που αφιέρωσε το 1962 στην εθνικοποίηση των ηλεκτρικών εταιρειών, το κλαδικό Gazelco έγραψε τα εξής:
«Η δική μας συμμετοχή στα θεσμικά όργανα της «στρογγυλής τραπέζης », στην επιτροπή διαχείρισης και στην επιτροπή ελέγχου, έχει έτσι μια συγκεκριμένη έννοια. Σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις πρέπει, πράγματι, να εκπληρώσουν την αποστολή του ελέγχου. Η αποστολή αυτή δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να τους οδηγήσει προς τον προσεταιρισμό τους από την ιδιωτική διαχείριση της βιομηχανίας ούτε και προς τον επιμερισμό της ευθύνης.»
Οι ίδιοι οι συγγραφείς αυτού του φυλλαδίου εφιστούν την προσοχή στην αντίφαση που παρουσιάζεται σε αυτό το δόγμα, σε αυτή την εποχή. Στην πραγματικότητα, δεν απορρίπτουν κάθε πρόγραμμα εξορθολογισμού, αλλά δηλώνουν:
«Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι, σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, ο εξορθολογισμός επιτυγχάνεται σχεδόν πάντα σε βάρος της εργατικής τάξης.»
Στη συνέχεια αναγκάζονται να προσθέσουν (με έντονους τυπογραφικούς χαρακτήρες):
«Επίσης, ποτέ δεν θα επιτρέψουμε οι εργάτες, χειρώνακτες ή πνευματικά εργαζόμενοι, να γίνουν θύματα των μέτρων εξορθολογισμού.»
Αρκετά χρόνια αργότερα, η Ομοσπονδία Μεταλλουργών της FGTB βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα ανάλογο πρόβλημα. Έχοντας ξεστρατίσει συμφωνώντας να δοθεί προτεραιότητα στην επίλυση των περιφερειακών προβλημάτων - ανεξάρτητα από την ταξική φύση της οικονομίας!- , η ομοσπονδία αποφάσισε να μπει στην Comité de Concertation de la Politique Siderurgique [Επιτροπή Συντονισμού της Βιομηχανικής Πολιτικής Σιδήρου και Χάλυβα].
Ήταν αναπόφευκτο ότι η εν λόγω επιτροπή θα συμμετείχε σε εξορθολογισμό. Έτσι το συνδικαλιστικό κίνημα της FGTB αποδέχτηκε να συμμετέχει σε μέτρα εξορθολογισμού. Τόσο η πρακτική όσο και η θεωρία την είχαν πατήσει όσο αφορά τις εξαιρετικές αρχές του 1959 και 1962 . Επέτρεψαν στην πραγματικότητα μέτρα εξορθολογισμού που είχαν ως θύματα τους εργάτες (δηλαδή, μια μεγάλη μείωση της απασχόλησης). Ήταν ικανοποιημένοι με αιτήματα για μέτρα παρηγορητικής κοινωνικής πρόνοιας, έτσι ώστε οι εργάτες να μην υποφέρουν πάρα πολύ.
Η πρακτική τους γλίστρησε από τον εργατικό έλεγχο προς τη συνδιαχείριση και αυτή κάτω από τις χειρότερες συνθήκες: συνδιαχείρισης ενός τομέα σε σχετική παρακμή, όπου είχε τεθεί το πρόβλημα της μείωσης της απασχόλησης. Θα ακολουθήσει η θεωρία την πρακτική; Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που θα μάθουμε στο ειδικό συνέδριο της FGTB.
Αυτό είναι επίσης ένα από τα καθήκοντα των αγωνιστών της FGTB: να εμποδίσουν την εισαγωγή στη θεωρία των συνδικάτων της καταστροφικής σύγχυσης μεταξύ του εργατικού ελέγχου και της συνδιαχείρισης (ή συμμετοχής). Το τελευταίο μετατρέπει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις από μέσα για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργατών ενάντια στα αφεντικά σε μέσα για την υπεράσπιση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων (συμπεριλαμβανομένων και συμφερόντων που είναι εναντίον εκείνων των εργατών).
Αν το δόγμα του συνδικάτου εξακολουθεί να απορρίπτει τη συνδιαχείριση σε επίπεδο βιομηχανικών μονάδων και βιομηχανικών κλάδων, το ίδιο δεν ισχύει (και δεν έχει ισχύσει για μεγάλο χρονικό διάστημα) για την πρακτική του, όσον αφορά την οικονομία ως όλον.
Στο Κεντρικό Οικονομικό Συμβούλιο, στην Εθνική Επιτροπή για την Οικονομική Ανάπτυξη, στο Γραφείο Προγραμματισμού, και σε πολλά παρεμφερή όργανα, οι εκπρόσωποι των συνδικάτων κάθονται φιλικά δίπλα-δίπλα με τους εκπροσώπους των εργοδοτών και μαζί συντάσσουν αναλύσεις, διαγνώσεις, συνθέσεις και προγράμματα. Μερικές φορές οι διατυπώσεις τους δεν συμφωνούν. Συχνά, καταλήγουν σε κοινά συμπεράσματα.
Μια ατμόσφαιρα αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας – και για να μην μασάμε τα λόγια μας, ταξικής συνεργασίας - πηγάζει από αυτό. Είναι αυτή η ατμόσφαιρα που επέτρεψε στον Louis Major να αναφωνήσει, στην ομιλία του με την ευκαιρία του τέλους της καριέρας του ως γενικού γραμματέα της FGTB (για να ξεκινήσει μια νέα ως υπουργός του βασιλιά):
«Οι σχέσεις μεταξύ των συνδικάτων και των εργοδοτών στο Βέλγιο είναι οι καλύτερες στον κόσμο.»
Δεν πιστεύουμε ότι το να γνωρίζει κανείς αν θα συμμετάσχει σε αυτήν ή εκείνη την επιτροπή είναι αυτό που έχει σημασία. Το σημαντικό είναι ο λόγος για τον οποίον συμμετέχει εκεί, και τι κάνει στην πράξη. Να αναλάβεις μια θέση για το σκοπό της συλλογής πληροφοριών που είναι χρήσιμες για την καθημερινή πάλη των συνδικάτων, να καταγγέλλεις τις απάτες και καταχρήσεις από την πλευρά των εργοδοτών, να αποκαλύπτεις τις διαρθρωτικές αδυναμίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τόσο κατάφωρες και τόσο ορατές σε όλη τη χώρα, ώστε να προαγάγεις την ποιότητα, την απήχηση και τη ισχυροποίηση της αγκιτάτσιας που διεξάγεται ανάμεσα στους εργάτες - δεν βλέπουμε τι θα ήταν λάθος σε μια τέτοια τακτική αμφισβήτησης, για να χρησιμοποιήσουμε ένα μοντέρνον όρο.
Αλλά αυτό δεν είναι προφανώς η τακτική των εκπροσώπων της FGTB. Δεν αμφισβητούν τίποτα: συνεργάζονται.
Μιλώντας στο Σαββατοκύριακο μελέτης που πραγματοποιήθηκε από το Ίδρυμα André Renard στις 26 και 27 Νοεμβρίου, 1964, στη Ronchiennes, ο Jacques Yerna, σχολίασε σχετικά με το Γραφείο Προγραμματισμού:
«Έχουμε αφήσει το νεο-καπιταλισμό να απορροφήσει τον κεντρικό σχεδιασμό, όπως ακριβώς έχει απορροφήσει τόσα πολλά άλλα πράγματα από το πρόγραμμά μας. Και αντί να πάει ένα βήμα παραπέρα, αναγκάζοντας την αποδοχή της αντίληψής μας, το συνδικαλιστικό κίνημα αρκούνταν να παίρνει ό,τι του ταιριάζει από όσα του προσφέρονταν, και να απορρίπτει τα υπόλοιπα.»
Σημειώστε ότι σε περιφερειακό επίπεδο στη Βαλλονία, η ηγεσία της FGTB διατρέχει πλέον τον κίνδυνο να επαναλάβει την ίδια εμπειρία, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, και με επιπτώσεις που μπορεί να είναι ακόμη πιο καταστροφικές..
Δεν έχουν οι ίδιοι συνδεθεί με τους καπιταλιστές του Βαλονικού Οικονομικού Συμβουλίου για τη διαμόρφωση από κάθε είδους «περιφερειακών προγραμμάτων», προγράμματα που δεν μπορούν να βοηθήσουν, αλλά σέβονται και ενισχύουν το καπιταλιστικό κίνητρο του κέρδους; Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά από το «αναγκάζοντας την αποδοχή της αντίληψής μας». Δεν είναι πια έτοιμοι ούτε καν για την «απόρριψη των υπολοίπων». Είναι ικανοποιημένοι, ταπεινωτικά ικανοποιημένοι, να επαιτούν για μια ελάχιστη συμφωνία με τους «Βαλόνους» εργοδότες πριν υπερασπίσουν τα συμφέροντα του Χ τραστ ή εταιρείας χαρτοφυλακίου ενάντια στο Υ τραστ ή εταιρεία χαρτοφυλακίου, η οποία κατηγορείται ότι ευνοεί τη «Φλάνδρα». «Η δική μας αντίληψη» των διαρθρωτικών αντι-καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων, ειδικά η κύρια ιδέα της απόσπασης του έλεγχου πάνω στην οικονομική ζωή της χώρας από τις εταιρείες χαρτοφυλακίου, δεν χρησιμεύει πλέον ως οδηγός για δράση.
Όταν μελετήσουν τα έγγραφα σχετικά με το θέμα του εργατικού ελέγχου που κάποια μέρα θα πρέπει να τους υποβληθούν, τα στελέχη της FGTB θα πρέπει να αποφύγουν τρεις κινδύνους:
  1. Αυτόν του να γυρέψουν να προσαρμόσουν τη θεωρία στην πράξη, δηλαδή, το να αναπτύξουν μια θεωρία γύρω από την έννοια της συνδιαχείρισης και της συμμετοχής , και να την αποδεχθούν ως δόγμα. Δεν πρέπει να βγάλουμε βεβιασμένα το συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Υπάρχει ο πειρασμός - ιδιαίτερα μεταξύ των Φλαμανδών ηγετών της FGTB - να ευθυγραμμιστούν οι ίδιοι συστηματικά με τις θέσεις της CSC. Και σε άλλες χώρες, όπως στη Δυτική Γερμανία, υπάρχουν παραδείγματα που δείχνουν ότι μια ολόκληρη γενιά συνδικαλιστών μπορεί να μείνει αμήχανη μπροστά στις συγχύσεις τις οποίες η «συμμετοχή» δημιουργεί.
  2. Αυτόν του να «σφυρίζει στο σκοτάδι», δηλαδή, να ρίχνει ένα πέπλο μετριοπάθειας πάνω από την αντίφαση ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική, και να είναι ικανοποιημένοι με μια θεωρητική επιδαψίλευση, χωρίς να κάνει τίποτα για να αλλάξει την πρακτική (που σημαίνει προφανώς ότι μια τέτοια θεωρία θα ήταν καταδικασμένη παραμείνει νεκρό γράμμα).
  3. Αυτόν της σκόπιμης σύγχυσης, η οποία θα συνίσταται στην ανάμειξη «συγκρουσιακών» και «συμμετοχικών» τύπων και τους στόχων, κάτω από το πρόσχημα της «ενότητας», του «ρεαλισμού» και του «συντροφικού συμβιβασμού». Αυτό θα αποδυνάμωνε μόνο ακόμα περισσότερο τη θεωρία και θα τόνιζε τη διολίσθηση προς μια γενικευμένη ταξική συνεργασία και μια εντατικοποιημένη ενσωμάτωση στο καπιταλιστικό σύστημα.
Τα στελέχη της FGTB, τα οποία έχουν συνείδηση των συμφερόντων των εργατών και της κρίσης του συστήματος στο οποίο ζούμε σε αυτή τη χώρα, θα πρέπει να αντιτάσσουν στους τρεις παραπάνω κινδύνους ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εργατικού ελέγχου το οποίο, εκκινώντας από τις άμεσες ανησυχίες των μαζών και από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα, να προσπαθεί να ανεβάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο τη καθολική αμφισβήτηση προς την καπιταλιστική οικονομία και το ενιαίο κράτος [δηλαδή, μιας κεντρικής κυβέρνησης που καταπατά τα συμφέροντα των δύο εθνικοτήτων που συνθέτουν το βελγικό κράτος - των Βαλλόνων και των Φλαμανδών]. Αυτή είναι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για τη διασφάλιση του μέλλοντος της εργατικής τάξης.
Πρέπει να επιμείνουμε στο γεγονός ότι η υιοθέτηση ενός προγράμματος δράσης θα είναι εξίσου σημαντική με την υιοθέτηση ενός προγράμματος αιτημάτων προς την ίδια κατεύθυνση. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δράσης θα σήμαινε μια επιθυμία ρήξης με την πρακτική της ταξικής συνεργασίας και θα σκιαγραφούσε ένα σχέδιο για την σταδιακή κινητοποίηση όλων των ενεργειών και όλου του αγωνιστικού δυναμικού των εργατών, με την προοπτική να κερδίσει τον, από κάθε άποψη αναγκαίο, εργατικό έλεγχο.

5. Έξι Προτάσεις, για Συμπέρασμα

Πώς μπορεί το θέμα του εργατικού ελέγχου να ενταχθεί στους πραγματικούς αγώνες που διεξάγονται από τους εργάτες; Πώς μπορεί η αγκιτάτσια για τον εργατικό έλεγχο να συμβάλει στην τόνωση της μαχητικότητας των εργαζόμενων μαζών, στην αύξηση του επιπέδου της ταξικής τους συνείδησης, στην ενεργοποίηση αγώνων που υπερβαίνουν το πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή, να συμβάλει στη δημιουργία μιας προ-επαναστατικής κατάστασης;
Έχω προσπαθήσει να απαντήσω σε αυτά τα ζητήματα πρώτα μέσα από μια ανάλυση του προβλήματος σε γενικές γραμμές, αντικρούοντας τις τρέχουσες αντιρρήσεις προς αυτή τη στρατηγική και εξετάζοντας κριτικά την ατολμία της CSC και της FGTB όσον αφορά την αντιμετώπιση, αν όχι μιας πραγματικής μάχης για τον εργατικό έλεγχο, τουλάχιστον των προβλημάτων που ανακύπτουν από αυτό το σύνθημα.
Προφανώς, δεν προσποιούμαι ότι , με αυτόν τον τρόπο, έκλεισα το ζήτημα. Θέλω να πυροδοτηθεί μια πραγματική συζήτηση. Ελπίζω ιδιαίτερα ότι οι συνδικαλιστές βάσης, γνήσιοι εκπρόσωποι των εργατών στα εργοστάσια, θα συμμετέχουν σε αυτή τη συζήτηση.
Όσο περισσότερο συζητιέται ο εργατικός έλεγχος μεταξύ των εργατών, τόσο περισσότερη αμφισβήτηση θα διεγείρει αυτό το πρόβλημα, και τόσο περισσότεροι θα είναι οι εργάτες, οι υπάλληλοι, και οι τεχνικοί που θα διευρύνουν τον ορίζοντα των προοπτικών τους πέρα από τα όρια του ρεφορμισμού και του νέο-ρεφορμισμού.
Αλλά η θεωρητική συζήτηση, η αφηρημένη συζήτηση (δεν έχει και μεγάλη σημασία αν κατευθύνεται προς τη σύλληψη του θέματος ως όλου), δεν είναι αρκετή για να τονώσει το είδος της αλλαγής της προοπτικής που αναφέραμε παραπάνω. Κάτι άλλο χρειάζεται, ένας συμπληρωματικός παράγοντας, με τον τρόπο των συγκεκριμένων προτάσεων, και ανυπομονώ να τερματίσω αυτή τη σειρά άρθρων με αυτές τις προτάσεις.
Θα πρέπει όλες να αντιστοιχούν με τα κριτήρια που ορίζονται στην αρχή της ανάλυσής μας: θα πρέπει να βασίζονται στις άμεσες ανάγκες των εργατών, θα πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως που ο καπιταλισμός να μην μπορεί να τις εντάξει σε μια κανονική λειτουργία του συστήματος του, θα πρέπει ως εκ τούτου να δημιουργούν μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας που θα τείνει προς μια παγκόσμια αντιπαράθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, θα πρέπει να διευρύνουν την πρακτική εμπειρία των εργατών ως προς τη θεμελιώδη φύση του καπιταλιστικού συστήματος και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να προσβληθεί καθ' ολοκληρία, δηλαδή , θα πρέπει να προετοιμάζουν τις μάζες για να προσεγγίσουν αυτήν την προσβολή υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες συνείδησης και οργάνωσης.

1. Ανοίξτε τα βιβλία

Αμέτρητες πηγές - οι περισσότερες μη μαρξιστικές, μάλιστα με σαφώς αστική προέλευση - πιστοποιούν ότι είναι αδύνατον να βασισθούν σε στατιστικά στοιχεία των εργοδοτών για να μάθουν την αλήθεια για την οικονομική ζωή της χώρας (καθώς και όλων των καπιταλιστικών χωρών). Οι ισολογισμοί των εργοδοτών, οι οικονομικές καταστάσεις τους, οι αποδοχές κληρονομίας τους, παραποιούν την οικονομική πραγματικότητα.
Αυτές οι παραχαράξεις δεν έχουν κατασκευαστεί αδικαιολόγητα. Αποβλέπουν σε πολύ συγκεκριμένους σκοπούς, είτε πρόκειται για φορολογικά τερτίπια είτε για υποτιμήσεις κερδών, προκειμένου να δικαιολογηθεί η άρνηση σε μια αύξηση των μισθών, ή για εξαπάτηση του κοινού σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα πίσω από ένα ιδιαίτερο συνδικαλιστικό αίτημα.
Κάθε φορά που αρχίζουν διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες, είτε αφορούν αυξήσεις των μισθών, την αύξηση της παραγωγικότητας, ή τις οικονομικές συνέπειες ενός συνδικαλιστικού αιτήματος, πρέπει να μόνιμα απαντάμε:
«Αρνούμαστε να το συζητήσουμε αυτό με κλειστά μάτια. Συζητάμε με ανοιχτά χαρτιά! Ανοίξτε τα βιβλία σας.»
Η αξία αυτού του αιτήματος ως αντι-καπιταλιστικής διαρθρωτικής μεταρρύθμισης, δηλαδή, ως μεταβατικού αιτήματος, θα είναι ακόμη μεγαλύτερη αν του προστεθούν τρεις προϋποθέσεις:
Πρώτον, το άνοιγμα των βιβλίων της εταιρείας θα πρέπει να γίνει δημοσίως και να μην περιορίζεται σε μια κλειστή συνάντηση με λίγους συνδικαλιστές ηγέτες, των οποίων η τάση αγαστής συναναστροφής με τα αφεντικά είναι γνωστή.
Δεύτερον, η ανάλυση των ισολογισμών και του λογιστικού συστήματος θα πρέπει να διευκολυνθεί με τη λήψη νομικών μέτρων για την ομοιομορφία στις λογιστικές διαδικασίες.
Τέλος, και κυρίως, η επαλήθευση των ισολογισμών και των γενικών λογαριασμών δεν χρειάζεται να γίνεται αναγκαστικά με βάση τα στοιχεία, αλλά πρέπει να πραγματοποιείται στις ίδιες τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις , έτσι ώστε η μάζα των εργατών να συμμετέχει σε αυτή την εξέταση.
Είναι εύκολο να μπαλώσεις έναν ισολογισμού υποτιμολογώντας μια προμήθεια πρώτων υλών. Αλλά αυτή η αξία, αν και έχει εξαφανιστεί από τα στοιχεία, δεν μπορεί να μείνει κρυφή από τους εργάτες που παραλαμβάνουν, αποθηκεύουν, συντηρούν, και ελέγχουν τακτικά το ίδιο αυτό εμπόρευμα.
Η ένσταση που ακούγεται συχνά είναι ότι οι εργάτες θα είναι ανίκανοι να επαληθεύσουν τους ισολογισμούς. Σύντομα θα δημοσιεύσουμε στη La Gauche κάποιες συγκεκριμένες υποδείξεις, που προώθησαν στη Μεγάλη Βρετανία οι σύντροφοι της Εκστρατείας για τον Εργατικό Έλεγχο, που θα διευκολύνουν τη μελέτη των ισολογισμών και των καπιταλιστικών λογιστικών διαδικασιών από τους εκπροσώπους των εργατών. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι αντιρρήσεις εγείρονται με μεγάλο βαθμό υπερβολής, από εκείνους που επιθυμούν να παραμείνουν ανέγγιχτα τα «δικαιώματα» της ιδιοκτησίας. Είναι το ιδανικό δίδυμο των αιτιάσεων που προβάλλονταν από αντιδραστικά καθεστώτα για να δικαιολογήσουν την άρνηση τους στην καθολική ψηφοφορία: οι εργάτες είναι πάρα πολύ «αδαείς», «απαίδευτοι», «απροετοίμαστοι για να αναλάβουν αυτή τη σοβαρή ευθύνη», κλπ., κλπ.

2. Δικαίωμα βέτο για απολύσεις και το κλείσιμο εργοστασίων

Η κύρια δύναμη που κινητοποιούσε τους αγώνες των εργατών για τα τελευταία χρόνια ήταν χωρίς αμφιβολία, ο φόβος της ανεργίας, των απολύσεων, και η μείωση του όγκου της απασχόλησης, στη Βαλλονία και σε πολλές περιοχές της Φλάνδρας.
Το πρόγραμμα αναδιάταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης αποδείχτηκε αποτυχία. Δεν μπόρεσε να αποτρέψει μια ταχεία μείωση του επιπέδου της απασχόλησης στις περιοχές-στόχους. Όσον αφορά τη βιομηχανική αναπροσαρμογή, η εμπειρία διδάσκει ότι δεν μπορείς να βασιστείς ούτε στις μεγάλες επιχειρήσεις, ούτε στο ενιαίο κράτος τους, ούτε στις διάφορες αστικές κυβερνήσεις ούτε σε συμμαχίες με την αστική τάξη, για να κάνεις την αναπροσαρμογή να λειτουργήσει.
Σε αυτές τις συνθήκες, οι εργάτες έχουν όλο και περισσότερο την αίσθηση ότι είναι λάθος για χάρη ενός οικονομικού συστήματος, για το οποίο δεν έχουν την παραμικρή ευθύνη, να επιφορτίζονται με το κύριο βάρος του κόστους των βιομηχανικών αλλαγών. Για να αποκτήσουν μια αποτελεσματική εγγύηση του όγκου της απασχόλησης, αυτό που οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν από τώρα και στο εξής, είναι ένα αποτελεσματικό δικαίωμα αρνησικυρίας πάνω στις απολύσεις και τα κλεισίματα εργοστασίων.
Αυτή η συγκεκριμένη εφαρμογή της αρχής του εργατικού ελέγχου συνεπάγεται τη βίαιη επαναλειτουργία των μονάδων που έχουν κλείσει από τους ιδιοκτήτες τους και τη διαχείριση αυτών των μονάδων από τους ίδιους τους εργάτες. Συνεπάγεται, επίσης, τη διάθεση πόρων, εις βάρος της καπιταλιστικής τάξης ως όλου, για να μπορέσουν αυτές οι βιομηχανικές μονάδες να λειτουργούν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, έως ότου νεοσύστατες σύγχρονες εγκαταστάσεις, που ανήκουν στο δημόσιο και διοικούνται υπό εργατικό έλεγχο, υπερκεράσουν αυτές τις παλιές σακαράκες.
Ο σύντροφός μας Pierre Le Greve πρότεινε ένα νομοσχέδιο σε αυτή τη γραμμή, όταν ήταν βουλευτής [στο κοινοβούλιο]. Είναι χρήσιμο να ανατρέχουμε σε αυτό κάθε φορά που κλείνει εργοστάσιο ή απολύονται εργάτες- όχι για να ενθαρρύνουμε αυταπάτες ότι αυτό το συγκεκριμένο στοιχείο του εργατικού ελέγχου μπορεί να επιτευχθεί με εκλογικά ή κοινοβουλευτικά μέσα, αλλά για να υποκινήσουμε την κριτική αντίληψη των εργατών και να υποχρεώσουμε τους ηγέτες των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, που θέτουν το αίτημα, να λάβουν θέση επί των προτάσεων αυτών.

3. Εργατικός Έλεγχος στην Οργάνωση της Εργασίας στο Εργοστάσιο

Η ιεραρχική δομή του εργοστασίου φαίνεται όλο και πιο αναχρονιστική, στο βαθμό που το επίπεδο των τεχνικών και πολιτιστικών προσόντων των εργατών ανυψώνεται.
Στις περισσότερες από τις προηγμένες , σύγχρονες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπου ένα υψηλό ποσοστό του προσωπικού αποτελείται από τεχνικούς με μέσο ή υψηλό επίπεδο τεχνικής εκπαίδευσης, αυτός ο αναχρονισμός είναι ιδιαίτερα χτυπητός. Αλλά ακόμα και στη βιομηχανία ως όλο, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των διαδικασιών παραγωγής έχει ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, οι εργάτες των συνεργείων συντήρησης να κατανοούν συχνά τον ακριβή μηχανισμό της βιομηχανικής παραγωγής, και των εμπλοκών που προκύπτουν περιοδικά, καλύτερα από ό, τι οι ανώτεροι μηχανικοί - για να μην αναφέρουμε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου!
Στις πολλές πάνω-στη-δουλειά συγκρούσεις που απορρέουν από τον ιεραρχικό χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ των εργατών με μπλε ή λευκά κολάρα από τη μία πλευρά και των τμηματαρχών και εργοδηγών από την άλλη, πρέπει να προστεθούν οι εντάσεις που προκύπτουν στη ζωή των εργατών από τις όλο και πιο συχνές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας.
Αλλαγές στις τεχνικές, συχνά καταργούν επαγγέλματα και δεξιότητες που αποκτήθηκαν μέσα από σκληρή δουλειά και χρόνια εμπειρίας. Η επιτάχυνση αυξάνει την νευρική ένταση και την κούραση των εργατών, και προσθέτει στον αριθμό των εργατικών ατυχημάτων. Τα κύρια θύματα αυτών των αλλαγών δεν μπορούν να ικανοποιηθούν με το ταπεινό δικαίωμα που τους αναγνωρίζει, και αυτό στα χαρτιά η νομοθεσία, του να υποβάλλουν προτάσεις, στα εργοστασιακά συμβούλια και στις επιτροπές υγιεινής και ασφάλειας. Θα πρέπει να απαιτήσουν τον συνολικό εργατικό έλεγχο της οργάνωσης της εργασίας, ένα στοιχείο ελέγχου που περιλαμβάνει όχι μόνο το δικαίωμα της εκ των προτέρων ενημέρωσης για όλες τις προτεινόμενες αλλαγές, αλλά και το δικαίωμα των εργατών να είναι σε θέση να αντιταχθούν και να αποτρέψουν αυτές τις αλλαγές.
Όταν οι εργάτες πάρουν τη συνήθεια να απαντούν σε κάθε περιστατικό που τους θέτει απέναντι σε έναν τμηματάρχη ή εργοδηγό με το αίτημα του εργατικού ελέγχου, ένα μεγάλο βήμα θα έχει γίνει προς την κατεύθυνση της ανατροπής των ιεραρχικών σχέσεων και την αντικατάσταση των «επικεφαλής» από εργάτες εκλεγμένους από τους συντρόφους τους, ανακλητούς ανά πάσα στιγμή, και υπεύθυνους μόνο απέναντι στη βάση και όχι στο αφεντικό.

4. Εργατικός Έλεγχος στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή

Στο Βέλγιο, ζούμε υπό το καθεστώς της μεταβλητής κλίμακας των μισθών, δηλαδή, αυτόματης προσαρμογής των μισθών σε κάθε αύξηση του επίσημου δείκτη κόστους-της-ζωής πάνω από ένα ορισμένο όριο, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με τις συμφωνίες ισοτιμίας (γενικά, 2,5 ή 2 τοις εκατό). Αυτό το σύστημα προστατεύει μερικώς τους εργάτες ενάντια στην διάβρωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών και των ημερομισθίων τους. Η εγγύηση αυτή είναι μόνο μερική για λόγους που εξηγούνται πολλές φορές σε αυτή την εφημερίδα. Σε αυτό το άρθρο, αρκεί να αποδειχθεί ένας από αυτούς τους λόγους: η έλλειψη αντιπροσωπευτικότητας και η ειλικρίνεια του δείκτη λιανικών τιμών.
Ο δείκτης, βέβαια, τίθεται από την κυβέρνηση. Μόνο που η κυβέρνηση είναι πάρα πολύ συχνά σε πειρασμό να δώσει λίγη ώθηση προς την κατεύθυνση της ίδιας της «πολιτικής του δείκτη», (δηλαδή, να κλέψει), όχι μόνο για να ευχαριστήσει τους εργοδότες, αλλά επίσης και κυρίως για να αναβάλει την περιοδική προσαρμογή του μισθού των εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες - που επιβαρύνουν πολύ τον προϋπολογισμό.
Είναι αλήθεια ότι η Επιτροπή Τιμών έχει το δικαίωμα να μην αναγνωρίσει την ειλικρίνεια του δείκτη, να εναντιωθεί σε αυτή ή εκείνη την κυβερνητική απόφαση σχετικά με τις τιμές ή τις αυξήσεις των τιμών. Αλλά αυτό το δικαίωμα εναντίωσης δεν έχει και την εξουσία να εφαρμόσει αλλαγές.
Ένας γνήσιος εργατικός έλεγχος πάνω στο δείκτη τιμών καταναλωτή - ένα απαραίτητο μέτρο για την αποτελεσματική προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργατών ενάντια στη διαρκή αύξηση του κόστους διαβίωσης - θα περιελάμβανε επομένως και κάποια εξουσία της αντίδρασης των συνδικάτων να επιδράσει (δικαίωμα αρνησικυρίας ) στον δείκτη της κυβέρνησης. Συνεπάγεται επίσης το να θεσπιστεί αυτός ο έλεγχος κατά βάθος όπου ομάδες εργατών και νοικοκυρών θα καθόριζαν τακτικά τις πραγματικές αυξήσεις τιμών στα διάφορα μέρη της χώρας.

5. Κατάργηση του Τραπεζικού Απορρήτου

Η δημοσιονομική διαχείριση υπήρξε ένα πανηγύρι για όλους εκείνους οι οποίοι απαίτησαν τον εξορθολογισμό της διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας αυτής της χώρας κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε μία από τις πιο εντυπωσιακές απάτες του συστήματος, μια απάτη που έχει ως αποτέλεσμα οι μισθωτοί και μεροκαματιάρηδες να πληρώνουν, την ίδια στιγμή, το μεγαλύτερο μέρος και των έμμεσων και των άμεσων φόρων.
Ο πολλαπλασιασμός των νομικών μέτρων, φορολογικών μεταρρυθμίσεων, διοικητικών ελέγχων, είναι ομολογουμένως ανίκανος να εξαλείψει αυτή την κατάφωρη αδικία. Η κατάργηση του απορρήτου στον τραπεζικό τομέα και η εισαγωγή του εργατικού ελέγχου σε όλες τις χρηματοοικονομικές πράξεις, θα θέσει σύντομο τέλος σε αυτό το σκάνδαλο.
Ζήσαμε πρόσφατα μια τεράστια φυγή κεφαλαίων από τη Γαλλία. Όλοι αναρωτήθηκαν ποιος το ξεκίνησε. Η κυβέρνηση de Gaulle ήταν πολύ προσεκτική για να δηλώσει ότι δεν είναι δύσκολο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό.
Στην πραγματικότητα, στο σύστημα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η εμπιστοσύνη μεταξύ των τραπεζιτών και των μεγάλων καταθετών ποτέ δεν επικρατεί μέχρι του σημείου όπου μεγάλες χρηματοοικονομικές πράξεις μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς να αφήσουν γραπτά ίχνη. Ένας εργατικός έλεγχος πάνω στα τραπεζικά αρχεία - ειδικά όταν ασκείται από τραπεζικούς υπαλλήλους αφοσιωμένους στο λαό - θα ξετρύπωνε γρήγορα το μεγαλύτερο μέρος των ενόχων.

6. Εργατικός Έλεγχος στις Επενδύσεις

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του νεο-καπιταλισμού είναι ότι υπάρχει μια κοινωνικοποίηση ενός όλο και μεγαλύτερου τμήματος της παραγωγής και των γενικών εξόδων, ενώ τα κέρδη και η ιδιοκτησία προφανώς παραμένουν ιδιωτικές. Στη χώρα αυτή, ένα μεγάλο μέρος των μακροπρόθεσμων επενδύσεων έχει χρηματοδοτηθεί από το κράτος κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών. Η μελέτη των διαδοχικών ισολογισμών της Société Nationale de Credit a l'Industrie [Εθνική Εταιρεία Βιομηχανικής Πίστης] είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για το θέμα αυτό. Η Sidmar καθώς και η Chertal έχουν σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτηθεί με τη βοήθεια των δημόσιων πόρων. Θα είναι το ίδιο για τον εξορθολογισμό που προτείνεται με τη συγχώνευση των Cockerill-Ougree-Providence-Esperance.
Αλλά ενώ ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων προέρχεται από την τσέπη του φορολογούμενου (δηλαδή, ως επί το πλείστον από την τσέπη των εργατών), τα κέρδη και οι μετοχές και τα ομόλογα δεν είναι τα μόνα πράγματα που παραμένουν στον ιδιωτικό τομέα. Το δικαίωμα της απόφασης σχετικά με την περιφερειακή κατανομή των επενδύσεων και σχετικά με τον προορισμό τους, παραμένει, επίσης, στον ιδιωτικό τομέα.
Το να απαιτήσουμε τον εργατικό έλεγχο επί αυτών των επενδύσεων είναι, συνεπώς, το να απαιτούμε όχι συν-ευθύνη των συνδικαλιστών ηγετών για την καπιταλιστική διαχείριση της βιομηχανίας, αλλά το δικαίωμα του συνδικάτου στο βέτο πάνω από τις επενδύσεις αυτές, όσον αφορά τη γεωγραφική κατανομή, τη μορφή και τον προορισμό που προβλέπεται από τους εργοδότες.
Είναι σαφές ότι αυτό το είδος του ελέγχου ανοίγει το δρόμο για τη διαμόρφωση ενός αναπτυξιακού σχεδίου για την οικονομία ως όλον, με βάση τις προτεραιότητες που έχουν καθοριστεί από τους ίδιους τους εργάτες. Η MPW [Mouvement Populaire Wallon – Λαϊκό Κίνημα της Βαλλονίας] συνήθιζε να μιλά πολύ γι αυτό όταν ήταν υπό συζήτηση το «Σχέδιο του Λαού της Βαλλονίας». Αλλά αυτό το «σχέδιο» απορρίφθηκε, μαζί με πολλά άλλα πράγματα, όταν οι διάδοχοί του André Renard πάτησαν το μονοπάτι που οδηγεί στην εκ νέου απορρόφηση τους από το PSB [Parti Socialiste de Belgique - Σοσιαλιστικό Κόμμα Βελγίου].
Η εκστρατεία για τον εργατικό έλεγχο αποτελεί ένα όλο το οποίο, χωρίς να παραμελούνται τα καθημερινά προβλήματα των εργατών, δρα σε μια σαφή κατεύθυνση: εντείνει τη δυσπιστία τους προς το καπιταλιστικό σύστημα, αυξάνει την εμπιστοσύνη τους στη δύναμή τους, και οδηγεί στην απόφαση να πάρουν την επίλυση του οικονομικού τους μέλλοντος στα χέρια τους - με τη δική τους αντι-καπιταλιστική δράση.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου