Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Βενεζουέλα μετά το πραξικόπημα

Συνέντευξη με τον Φεντερίκο Φουέντες στο περιοδικό Tempest

των Ashley Smith και Federico Fuentes

Μετάφραση: Πέτρος Νομικός

 

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εφάρμοσε το Δόγμα Ντόνροε της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας πραγματοποιώντας πραξικόπημα στη Βενεζουέλα. Στόχος του είναι να μετατρέψει το Δυτικό Ημισφαίριο σε αποκλειστική σφαίρα επιρροής, να επιβάλει ιμπεριαλιστικήεπικυριαρχία στις χώρες του Ημισφαιρίου και να εκτοπίσει τους αντιπάλους του, ιδίως την Κίνα. Σαν πρώτη κίνηση αυτής της στρατηγικής, ο Τραμπ επινόησε ψευδείς ισχυρισμούς για διακίνηση ναρκωτικών εναντίον του καθεστώτος του Νικολάς Μαδούρο, που χρησιμοποίησε ωςπρόσχημαγια ένα κύμα κρατικών τρομοκρατικών επιθέσεων σε πλοία στα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας, όπου και έστειλε στη συνέχεια τις ειδικές δυνάμεις του για να απαγάγουν τον Μαδούρο και τη σύζυγό του, Σίλια Φλόρες και να φυλακιστούν στη Νέα Υόρκη για να δικαστούν. Στη συνέντευξη τύπου σχετικά με το πραξικόπημα, ο Τραμπ και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου του δήλωσαν ανοιχτά τους πραγματικούς ιμπεριαλιστικούς τους στόχους - τον έλεγχο του πετρελαίου της Βενεζουέλας.

Αλλά, αντί να εγκαταστήσει στην εξουσία την δεξιά αντιπολίτευση και τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η διοίκηση Τραμπ άφησε το καθεστώς του Μαδούρο άθικτο υπό την ηγεσία της Ντέλσι Ροντρίγκεζ, που, παρά την αντιιμπεριαλιστική ρητορική της, συνεργάζεται με την κυβέρνηση Τραμπ. Τώρα ο Τραμπ έχει βάλει στο μάτι περαιτέρω παρεμβάσεις και αλλαγές καθεστώτων από την Κολομβία μέχρι τη Νικαράγουα, την Κούβα και τη Γροιλανδία, προκειμένου να θέσει το Δυτικό Ημισφαίριο υπό τον έλεγχο της Ουάσιγκτον.

Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Ashley Smithi του Tempest μιλάει με τον Federico Fuentes για το πραξικόπημα, το καθεστώς Maduro και την επείγουσα ανάγκη οικοδόμησης αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης ενάντια στον φαύλο νέο ιμπεριαλισμό του Trump. Ο Fuentes συμμετέχει από μακρού χρόνου στο κίνημα αλληλεγγύης στη Βενεζουέλα, έζησε στο Καράκας για αρκετά χρόνια επί κυβέρνησης Hugo Chávez ως ανταποκριτής του αυστραλιανού οικοσοσιαλιστικού πόρταλ Green Left και ως ερευνητής στο Centro Internacional Miranda. Είναι συντάκτης του επίσης αυστραλιανού LINKS International Journal of Socialist Renewal.

 

Άσλεϊ Σμιθ:Το πραξικόπημα του Τραμπ στη Βενεζουέλα σόκαρε τον κόσμο. Είναι σαφώς η πρώτη δοκιμή του Νέου Δόγματος Μονρόε για να ανακηρύξει το Δυτικό Ημισφαίριο ως αποκλειστική σφαίρα επιρροής της Ουάσιγκτον, κάτι που θέτει στο στόχαστρο όλες τις κυβερνήσεις που αντιτίθενται στις ΗΠΑ ή αντιστέκονται στις επιταγές τους. Αλλά ήταν επίσης και μια έκπληξη. Αν και πριν από το πραξικόπημα, ο Μαδούρο προσέφερε στις ΗΠΑ κάθε είδους παραχωρήσεις και συμφωνίες, εντούτοις ο Τραμπ επέλεξε να τον απαγάγει ούτως ή άλλως. Γιατί;

Φεντερίκο Φουέντες: Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυβερνήσεων Ντόναλντ Τραμπ και Νικολάς Μαδούρο ανάγονται στην αρχή της δεύτερης θητείας του Τραμπ, όταν έστειλε τον ειδικό απεσταλμένο του, Ρίτσαρντ Γκρένελ, στο Καράκας για να συναντηθεί με τον Μαδούρο. Φαίνεται ότι, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, ο Τραμπ ήταν ανοιχτός στην ιδέα της αναμόρφωσης των σχέσεων με τη Βενεζουέλα του Μαδούρο.

Αυτό εκκινούσε από την παραδοχή ότι, τη στιγμή που οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ουάσινγκτον στην δεξιά αντιπολίτευση ήταν πολύ αδύναμοι για να εκδιώξουν τον Μαδούρο από την εξουσία ή για να παράσχουν σταθερή διακυβέρνηση, η κυβέρνηση Μαδούρο μπορούσε, αντίθετα, να καλύψει τις ανάγκες του Τραμπ, ιδίως σε ότι αφορούσε τις απελάσεις και την πρόσβαση στο πετρέλαιο. Αποδείχθηκε ότι ο Τραμπ είχε δίκιο: η κυβέρνηση Μαδούρο δέχτηκε πτήσεις απέλασης από τις ΗΠΑ, απελευθέρωσε από τις φυλακές αρκετούς Αμερικανούς πολίτες και προσέφερε ρητά και δημόσια στις ΗΠΑ πρόσβαση στο πετρέλαιό της. Το μόνο πράγμα που δεν ήταν διατεθειμένη να προσφέρει ήταν έναν δικό της.

Ο Τραμπ προειδοποίησε επανειλημμένα ότι, εάν ο Μαδούρο δεν παραιτηθεί και δεν εγκαταλείψει τη χώρα, θα αναλάβει κάποιο είδος στρατιωτικής δράσης. Ο Μαδούρο νόμιζε ότι ο Τραμπ μπλόφαρε. Τελικά, είχαμε τη δραματική στρατιωτική επίθεση στο έδαφος της Βενεζουέλας, η οποία όχι μόνο οδήγησε στην απαγωγή του Μαδούρο και της πρώην προέδρου της Εθνοσυνέλευσης Σίλια Φλόρες, αλλά και στον θάνατο ενός ακόμη ακαθόριστου αριθμού Βενεζουελάνων πολιτών και 32 Κουβανών. Μια ιμπεριαλιστική επέμβαση που πρέπει να καταδικαστεί.

Ο Τραμπ προχώρησε στην επέμβαση όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν ασυμβίβαστο από τη μια να λανσάρει το λεγόμενο «Πόρισμα Τραμπ», απόρροια του Δόγματος Μονρόε, με την οποία, όπως αναφέρει η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, επιδιώκει «να αποκαταστήσει την αμερικανική υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο» και από την άλλη να επιτρέπει ταυτόχρονα στον Μαδούρο να παραμένει στην εξουσία και να διαπραγματεύεται με την κυβέρνησή του. Έτσι, είχαμε μια επιχείρηση που απομάκρυνε μεν τον Μαδούρο, αλλά διατήρησε την κυβέρνησή του. Η δραματική στρατιωτική επίθεση εγκαινίασε επίσημα την έναρξη της ενεργοποίησης του «Πορίσματος Τραμπ».

Μετά από αυτή την επιτυχία, η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει τώρα τη νέα κυβέρνηση, υπό την υπηρεσιακή πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκεζ, σε μια θεμελιωδώς διαφορετική βάση, όπου όλα τα χαρτιά είναι στα χέρια του Τραμπ. Σχεδιάζει να τα χρησιμοποιήσει για να ταπεινώσει την κυβέρνηση Ροντγρίγκεζ και να μετατρέψει ουσιαστικά τη Βενεζουέλα σε ένα προτεκτοράτο του εικοστού πρώτου αιώνα.

Άσλεϊ Σμιθ:Το πραξικόπημα του Τραμπ δεν ήταν αλλαγή καθεστώτος. Άφησε το καθεστώς στη θέση του, χωρίς τον Μαδούρο και τη σύζυγό του. Γιατί; Γιατί δεν εγκατέστησε την Ματσάδο και την δεξιά αντιπολίτευση;

Φεντερίκο Φουέντες: Για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή αντιλήφθηκε ότι η Ματσάδο και η δεξιά αντιπολίτευση δεν θα μπορούσαν να κυβερνήσουν σταθερά τη χώρα, κυρίως επειδή δεν έχουν καμία επιρροή στον στρατό και τις δυνάμεις ασφαλείας. Επιπλέον, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης μπορεί να είναι μειοψηφία, αντιπροσωπεύουν εντούτοις ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας και θα κινητοποιούνταν ενάντια στην επιβολή μιας τέτοιας κυβέρνησης. Τα πιο πιθανά σενάρια θα ήταν η κινητοποίηση στους δρόμους και ίσως ακόμη και ο εμφύλιος πόλεμος.

Δεύτερον, η κυβέρνηση Τραμπ εκτίμησε ότι οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση χωρίς τον Μαδούρο θα διατηρούσε την πολιτική του Μαδούρο, της επιδίωξης συμβιβασμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση Μαδούρο είχε ήδη αποδυναμωθεί δραματικά από την απώλεια υποστήριξης και νομιμοποίησης που προέκυψε στις προεδρικές εκλογές του 2024 όταν η κυβέρνηση αρνήθηκε να δημοσιεύσει επαληθεύσιμα αποτελέσματα, πράγμα που υποδείκνυε νοθεία.

Επομένως, οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση θα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ για να διατηρήσει την εξουσία της. Με δεδομένο τον

Federico Fuentes πηγή

 


ελέγχο της κυβέρνησης Μαδούρο πάνω στο στρατό και του ρόλου που είχε διαδραματίσει στην αποδιάρθρωση της ριζοσπαστικής διαδικασίας αλλαγής υπό τον Τσάβες, που συνήθως αναφέρεται ως Μπολιβαριανή επανάσταση, αξιωματούχοι του Τραμπ εκτίμησαν ότι μια νέα εξαρτημένη κυβέρνηση του τύπου «Μαδουρισμός χωρίς Μαδούρο» θα παρείχε με καλύτερο τρόπο σταθερότητα, διασφαλίζοντας παράλληλα τα συμφέροντά της.

Υπάρχουν δύο ακόμη σημεία που αξίζει να τονιστούν. Πρώτον, ήταν πάντα πεποίθησή μου, ότι οι διαδοχικές κυβερνήσεις των ΗΠΑ προτιμούσαν να αντικαταστήσουν τις κυβερνήσεις Τσάβες και στη συνέχεια Μαδούρο με μια αντιδημοκρατική μεταβατική εξουσία. Για πολύ καιρό, αυτό ήταν ουσιαστικά μια αναγκαιότητα, καθώς η αντιπολίτευση ήταν ανήμπορη να κερδίσει λαϊκή υποστήριξη στις εκλογές.

Το πιο σημαντικό είναι ότι μια τέτοια εξουσία θα ήταν στην καλύτερη δυνατή θέση για να αναιρέσει πλήρως όσες κατακτήσεις της Μπολιβαριανής επανάστασης απέμεναν. Για μια μη εκλεγμένη εξουσία θα βάραιναν λιγότερο οι ανησυχίες σχετικά με τη δημοτικότητά της ή την εντολή του εκλογικού σώματος και, επομένως, θα ήταν λιγότερο ευεπίφορη σε πιέσεις από τα κάτω. Αντίθετα, θα μπορούσε να εφαρμόσει γρήγορα αυτό που επιδίωκαν οι ΗΠΑ (μαζί με την απαιτούμενη καταστολή), έτσι ώστε, όταν θα διεξάγονταν εκλογές, όλες οι κύριες αποφάσεις θα είχαν ληφθεί.

Αυτό που δεν κατάφερα να προβλέψω ήταν, ότι μια τέτοια εξουσία θα μπορούσε τελικά να ασκείται καλύτερα από προσωπικότητες που θα διατηρούσαν τη ρητορική της Μπολιβαριανής επανάστασης (ακόμα κι αν είχαν προεδρεύσει στην καταστροφή της), και όχι από την αντιπολίτευση. Κατά ειρωνικό τρόπο, η κυβέρνηση Ροντρίγκεζ πλεονεκτεί έναντι μιας κυβέρνησης Ματσάδο, η οποία σχεδόν σίγουρα θα βρισκόταν κάτω από μεγαλύτερη λαϊκή πίεση, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των ψηφοφόρων, όπως δείχνουν τα φύλλα καταμέτρησης ψήφων που συγκέντρωσε η αντιπολίτευση, που φαίνεται να ψήφισαν τον υποψήφιο της, Εντμούντο Γκονζάλες Ουρούτια, στις τελευταίες προεδρικές εκλογές.

Το άλλο σημείο είναι ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο περιεχόμενο και όχι στη μορφή. Κάποιοι στη Δεξιά (και την Αριστερά) έχουν υποστηρίξει ότι, εφόσον η κυβέρνηση παραμένει σε μεγάλο βαθμό άθικτη, τίποτα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά. Αλλά αυτό παραβλέπει ένα κρίσιμο στοιχείο: η ισορροπία δυνάμεων στην οποία βασίζεται αυτή η κυβέρνηση έχει αλλάξει ουσιαστικά.

Όταν ο Τσάβες εξελέγη το 1998, ανέλαβε την εξουσία με μια προοδευτική πλατφόρμα, αλλά δυσκολεύτηκε να εφαρμόσει πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που είχε προτείνει. Η παλιά καπιταλιστική τάξη, με επικεφαλής το κύριο εμπορικό επιμελητήριο των μεγάλων επιχειρήσεων, το Fedecamaras, εξακολουθούσε να έχει το πάνω χέρι όσον αφορά την ισορροπία δυνάμεων, ιδίως μέσω του ελέγχου που ασκούσε στον στρατό και στην κρατική εταιρεία πετρελαίου PDVSA.

Αυτοί οι κρίσιμοι μοχλοί εξουσίας κινήθηκαν στην προσπάθεια ανατροπής του Τσάβες το 2002-03. Ωστόσο, η ήττα της απόπειρας στρατιωτικού πραξικοπήματος τον Απρίλιο του 2002 και του λοκάουτ των πετρελαϊκών εταιρειών από τον Δεκέμβριο του 2002 έως τον Ιανουάριο του 2003, τόσο από τη μαζική κινητοποίηση της φτωχής πλειοψηφίας, της εργατικής τάξης (ιδιαίτερα των εργατών του πετρελαίου) όσο και των πατριωτικών τμημάτων του στρατού, άλλαξαν ριζικά την ισορροπία δυνάμεων. Στη μορφή, η κυβέρνηση Τσάβες ήταν η ίδια πριν και μετά από αυτά τα γεγονότα, αλλά στο περιεχόμενο ήταν θεμελιωδώς διαφορετική.

Το ίδιο ισχύει και τώρα, αν και κάπως αντίστροφα. Δεν είναι η εργατική τάξη και οι φτωχοί εκείνοι από τους οποίους έχει μετατοπιστεί η ισορροπία των δυνάμεων και τους οποίους η κυβέρνηση Μαδούρο είχε ήδη παραμερίσει και καταστείλει. Αντίθετα, η ισορροπία των δυνάμεων μετατοπίστηκε μακριά από τη νέα της βάση στήριξης, που αποτελούσαν πια ο στρατός, οι δυνάμεις ασφαλείας, η νέα καπιταλιστική τάξη που εξέθρεψε μέσω της πρόσβασης σε κρατικά κεφάλαια και, τα τελευταία χρόνια, η παλιά καπιταλιστική τάξη. (με το Fedecamaras να έχει κάνει ειρήνη με την κυβέρνηση).

Hugo Chávez     Πηγή
 
Σήμερα, η κύρια βάση στήριξης της κυβέρνησης είναι η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Η δραματική απώλεια της λαϊκής υποστήριξης στις προεδρικές εκλογές του 2024 αποκάλυψε ένα εύθραυστο καθεστώς. Η στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ στις 3 Ιανουαρίου τράβηξε εντελώς το χαλί από κάτω από τα πόδια της κυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα είναι μια μεταβατική εξουσία χωρίς λαϊκή εντολή, της οποίας η παραμονή στην εξουσία εξαρτάται τελικά από την Ουάσιγκτον: μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση για τον λαό της Βενεζουέλας και την κυριαρχία του.

Άσλεϊ Σμιθ: Πολλοί έχουν επισημάνει την προφανή συνεργασία μεταξύ του καθεστώτος και των ΗΠΑ μετά το πραξικόπημα. Κάποιοι έχουν υποστηρίξει ότι η Ροντρίγκεζ έκανε συμφωνία με τον Τραμπ για να εγκαταλείψει τον Μαδούρο και να προσφέρει παραχωρήσεις πετρελαίου ώστε να διατηρήσει το καθεστώς. Αληθεύει αυτό; Πώς συμβαδίζει η προσπάθεια της Ροντρίγκεζ να κλείσει συμφωνίες με την αντιιμπεριαλιστική της στάση; Τι θα προσπαθήσει να κάνει τώρα;

Φεντερίκο Φουέντες: Αν και μια συμφωνία δεν μπορεί να αποκλειστεί, δεν υπάρχουν καθοριστικά πειστήρια. Επιπλέον, υπάρχουν δύο ισχυρά αντεπιχειρήματα στο ενδεχόμενο να υπήρξε πράγματι μια τέτοια συμφωνία.

Καταρχάς, είναι πιο πιθανό, όσοι βρίσκονται στην κυβέρνηση να πίστευαν ότι θα μπορούσαν να ακυρώσουν την μπλόφα του Τραμπ, νομίζοντας ότι δεν θα έφτανε τόσο μακριά ή ότι τελικά θα δεχόταν μια συμφωνία που θα κρατούσε τον Μαδούρο στην εξουσία. Αυτό εξηγεί γιατί οι ένοπλες δυνάμεις της Βενεζουέλας ήταν τόσο απροετοίμαστες για την επίθεση της 3ης Ιανουαρίου, παρά τις επί μήνες προειδοποιήσεις.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ένας βασικός παράγοντας για την παραμονή της κυβέρνησης Μαδούρο (και τώρα της Ροντρίγκεζ) στην εξουσία ήταν η ικανότητα να διατηρεί ενωμένες τις αρκετά διαφορετικές ομαδοποιήσεις στο εσωτερικό της. Μια συμφωνία για την παράδοση ενός ηγέτη θα είχε προκαλέσει μεγάλες ανησυχίες σε όλες αυτές τις ομάδες, που θα αναρωτιούνταν ποιος θα μπορούσε να είναι ο επόμενος και, ενδεχομένως, θα διασπούσαν αυτή την μέχρι τώρα τόσο ζωτικής σημασία,ς για αυτές, ενότητα.

Τούτου λεχθέντος, το αν επιτεύχθηκε ή όχι συμφωνία, δεν αλλάζει και πολλά σε ό,τι αφορά τις πολιτικές ή το λόγο της κυβέρνησης Ροντρίγκεζ.

Καταρχάς, η κυβέρνηση Μαδούρο, εδώ και καιρό, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την επανεκλογή του Τραμπ, υποβάθμιζε τον αντιιμπεριαλιστικό της λόγο. Μπορεί να χρησιμοποιούσε αντιιμπεριαλιστική ρητορική όταν απευθυνόταν σε ξένους αριστερούς των φόρουμ που διοργάνωνε η κυβέρνηση στο Καράκας ή σε συγκεντρώσεις της βάσης υποστήριξής της, για τους οποίους μια τέτοια ρητορική είναι μια σημαντική συγκολλητική ουσία που τους ενώνει, αλλά ακόμη και όταν οι ΗΠΑ ενίσχυσσαν την στρατιωτική τους ανάπτυξη στην Καραϊβική, ο Μαδούρο κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να υποβαθμίσει την κατάσταση και να αποφύγει να μιλήσει άμεσα εναντίον του Τραμπ και των πράξεών του.

Αρχικά, ισχυρίστηκε ότι τα βίντεο με βομβαρδισμούς πλοίων στην Καραϊβική ήταν απλώς τεχνητή νοημοσύνη. Αργότερα, προσπάθησε ρίξει το φταίξιμο στον Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, που δήθεν παραπλανούσε τον Τραμπ. Στη συνέχεια, έστειλε στον Τραμπ μια ιδιωτική επιστολή εξηγώντας με ποιον τρόπο είχε «αναγνωρίσει δημόσια τις σημαντικές προσπάθειες που καταβάλλει [ο Τραμπ] για να τερματίσει τον πόλεμο [sic] που κληρονόμησε σε άλλες περιοχές» και ήλπιζε ότι «μαζί μπορούμε να νικήσουμε τα ψεύδη που έχουν αμαυρώσει τη σχέση μας». Και μόλις λίγες μέρες πριν από την απαγωγή του, ο Μαδούρο προσφέρθηκε για άλλη μια φορά δημόσια να παραχωρήσει στις ΗΠΑ πρόσβαση στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας.

Αυτή η συζήτηση ουσιαστικά συνεχίστηκε από τη Ροντρίγκεζ, η οποία, λιγότερο από δύο εβδομάδες μετά την απαγωγή του Μαδούρο, συναντήθηκε με τον διευθυντή της CIA και δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την «μακρά και ευγενική» τηλεφωνική συνομιλία με τον Τραμπ σχετικά με «μια διμερή ατζέντα εργασίας προς όφελος των λαών μας». Δικαιολόγησε την αποκατάσταση των διπλωματικών δεσμών και το άνοιγμα των πρεσβειών και στις δύο χώρες ως το μέσο με το οποίο η κυβέρνησή της θα επιδιώξει την απελευθέρωση του Μαδούρο και της Φλόρες.

Όσον αφορά το τελευταίο μέρος της ερώτησής σας, δεν πρόκειται τόσο για το τι θέλει να κάνει η Ροντρίγκεζ, όσο για το τι θα της επιτραπεί να κάνει. Και πάλι, η Ουάσινγκτον είναι αυτή που κινεί τα πάντα.

Πάρτε για παράδειγμα τη βιομηχανία πετρελαίου: Ο Τραμπ έχει κατασχέσει μεγάλα αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, τα έχει πουλήσει μέσω ξένων μεσαζόντων, έχει τοποθετήσει τα έσοδα σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Κατάρ και έχει υποδείξει στη Βενεζουέλα πώς πρέπει να χρησιμοποιηθεί το μερίδιό της, συγκεκριμένα, για κεφάλαια σε ιδιωτικές τράπεζες που θα τα πουλήσουν ως ξένο νόμισμα.

Η απάντηση της κυβέρνησης Ροντρίγκεζ ήταν μια προσπάθεια όλο αυτό να παρουσιαστεί ως κάποιο είδος νίκης, αντί για πράξη διεθνούς πειρατείας και ακραίας παραβίασης εθνικής κυριαρχίας. Ταυτόχρονα, η Εθνοσυνέλευση μόλις ψήφισε για πρώτη φορά μερική μεταρρύθμιση του νόμου περί υδρογονανθράκων του Τσάβες, η οποία θα νομιμοποιήσει τα σχέδια του Τραμπ για τον τομέα, συμπεριλαμβανομένης ουσιαστικά της παραχώρησης του ελέγχου της εξόρυξης, της παραγωγής και της πώλησης του πετρελαίου σε ξένες εταιρείες.

Τελικά, η Ροντρίγκεζ έχει επ’ αυτού ελάχιστες επιλογές, ωστόσο ο τρόπος που αυτή (και ο Μαδούρο) πολιτεύτηκαν, επιτρέπει να υποστηριχθεί θα ήταν και οι δύο ευτυχείς να προχωρήσουν με αυτόν τον τρόπο - αν και σαφώς όχι υπό αυτές τις συνθήκες ακραίας πίεσης.

Άσλεϊ Σμιθ: Πώς αντέδρασαν στο πραξικόπημα οι διάφορες τάξεις, οι κοινωνικές ομάδες και οι πολιτικές δυνάμεις της Βενεζουέλας, τόσο εντός της χώρας όσο και στη διασπορά;

Φεντερίκο Φουέντες: Η κύρια αντίδραση σε όλους τους τομείς ήταν σοκ, πένθος και ένα μείγμα αβεβαιότητας και προσδοκίας .

Ηγέτες της δεξιάς, όπως η Ματσάδο, μίλησαν ανοιχτά υπέρ της στρατιωτικής επίθεσης και της απαγωγής ενώ στη βενεζουελάνικη διασπορά οργανώθηκαν συγκεντρώσεις πανηγυρισμού της επέμβασης της 3ης Ιανουαρίου. Αλλά αυτές οι συγκεντρώσεις πρέπει να ιδωθούν μέσα στο σωστό πλαίσιο: Εκατομμύρια Βενεζουελάνοι έχουν αναγκαστεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να εγκαταλείψουν τη χώρα˙ αντίθετα, οι συγκεντρώσεις ήταν αρκετά μικρές.

Αυτές οι συγκεντρώσεις αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τα πιο δεξιά στοιχεία της διασποράς, όπως είναι απομακρυσμένα από την καθημερινή πραγματικότητα της χώρας τους (ιδιαίτερα από τους βομβαρδισμούς). Όπως και η ηγεσία τους, είχαν εναποθέσει όλες τις ελπίδες τους σε κάποιο είδος επέμβασης των ΗΠΑ για την απομάκρυνση της κυβέρνησης, πιστεύοντας ότι αυτό θα τους επέτρεπε να επιστρέψουν. Πάντως, αυτές οι διαμαρτυρίες ήταν βραχύβιες, ειδικά αφότου συνειδητοποίησαν ότι η ίδια κυβέρνηση ήταν ακόμα στην εξουσία και ότι η ηγέτις που προτιμούσαν, η Ματσάδο, είχε παραγκωνιστεί από τον Τραμπ.

Εντός της χώρας, η κυβέρνηση έχει διασφαλίσει ότι δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν παρόμοιες κινητοποιήσεις. Μετριοπαθείς δεξιοί πολιτικοί έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους στην αμερικανική επίθεση. Ωστόσο, δεν έχουν υπάρξει ούτε ενδείξεις αυθόρμητων κινητοποιήσεων εναντίον της επέμβασης.

Χρειάστηκαν αρκετές ημέρες για να συνέλθει η κυβέρνηση από το σοκ και να αρχίσει να οργανώνει διαμαρτυρίες. Η συμμετοχή σε αυτές τις συγκεντρώσεις περιορίστηκε κυρίως στη βάση υποστήριξης του κυβερνώντος κόμματος και ήταν σχετικά μικρή, της τάξης των χιλιάδων ή, το πολύ, των δεκάδων χιλιάδων.

Αυτό συμβαίνει επειδή, εδώ και πολλά χρόνια, οι περισσότεροι Βενεζουελάνοι έχουν αποσυρθεί από την πολιτική και έχουν γυρίσει την πλάτη σε ολόκληρη την πολιτική τάξη, τόσο στο μέρος που κυβερνά όσο και στο μέρος που αντιπολιτεύεται. Πολλοί μπορεί να ψήφισαν την αντιπολίτευση το 2024, αλλά το έκαναν κυρίως για να καταψηφίσουν την κυβέρνηση παρά για να υποστηρίξουν την αντιπολίτευση και, πολύ λιγότερο, το πολιτικό της πρόγραμμα.

πηγή

Κάτι που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι καθίσταται έτσι φανερή η πλάνη του επιχειρήματος, που προβάλλουν ορισμένοι στην αριστερά, ότι δηλαδή πρέπει να υποστηρίζουμε πολιτικά οποιαδήποτε κυβέρνηση βρίσκεται σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό. Φυσικά και πρέπει να συνεχίσουμε να αντιτιθέμεθα στις ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις που επιδιώκουν να υπονομεύσουν ξένες κυβερνήσεις.

Δεν μπορούμε όμως να κλείνουμε τα μάτια στις ενέργειες αυτών των κυβερνήσεων, οι οποίες αποδυναμώνουν θεμελιωδώς το αντιιμπεριαλιστικό αίσθημα στη χώρα τους. Η έλλειψη αντίδρασης στην ιμπεριαλιστική παρέμβαση της 3ης Ιανουαρίου είναι άμεσο αποτέλεσμα των αντεργατικών και αντιδημοκρατικών πολιτικών της κυβέρνησης Μαδούρο, οι οποίες έχουν αποξενώσει την συγκεκριμένη κοινωνική βάση που απαιτείται για την αντίσταση στον ιμπεριαλισμό.

Σήμερα, οι περισσότεροι Βενεζουελάνοι πιστεύουν ότι τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχιστούν όπως ήταν. Αυτό εξηγεί τόσο την έλλειψη κινητοποίησης όσο και ένα αίσθημα αγωνίας ελπίδας σε ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού ότι τα πράγματα μπορεί να βελτιωθούν, καθώς φαινομενικά δεν μπορούν να χειροτερέψουν, παρόλο που η ιμπεριαλιστική παρέμβαση τελικά μόνο θα χειροτερέψει τα πράγματα.

Άσλεϊ Σμιθ:Η έλλειψη αντίδρασης από τον λαό της Βενεζουέλας βρίσκεται στον αντίποδα της προηγούμενης απόπειρας πραξικοπήματος κατά του Τσάβες, όταν ο λαός εξεγέρθηκε και τον επανέφερε στην εξουσία. Γιατί η διαφορετική αντίδραση αυτή τη φορά;

Φεντερίκο Φουέντες: Η διαφορά αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο η εργατική τάξη και οι φτωχοί έβλεπαν την κυβέρνηση Τσάβες το 2002, σε σύγκριση με την κυβέρνηση Μαδούρο το 2026. Όταν ο Τσάβες ανατράπηκε, υπήρχε η πραγματική αίσθηση ότι έχαναν την κυβέρνησή τους και τα δικαιώματά τους, η οποία πυροδότησε εκτεταμένες, οργανωμένες και αυθόρμητες κινητοποιήσεις.

Γυρίζοντας γρήγορα στο 2026, η πλειοψηφία, σωστά ή λάθος, θεωρεί την κυβέρνηση Μαδούρο ως το κύριο πρόβλημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι υποστήριξαν την στρατιωτική επίθεση. Πολλοί ένιωσαν μια βαθιά αντίθεση ή ένα βαθύ αίσθημα πλήρους αποθάρρυνσης μπροστά σε αυτήν την ιμπεριαλιστική επίθεση. Ωστόσο, δεν κινητοποιήθηκαν εναντίον της. Προτίμησαν σε μεγάλο βαθμό να μείνουν στο περιθώριο, όπως έκαναν για το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας και να δουν τι θα συμβεί στη συνέχεια, ελπίζοντας ό,τι το καλύτερο θα μπορούσε να προκύψει από αυτήν την τραγωδία.

Άσλεϊ Σμιθ: Σαφώς το καθεστώς έχει μεταμορφωθεί από την εποχή του Τσάβες, όταν φαινόταν να προσφέρει μεγάλη ελπίδα όχι μόνο για τους Βενεζουελάνους αλλά και για τη Λατινική Αμερική και γενικότερα για τη διεθνή Αριστερά. Τι έχει αλλάξει και γιατί; Κατά πόσο αυτό είναι αποτέλεσμα της κατάρρευσης των τιμών του πετρελαίου; Κατά πόσο είναι αποτέλεσμα των κυρώσεων των ΗΠΑ; Και κατά πόσο είναι αποτέλεσμα του ίδιου του καθεστώτος;

Φεντερίκο Φουέντες: Όσον αφορά το τελευταίο μέρος του ερωτήματος, είναι αποτέλεσμα όλων αυτών, στα οποία θα πρόσθετα έναν σημαντικό τέταρτο παράγοντα: τις αντιδημοκρατικές και βίαιες ενέργειες της δεξιάς αντιπολίτευσης, πάνω απ' όλα προσωπικοτήτων όπως η Ματσάδο, οι οποίες συνέβαλαν στην πολιτική κρίση και την βαθιά αποπολιτικοποίηση. Το πόσο βάρος πρέπει να δοθεί σε κάθε παράγοντα και η σειρά με την οποία άρχισαν να επηρεάζουν την κατάσταση, αποτελούν μεγάλο μέρος της συζήτησης μέσα στην αριστερά εντός (και εκτός) της Βενεζουέλας στην προσπάθεια να εξαχθεί ένας ισολογισμός της κυβέρνησης Μαδούρο. Πάντως, μια αξιολόγηση που θα αγνοούσε οποιονδήποτε από αυτούς τους παράγοντες οδηγεί αναπόφευκτα σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

Είναι σημαντικό ότι αυτοί οι παράγοντες εξηγούν την πιο σημαντική αλλαγή: την αλλαγή του χαρακτήρα της κυβέρνησης Μαδούρο. Όπως ανέφερα προηγουμένως, κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μαδούρο, μεταξύ 2015-2017, κατέστη σαφές ότι το τμήμα της κοινωνίας για χάρη του οποίου κυβερνούσε μετατοπιζόταν. Ένας συνδυασμός συνθηκών και επιλογών οδήγησε την κυβέρνηση Μαδούρο σε ρήξη με την φτωχή πλειοψηφία και τη βάση της εργατικής τάξης που είχε υποστηρίξει την κυβέρνηση Τσάβες και αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της Μπολιβαριανής επανάστασης. Στη θέση της, εδραίωσε μια νέα βάση μεταξύ των τάξεων του στρατού, των δυνάμεων ασφαλείας και της νέας καπιταλιστικής τάξης εισάγοντας έτσι μια διαδικασία αντεπανάστασης.

Γι' αυτό υποστηρίζω ότι, παρόλο που οι κυρώσεις μπορεί να μην πέτυχαν όσον αφορά στην αλλαγή καθεστώτος —αν την κατανοήσουμε ως αλλαγή στο προσωπικό που διοικεί το κράτος— κατάφεραν όμως να βοηθήσουν στην αλλαγή της ταξικής βάσης και του πολιτικού σχεδίου του υπάρχοντος καθεστώτος.

Άσλεϊ Σμιθ: Ποια ήταν η φύση του καθεστώτος του Μαδούρο πριν από την απαγωγή του; Ποια ταξικά συμφέροντα αντιπροσώπευε; Πόσο καταπιεστικό και δικτατορικό είχε γίνει;

Φεντερίκο Φουέντες: Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Τσάβες, η κυβέρνηση Μαδούρο ήταν αναμφισβήτητα μια φιλοκαπιταλιστική κυβέρνηση. Εκπροσωπούσε τόσο τα συμφέροντα της νέας καπιταλιστικής τάξης, η οποία είχε πλουτίσει μέσω των διασυνδέσεών της με το «μπολιβαριανό» κράτος (την λεγόμενη μπολιμπουρζουαζία, την μπολιβαριανή αστική τάξη που κατήγγειλε ο Τσάβες), όσο και τα συμφέροντα της παραδοσιακής καπιταλιστικής τάξης. Η κυβέρνηση Μαδούρο τελικά κέρδισε την υποστήριξη του Φεντεκαμάρας, ενώ ο επικεφαλής του Χρηματιστηρίου του Καράκας δήλωσε μετά τις προεδρικές εκλογές του 2024 ότι, όχι η αντιπολίτευση, αλλά η κυβέρνηση ήταν εκείνη που αντιπροσώπευε καλύτερα την οικονομική σταθερότητα.

Η κυβέρνηση Μαδούρο ήταν επίσης αναμφισβήτητα αντεργατική. Συχνά, κάποια τμήματα της Αριστεράς δικαιολογούν την κυβέρνηση, λέγοντας ότι οι πολιτικές της αποφάσεις οφείλονταν στις κυρώσεις. Αλλά αυτός ο ισχυρισμός αγνοεί ότι οι κυβερνητικές πολιτικές οδηγούσαν σε μια δραματική προς τα πάνω αναδιανομή του πλούτου ακόμη και πριν από τις κυρώσεις. Επιπλέον, ακόμη και μετά την έναρξη των κυρώσεων, δεν ισχύει ότι η κυβέρνηση Μαδούρο δεν είχε άλλες επιλογές. Από το 2018 και μετά, επέλεξε σκόπιμα να μεταθέσει το βάρος της κρίσης στην εργατική τάξη.

Η φιλο-Μαδουρική Αριστερά αντιτάσσει σε αυτό, ισχυρισμούς ότι η κυβέρνηση δεν έχει ιδιωτικοποιήσει τις δημόσιες υπηρεσίες, ότι παρέχει επιδοτήσεις και ότι υποστηρίζει την οικοδόμηση κοινοτήτων, πράγμα που σημαίνει ότι εξακολουθεί να είναι προοδευτική. Αυτό το επιχείρημα αγνοεί τις ιδιωτικοποιήσεις (πλήρεις και μερικές) που έχουν πραγματοποιηθεί σε διάφορους τομείς, με σημαντικότερη τη γεωργία, αλλά ακόμη και στη στρατηγική πετρελαϊκή βιομηχανία, όπου η υποκρυπτόμενη ιδιωτικοποίηση έχει θεσπιστεί υπό το πρόσχημα του Νόμου κατά του Αποκλεισμού .

 Delcy Eloína Rodríguez Gómez Πηγή

Ταυτόχρονα, ενώ έχουν ιδρυθεί κρατικές εταιρείες υπό τον Μαδούρο, ιδίως στον τομέα των ορυκτών, αυτές δημιουργήθηκαν, όχι για την αναδιανομή του πλούτου, αλλά ως μέσα για την ενσωμάτωση του στρατού σε κυκλώματα συσσώρευσης κεφαλαίου και ευθύνονται για την καταστροφή του περιβάλλοντος και την αποστέρηση των ιθαγενών γαιών. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα κρατικών εταιρειών που ωφέλησαν τους καπιταλιστές - ξεκινώντας από την PDVSA, η οποία , ας σημειωθεί, ήταν κρατική καθ' όλη τη νεοφιλελεύθερη περίοδο που προηγήθηκε της κυβέρνησης Τσάβες.

Το ίδιο ισχύει και για πολιτικές όπως είναι οι επιδοτήσεις τροφίμων, μεταφορών και καυσίμων, τις οποίες διατηρούν ακόμη και αντιδραστικές κυβερνήσεις όπως αυτές της Αιγύπτου και της Ινδονησίας. Τις περισσότερες φορές, τέτοιες πολιτικές χρησιμεύουν ως μέσο εγκατάστασης πελατειακών σχέσεων για τη διατήρηση κάποιου επιπέδου κοινωνικής υποστήριξης (όπως έχει κάνει η κυβέρνηση Μαδούρο με τα πακέτα τροφίμων που διανέμονται από τοπικούς αξιωματούχους του κυβερνώντος κόμματος). Σε άλλες περιπτώσεις, οι επιδοτήσεις είναι πολύ δύσκολο να ανακληθούν χωρίς να προκαλέσουν ουσιαστική κοινωνική αντίσταση. Συνολικά, ο θετικός αντίκτυπος αυτών των επιδοτήσεων έχει κατά πολύ αναιρεθεί από την σκόπιμη πολιτική της κονιορτοποίησης των μισθών των εργαζομένων, ως μέσου αντιμετώπισης του υπερπληθωρισμού.

Όσον αφορά την προώθηση των κοινοτικών συμβουλίων και των κοινοτήτων, ως απόδειξη της προοδευτικής φύσης της κυβέρνησης Μαδούρο, αυτοί οι αριστεροί αγνοούν τα στοιχεία της ίδιας της κυβέρνησης, τα οποία δείχνουν ότι η κυβέρνηση, αντί να προωθήσει «χιλιάδες κοινότητες» ως μέσα αυτοδιοίκησης, προέδρευσε στην αφομοίωση και στην παρακμή τους. Τα στοιχεία του Υπουργού Κοινοτήτων δείχνουν μια απότομη, συνεχή μείωση τα τελευταία τέσσερα χρόνια του αριθμού των κοινοτικών συμβουλίων που επανεκλέγουν τα όργανά τους (από περίπου 19.000 το 2022 σε λίγο πάνω από 2000 πέρυσι). Εν τω μεταξύ, από τις σχεδόν 4.000 κοινότητες που έχουν καταχωρηθεί τα τελευταία 10 και πλέον χρόνια, λιγότερο από το 20% μπόρεσε να διατηρήσει λειτουργικό τουλάχιστον ένα όργανο, το κοινοτικό συμβούλιο ή την κοινοτική τράπεζα. Ένας σημαντικός παράγοντας που συνετέλεσε σε αυτό, ήταν οι προσπάθειες της κυβέρνησης να υποτάξει τις κοινότητες θέτοντάς τες υπό τον έλεγχο τοπικών κομματικών αξιωματούχων.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι πολιτικές που επισημαίνει η φιλο-Μαδουρική Αριστερά είναι σε μεγάλο βαθμό κληρονομιές της εποχής Τσάβες, οι οποίες έκτοτε έχουν μετατραπεί σε κανάλια διαφθοράς, πελατειακών σχέσεων και συσσώρευσης κεφαλαίου· έχουν ακυρωθεί εντελώς από την πτώση των μισθών των εργαζομένων ή παραμένουν σε ισχύ επειδή το πολιτικό κόστος της κατάργησής τους θα ήταν πολύ υψηλό, αν και, όπως δείχνει η προτεινόμενη μεταρρύθμιση της πετρελαϊκής βιομηχανίας, ακόμη και μέτρα που θεωρούνταν ταμπού μέχρι χθες μπορεί να μην θεωρούνται πλέον ιερά αύριο.

Φυσικά, μια τέτοια στροφή στην οικονομική πολιτική έπρεπε να συνοδεύεται από κλιμάκωση της καταστολής. Εκτός Βενεζουέλας, ακούμε για καταστολή εναντίον της δεξιάς αντιπολίτευσης, μολονότι βέβαια δεν ακούμε ποτέ για τις αντιδημοκρατικές, βίαιες και παράνομες ενέργειές της. Αλλά οι δυνάμεις της Αριστεράς και της εργατικής τάξης στη Βενεζουέλα έχουν αναμφισβήτητα αντιμετωπίσει μεγαλύτερη καταστολή από τη δεξιά αντιπολίτευση.

Όσον αφορά τα εργατικά δικαιώματα, εκατοντάδες συνδικαλιστές βρίσκονται στη φυλακή επειδή διαμαρτυρήθηκαν, νέα συνδικάτα δεν μπορούν να ιδρυθούν, οι απεργίες είναι παράνομες και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ουσιαστικά απαγορεύονται. Όσο για την αριστερά, κάθε αριστερό κόμμα στη χώρα είτε έχει χάσει το δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές είτε του έχει στερηθεί το δικαίωμα να αιτηθεί συμμετοχή στις εκλογές. Οι τελευταίες προεδρικές εκλογές ήταν οι πρώτες από την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1958, στις οποίες η αριστερά είχε εντελώς αποκλειστεί από τις υποψηφιότητες.

Όταν προσθέσουμε σε αυτό ότι από τον λαό της Βενεζουέλας στερήθηκε το δικαίωμα να καταμετρηθούν και να επαληθευτούν οι ψήφοι του (ίσως ένα από τα πιο βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, το οποίο όμως κάποιοι στην Αριστερά φαίνεται να θέλουν να αρνηθούν στον λαό της Βενεζουέλας, ισχυριζόμενοι ότι δεν συνέβη τίποτα το παράξενο σε αυτές τις εκλογές), καταλαβαίνουμε πόσο πολύ είχε οπισθοχωρήσει η δημοκρατία. Όχι μόνο όσον αφορά την εποχή Τσάβες (όταν η αριστερά ορθώς υποδείκνυε τη Βενεζουέλα ως παγκόσμιο υπόδειγμα διαφανών εκλογών), αλλά ακόμη και όσον αφορά τα ελάχιστα αστικά δημοκρατικά δικαιώματα.

Υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη: η χρήση των δυνάμεων ασφαλείας για την τρομοκράτηση της εργατικής τάξης και των φτωχών κοινοτήτων. Καθώς η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση αυξανόταν μεταξύ των παραδοσιακών τομέων που ψηφίζουν Τσάβες, η κυβέρνηση Μαδούρο ενέτεινε την αστυνόμευση αυτών των γειτονιών μέσω της «Επιχείρησης Απελευθέρωσης του Λαού» και της δημιουργίας του επίλεκτου αποσπάσματος θανάτου, FAES (Ειδικές Δυνάμεις Δράσης).

Cilia Adela Flores Πηγή

 


Το αποτέλεσμα ήταν μια δραματική αύξηση των δολοφονιών κυρίως νέων μαύρων ανδρών από την αστυνομία σε αυτές τις γειτονιές: από περίπου 1500-2500 ετησίως το 2014-2015 σε 5000-5500 ετησίως μεταξύ 2016-2018, καθιστώντας τις δυνάμεις ασφαλείας της Βενεζουέλας τις, κατά κεφαλήν, πιο θανατηφόρες της περιοχής. Αν και δεν ήταν μια αυστηρά πολιτική επιχείρηση, αυτή η κατασταλτική αστυνόμευση είχε ως αποτέλεσμα την τρομοκράτηση των κοινοτήτων που είχαν αρχίσει να ξεφεύγουν από τα όρια.

Δεδομένων όλων αυτών, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ακόμη και οι ισχυρές εκλογικές περιφέρειες του Τσάβες τελικά στράφηκαν εναντίον του Μαδούρο και δεν έσπευσαν στους δρόμους για να τον υπερασπιστούν μετά την απαγωγή του.

Άσλεϊ Σμιθ: Ο Τραμπ σαφώς δεν έχει τελειώσει με την επιβολή του Νέου Δόγματος Μονρόε στην περιοχή. Τι θα προσπαθήσει να κάνει στην Κολομβία, την Κούβα και ιδιαίτερα στη Γροιλανδία; Πώς θα αντιδράσουν οι στοχευμένες χώρες; Πώς θα αντιδράσει η Κίνα, η οποία έχει τεράστιες επενδύσεις και εμπορικές σχέσεις σε όλο το δυτικό ημισφαίριο; Πώς θα αντιδράσει η Ρωσία; Στην Ευρώπη; Μήπως αυτό προμηνύει νέες ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιπαλότητες για την κατανομή του παγκόσμιου καπιταλισμού, παρά τη βαθιά ενσωμάτωσή του, σε νέες σφαίρες επιρροής;

Φεντερίκο Φουέντες: Είναι δύσκολο να δοθεί μια ολοκληρωμένη απάντηση σε ένα τόσο μεγάλο ερώτημα. Αλλά, με απλά λόγια, ο αντίκτυπος πιθανότατα θα είναι διπλός.

Από τη μία πλευρά, έχει σταλεί ένα σαφές μήνυμα στις μικρότερες χώρες ότι αν τολμήσουν να αποστοιχηθούν, θα έρθει η σειρά τους. Επομένως, η πιο πιθανή αντίδραση χωρών όπως η Κολομβία και το Μεξικό θα είναι να επιδιώξουν να διαπραγματευτούν τους καλύτερους δυνατούς όρους με τις ΗΠΑ, προκειμένου να αποφύγουν μια ακόμα χειρότερη μοίρα. Η πιθανότητα ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων των ΗΠΑ εναντίον μικρών χωρών έχει αυξηθεί δραματικά.

Από την άλλη πλευρά, οι ενέργειες του Τραμπ στη Βενεζουέλα έστειλαν ένα μήνυμα στις μεγάλες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία, ότι έτσι θα λειτουργεί ο κόσμος από εδώ και στο εξής. Αυτό και μόνο θα τις ενθαρρύνει να ενεργήσουν αναλόγως στις δικές τους σφαίρες επιρροής. Φυσικά, η Ρωσία το κάνει ήδη, ιδιαίτερα στην Ουκρανία. Αλλά και η Κίνα μπορεί να επιδιώξει να κάνει το ίδιο με την Ταϊβάν.

Άσλεϊ Σμιθ: Το τελευταίο ερώτημα αφορά τη διεθνή Αριστερά. Ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της Αριστεράς φοράει, για να το θέσω γενναιόδωρα, ροζ γυαλιά για τον Μαδούρο και το καθεστώς του. Το υπερασπίζονται ως αντιιμπεριαλιστικό, ακόμη και σοσιαλιστικό, παρά την καταπιεστική, αντεργατική του φύση. Μια τέτοια θέση, αν υιοθετηθεί ως σημείο ενότητας, για ένα αντιπολεμικό κίνημα θα αποξενώσει όχι μόνο τους απλούς εργαζόμενους σε διάφορες χώρες, αλλά και τους Βενεζουελάνους εργάτες και πρόσφυγες που είναι θύματα του καθεστώτος. Ποια θέση πρέπει, λοιπόν, να πάρει η διεθνής Αριστερά απέναντι στο καθεστώς του Μαδούρο και της Ροντρίγκεζ; Και ποια θέση πρέπει να υποστηρίξουμε ως κεντρικό σύνθημα συσπείρωσης για το αντιπολεμικό κίνημα;

Φεντερίκο Φουέντες: Υπάρχουν δύο κίνδυνοι εδώ. Ο πρώτος είναι να χάσουμε την ευρύτερη εικόνα και απλώς να πιστέψουμε ότι επειδή ο Μαδούρο ήταν κακός και πολλοί Βενεζουελάνοι χάρηκαν που τον είδαν να φεύγει, θα πρέπει να κρατήσουμε ουδέτερη στάση απέναντι στην απαγωγή του (και της Φλόρες).

Οι αντιιμπεριαλιστές πρέπει να αναγνωρίσουν ότι οι ενέργειες του Τραμπ έχουν κάνει τον κόσμο πολύ πιο επικίνδυνο και αποτελούν σοβαρή απειλή για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το διεθνές δίκαιο, τη δημοκρατία και την εθνική κυριαρχία παντού. Επιπλέον, αυτές οι ενέργειες δεν έχουν κάνει τίποτα για την αποκατάσταση των δημοκρατικών δικαιωμάτων στη Βενεζουέλα (αντιθέτως, ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι εκλογές θα αναβληθούν μέχρι την «τρίτη» φάση του σχεδίου επαναποικιοποίησής του, κάποια χρονική στιγμή στο απροσδιόριστο μέλλον).

Συνεπώς, πρέπει να συνεχίσουμε να καταδικάζουμε την στρατιωτική επίθεση της 3ης Ιανουαρίου και να απαιτούμε την άμεση απελευθέρωση του Μαδούρο και της Φλόρες. Εάν έχουν διαπράξει κάποιο έγκλημα (όπως η νοθεία των τελευταίων εκλογών), τότε ο λαός της Βενεζουέλας είναι εκείνος που θα πρέπει να τους κρίνει.

Ένα κίνημα που επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτό το αίτημα, ωστόσο, είναι απίθανο να κινητοποιήσει το είδος του πλατιού κινήματος που χρειαζόμαστε για να πιέσουμε τον Τραμπ να υποχωρήσει. Λίγοι άνθρωποι της εργατικής τάξης (εντός και εκτός Βενεζουέλας) βλέπουν μια απλή επιστροφή στο status quo ως ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός. Υπάρχουν, λοιπόν, και κάποια άλλα σημαντικά στοιχεία για τα οποία μπορούμε να κάνουμε εκστρατεία.

Για παράδειγμα, είναι αυτονόητο ότι η Βενεζουέλα χάνει ραγδαία την εθνική κυριαρχία της επί των φυσικών της πόρων. Πρέπει να αντιταχθούμε σε αυτήν την παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας και την ανοιχτή κλοπή των φυσικών της πόρων.

Η εκστρατεία κατά των συνεχιζόμενων κυρώσεων και του ναυτικού της αποκλεισμού από τις ΗΠΑ αποτελεί μέρος αυτού του ζητήματος, καθώς τα εργαλεία αυτά χρησιμοποιούνται για να εξαναγκάσουν περαιτέρω την κυβέρνηση Ροντρίγκεζ σε πλήρη υποταγή. Θα πρέπει επίσης να απαιτήσουμε τον τερματισμό της στρατιωτικής ανάπτυξης των ΗΠΑ στην Καραϊβική, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί επίσης για να ασκήσει πίεση σε διάφορες άλλες κυβερνήσεις κι όχι μόνο σε αυτήν της Βενεζουέλας.

Η Αριστερά στο σύνολό της θα πρέπει να είναι σε θέση να ενωθεί πίσω από τέτοια αιτήματα, ανεξάρτητα από τη θέση της απέναντι στις κυβερνήσεις Μαδούρο και Ροντρίγκεζ. Αλλά το κίνημα πρέπει να διαχωρίσει την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας από την πολιτική υποστήριξη προς την κυβέρνηση Ροντρίγκεζ. Η αποτυχία να το κάνει συνιστά το δεύτερο κίνδυνο τον οποίο μπορεί να διατρέξει η Αριστερά.

Όσον αφορά τα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα στη Βενεζουέλα, δεν μπορούμε να μείνουμε ουδέτεροι, να αγνοήσουμε ότι έχουν υπονομευτεί σε μεγάλο βαθμό ή να προσποιηθούμε ότι οι ενέργειες της κυβέρνησης οφείλονται αποκλειστικά στις ενέργειες των ΗΠΑ. Αυτό είναι προφανώς αναληθές και οι εργαζόμενοι στη χώρα μας δικαίως δεν θα το πιστέψουν, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολο για εμάς να τους κερδίσουμε στην υποστήριξη μιας αντιιμπεριαλιστικής θέσης.

Εξίσου σημαντικό, όπως εξήγησα και πριν, είναι ότι οι αντεργατικές και αντιδημοκρατικές πολιτικές της κυβέρνησης έχουν υπονομεύσει τον αντιιμπεριαλισμό στη Βενεζουέλα. Η υπεράσπιση αυτών των δικαιωμάτων για τη Βενεζουέλα όχι μόνο μας βοηθά να οικοδομήσουμε την ευρύτερη δυνατή αντίσταση στις δικές μας χώρες, αλλά και να δημιουργήσουμε χώρο για γνήσια αντιιμπεριαλιστική κινητοποίηση της εργατικής τάξης στην ίδια τη Βενεζουέλα.

Τέλος, ένα σημαντικό μέρος της αλληλεγγύης μας πρέπει να είναι η σύνδεση με τους εργάτες και την Αριστερά της Βενεζουέλας και η αναζήτηση τρόπων συντονισμού των κοινών μας αγώνων. Πολύ συχνά, οι συζητήσεις επικεντρώνονται αποκλειστικά στην κυβέρνηση και τη δεξιά αντιπολίτευση. Αποκλείονται οι φωνές της Αριστεράς και της εργατικής τάξης ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, οι φωνές της πλειοψηφίας, που δεν υποστηρίζουν ούτε τον Μαδούρο/Ροντρίγκεζ ούτε τη Ματσάδο. Ενώ ορισμένοι αριστεροί προτιμούν να αρνούνται την ύπαρξή τους ή ακόμα να καταγγέλλουν αυτές τις φωνές, θα πρέπει αντίθετα να βοηθήσουμε να ακουστούν, ώστε οι εργαζόμενοι στις χώρες μας να μπορούν να γνωρίζουν τους αγώνες τους και να δράσουν αλληλέγγυα μαζί τους.

Αν πιστεύουμε σοβαρά ότι μόνο οι Βενεζουελάνοι μπορούν να αποφασίσουν για τη μοίρα τους, τότε αυτό πρέπει να περιλαμβάνει την υποστήριξη των Βενεζουελάνων στους αγώνες τους για τα δικαιώματα που χρειάζονται για να γίνει αυτό πραγματικότητα· τα ίδια δικαιώματα για τα οποία αγωνιζόμαστε κι εμείς στην πατρίδα μας. Αυτό περιλαμβάνει και το δικαίωμα να επιλέγουν τη δική τους κυβέρνηση—χωρίς ξένες επεμβάσεις και νοθείες.

Ashley Smith

i      Ο Ashley Smith είναι διευθύνων συντάκτης του Spectre και μέλος των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής (DSA) στο Μπέρλινγκτον του Βερμόντ. Γράφει σε πολυάριθμες εκδόσεις, όπως οι Tempest, Truthout, The International Socialist Review, Socialist Worker, ZNet, Jacobin, New Politics, International Viewpoint και πολλές άλλες ηλεκτρονικές και έντυπες εκδόσεις.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου